Άρθρο: Αλεξία Ειρήνη Κωνσταντίνου
Ψυχολόγος


Το 2006, όταν ακόμα ήμουν μαθήτρια στο Λύκειο, έτυχε να διαβάσω το βιβλίο “Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν”, της Λάιονελ Σράιβερ. Θυμάμαι ακόμα την αίσθηση απ’ την ανάγνωση των πρώτων σελίδων. Έξαψη, αγωνία, σύγχυση και προβληματισμός. Γιατί; Θα σας εξηγήσω στη συνέχεια…

Λίγα χρόνια αργότερα, το 2011, η βιομηχανία του κινηματογράφου οσμίζεται την απήχηση που είχε το βιβλίο στο αναγνωστικό κοινό, μα κυρίως τα συναισθήματα που διεγείρονται στο κοινό, μέσα απ’ την επαφή με το θέμα του βιβλίου, που δεν είναι άλλο απ΄ το φόνο ή καλύτερα το δράστη ενός φόνου, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι απλά ένας έφηβος. Θα αναρωτιέστε ενδεχομένως, τι καθιστά αυτό το βιβλίο ιδιαίτερο. Δεν είναι τίποτα άλλο απ’ τον τρόπο που επέλεξε η συγγραφέας να αφηγηθεί την ιστορία του Κέβιν. Όλο το βιβλίο είναι γραμμένο σε μορφή ημερολογίου της μητέρας του Κέβιν. Το αναγνωστικό κοινό βουτά στην ψυχή της μητέρας ενός έφηβου δολοφόνου. Γίνεται παρατηρητής και συν-ταξιδιώτης σε ένα ταξίδι συνειρμών, σκέψεων και ενοχών, ενώ το κουβάρι των γεγονότων ξετυλίγεται απ’τη στιγμή που ο Κέβιν βρίσκεται στην κοιλιά της μητέρας του, μέχρι τη στιγμή που συλλαμβάνεται για το φόνο των συμμάθητών στο σχολείο του.

Η επίσημη υπόθεση του βιβλίου: Δύο χρόνια μετά την αποτρόπαια πράξη του γιου της, που σκόρπισε το θάνατο στο σχολείο του, ήρθε η ώρα η Ίβα να αναλύσει με ειλικρίνεια τον γάμο, την καριέρα της, την οικογένειά της, τη σχέση της με τα παιδιά της, το φονικό ξέσπασμα του Κέβιν σε μια σειρά από αφοπλιστικά εξομολογητικές επιστολές που απευθύνονται στον χαμένο σύζυγό της, τον Φράνκλιν .

Η Ίβα… Η Ίβα είναι η μητέρα. Η μητέρα του δολοφόνου. Αυτόν τον τίτλο ενδεχομένως να βλέπαμε στις ειδήσεις των 20:00 ή στα εξώφυλλα των εφημερίδων. Ποια είναι όμως αυτή η γυναίκα; Η Ίβα, αμερικανίδα που πήγε να ζήσει στην Αγγλία, με φιλελεύθερες αντιλήψεις, μεγαλόπνοα σχέδια για το μέλλον, ερωτευμένη με τον άντρα της και ευχαριστημένη γενικά με τη ζωή της. Όλα αυτά μέχρι να μείνει έγκυος στον Κέβιν. Η στιγμή της ανακοίνωσης της εγκυμοσύνης αποτελεί τη στιγμή έναρξης μιας “ισόβιας φυλακής”, που θα οδηγήσει στη συνέχεια σε ένα κουβάρι ενοχών και τύψεων .

Διαβάζοντας το πώς η Ίβα μεγάλωνε τον Κέβιν θα λέγαμε, ότι απλώς ήταν μια σωστή μητέρα που διεκπεραίωνε τον ρόλο της. Δεν μπορούσε να υποστηρίξει το, κατά Winnicott, “Good Enough Mother”, την ικανότητα δηλαδή της μητέρας να μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες του παιδιού της και με τον καιρό να αποσύρεται απ’ την ικανοποίηση αυτών των αναγκών , ώστε να επιτευχθεί η ανεξαρτοποίηση του παιδιού της.

Ο Κέβιν τώρα, ο έφηβος δολοφόνος, μέσα απ’ την εναλλαγή πολλών ρόλων, του γιου, του αδελφού, του φίλου, του συμμαθητή, εκείνος που τον στιγμάτισε και σκίασε όλη του την προσωπικότητα ήταν ο ρόλος του δολοφόνου. Κυνικός, παγωμένος, ειρωνικός, απωθώντας κάθε συναίσθημα και αναζητώντας μέσα στα χαλάσματα τον αληθινό του εαυτό, προσπαθώντας να απεγκλωβιστεί από ένα άχαρο “false self” (“through this False Self, the infant builds up a false set of relationships, and by means of introjections even attains a show of being real”, Winnicott).

Αυτό που συναρπάζει βέβαια κάθε αναγνώστη, δεν είναι ούτε η Ίβα, ούτε ο Κέβιν, αλλά η μεταξύ τους σχέση. Η σχέση που παρακολουθούμε μέσα στο βιβλίο είναι μια σχέση σίγουρα δύσκολη απ’την πρώτη στιγμή. Απομυθοποιείται η ζεστή και γεμάτη αγάπη σχέση που έχει μια μητέρα με το παιδί της εκ φύσεως, βλέπουμε οτι τίποτα δεν είναι δεδομένο και πως η αμοιβαιότητα υπάρχει σε κάθε αρνητικό συναίσθημα μεταξύ τους. Όμως φταίει η μητέρα ή το παιδί γι’ αυτή τη δυσλειτουργική σχέση;

Από ψυχαναλυτικής άποψης, ανατρέχοντας τόσο στον Freud, όσο και στη Melanie Klein, η απάντηση είναι η μητέρα. Η μητέρα φροντίζει το μωρό, η μητέρα μέσω του θηλασμού παρέχει στο μωρό την ασφάλεια και του καλλιεργεί την εικόνα του πρώτου αντικειμένου αγάπης, αυτό της μητρικής φιγούρας. Είναι εξάλλου αυτό που έχει διατυπώσει και ο Winnicott σχετικά με τη σημασία του holding και του handling, την ικανότητα δηλαδή της μητέρας να κρατάει με τέτοιο τρόπο το μωρό που όχι μόνο να του δίνει τη δυνατότητα της τροφής, αλλά να το κάνει να νιώθει στην αγκαλιά της ελευθερία κινήσεων, αλλά και να μην έχει άγχος ότι μπορεί να πέσει. Μέσα απ’ την περιγραφή για το πως αντιμετώπιζε η Ίβα το μωρό, φαίνεται οτι στη χρονική περίοδο που είναι σημαντική για όλα τα παραπάνω, εκείνη απλώς διεκπεραίωνε το ρόλο της μητέρας, ανυπομονώντας να τελειώσει γρήγορα το “μαρτύριο” που δημιούργησε η ίδια στον εαυτό της.

Γιατί ο Kέβιν ήταν ένα παιδί με τόσο έντονη την τάση του να καταστρέφει; Συνεχίζοντας ψυχαναλυτικά, αυτό οφείλεται, όπως θα έλεγε ο Freud και η Melanie Klein, στο τραύμα της “πρωταρχικής σκηνής”, τη στιγμή δηλαδή, που το παιδί υποψιάζεται τη σεξουαλική ένωση των γονιών του, κάτι που στο παιδί αρχικά φαντάζει μια πράξη έντονης βίας και στη συνέχεια το κάνει να ζηλεύει που μένει εκτός αυτής της ένωσης. Σ’ αυτό το σημείο έρχεται και το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα και το άγχος του ευνουχισμού, όμως ο Kevin δεν φαίνεται να έχει άγχος ευνουχισμού και αυτό τον καθιστά ακόμα πιο επικίνδυνο. Στο τέλος του βιβλίου η φαντασίωση του Οιδιπόδειου φαντάζει ακόμα πιο εφικτή στον Kevin, καθώς πλέον δεν υπάρχει κάποιο εμπόδιο μεταξύ εκεινού και της μητέρας του. Την έχει πια μόνο εκείνος, αφού κατάφερε να βγάλει όλους τους άλλους που αποσπούσαν την αγάπη της απ’τη μέση (πατέρας, αδελφή).

Τι ένωνε τελικά την Ίβα και τον Κέβιν; Θα λέγαμε, πως αυτό που τους ένωνε ήταν μια σχέση των δύο άκρων, ένα δίπολο, που στη μέση του δεν χωρούσε κανείς άλλος. Πάντα ήταν οι δύο τους, ακροβατώντας σε ένα τεντωμένο σχοινί, εναλλάσοντας ρόλους, πότε θύτες, πότε θύματα, μια σχέση με σαδιστικά στοιχεία που κανείς τους ποτέ δεν μπόρεσε να δώσει αυτό που επιθυμούσε ο άλλος. Η Ίβα πίστευε ότι ο Κέβιν δεν μπορούσε να πάρει αγάπη και ο Κέβιν, ότι η Ίβα δεν μπορούσε να δώσει. Σε δύο στιγμές μόνο βλέπουμε ότι οι δύο ήρωες συνειδητοποιούν πόσο έχει ανάγκη ο ένας τον άλλον, μία όταν αρρωσταίνει ο Κέβιν και μία όταν είναι στη φυλακή. Τότε συνειδητοποιούμε ότι αυτή η σχέση ενώ είχε τόσα αρνητικά συναισθήματα διοχετευμένα, ήταν τόσο δυνατή γιατί έκρυβε μέσα την αλήθεια τους, την αλήθεια των εαυτών τους, που δεν είχαν αφήσει κανέναν άλλον να την δει και να την αντιληφθεί. Μέσα απ’ αυτές τις στιγμές μπορούμε να πούμε οτι έγινε αντιληπτό και στους δύο αυτό που πολύ εύστοχα έχει πει ο Winnicott, “there is no such a thing as a baby”, ότι δηλαδή δεν μπορεί να υπάρξει ένα μωρό, ένα παιδί μόνο του χωρίς την σχέση και την εξάρτηση απ’ τη μητέρα του, χωρίς την αίσθηση οτι κάποιος θα το φροντίσει και θα το προστατέψει.

Θα κλείσω την προσπάθεια ψυχοδυναμικής ανάλυσης του βιβλίου με ένα ερώτημα που θέτει η ίδια η συγγραφέας και προσωπικά πιστεύω πως είναι ένα ερώτημα που πρέπει να θέσουμε για όλες αυτές τις περιπτώσεις των εφήβων, που προβαίνουν σε συμπεριφορές αντίστοιχες με του Κέβιν. “Είναι ο Κέβιν εκ γενετής κακός ή πρέπει να κατηγορηθεί τελικά μόνο η Ίβα – που ομολογεί: “Ήμουν φρικτή μητέρα”- για το πώς εξελίχθηκε ο γιος της;” Δεν ξέρω… Εσείς θα μου πείτε.


Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Λάιονελ Σράιβερ. (2004). Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν. Εκδόσεις Μεταίχμιο