Άρθρο: Ευθυμία Ι. Αναγνώστου
Κλιν.Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια
Ψυχ/κή Κοιν. Λειτουργός – Κοινωνιολόγος


Μια λαϊκή παροιμία λέει, ότι «στους δύο τρίτος δεν χωρεί…». Ωστόσο, πολύ συχνά αυτό διαψεύδεται όταν το πάθος, ο έρωτας ή και η αγάπη διαπλέκονται με την προδοσία στη ζωή μας. Τότε συμβαίνει να προκύπτουν απαγορευμένα και μάλλον επικίνδυνα τρίγωνα ανθρωπίνων σχέσεων, που συνήθως τραυματίζουν και αποδιοργανώνουν άτομα και οικογένειες, έως ότου πιθανόν να τους λυτρώσουν από τις «κακές σχέσεις», αποκαθιστώντας νέες ισορροπίες, συνήθως με σημαντικό κόστος. Πρόκειται για την κατάσταση εκείνη, που έχουμε στην κοινωνική μας αναπαράσταση κατά το κοινώς λεγόμενο και ως «απιστία». Κατάσταση που τις περισσότερες φορές επενδύεται με πάθος και έρωτα, συχνά με διαφορετικές προσδοκίες από την κάθε πλευρά, ενώ σχεδόν πάντα περιβάλλεται με το μανδύα της προδοσίας του άλλου και την κοινωνική επίκριση και απαξίωση των εμπλεκόμενων.

Το θέμα αυτό φαίνεται να έχει απασχολήσει αρκετούς ειδικούς επιστήμονες πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις και όχι μόνο. Η τάση απιστίας στα ζευγάρια έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο πειραματικών ερευνών σε ποντίκια που απέδειξαν, ότι η πίστη ρυθμίζεται τόσο από τα γονίδια, όσο και από τις ορμόνες, τα οποία επηρεάζουν ανάλογα τη συνοχή των ζευγαριών (για παράδειγμα, η βασοπρεσσίνη αναγνωρίζεται ως η βασική ορμόνη για το δέσιμο των συντρόφων). Παρόλα αυτά, εκτός από τα δεδομένα της χημείας του σώματος, που δεν υπάρχει πρόθεση να αμφισβητηθούν, η προδοσία μεταξύ των συντρόφων δεν παύει να είναι ένα φαινόμενο με αιτιολογικές και ερμηνευτικές αναφορές, τόσο στο ψυχολογικό όσο και στο κοινωνιολογικό πεδίο.

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις του θέματος θα μπορούσε να είναι η θεωρία των τριγώνων. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, «ως τρίγωνο ανθρώπινων σχέσεων νοείται το σύστημα τριών ατόμων που με κάποιους τρόπους αλληλεπιδρούν μεταξύ τους». Το τρίγωνο είναι το μικρότερο σταθερό σύστημα του «σχετίζεσθαι» κι αυτό, γιατί κάθε δυαδικό σύστημα (η σχέση δηλαδή δύο ατόμων) είναι τόσο ασταθές, ώστε σε συνθήκες στρες, να δημιουργεί ένα τρίγωνο σχέσεων προκειμένου να εξασφαλίσει την άμεση επιβίωσή του. Ένα τρίτο πρόσωπο μπαίνει ανάμεσα σε ένα ζευγάρι συνήθως με πρωτοβουλία του ενός ή του άλλου από τους δυο συζύγους και αυτό προφανώς συμβαίνει, όταν η ένταση μεταξύ των δυο πλευρών εντείνεται, δηλαδή όταν κάποιος από τους δυο νιώσει, ότι δεν καλύπτεται πλέον στην υπάρχουσα σχέση από τον σύντροφό του για διάφορους λόγους. Τέτοιοι λόγοι μπορεί να είναι η αλλαγή του τρόπου σκέψης, αλλά και των συναισθημάτων του ενός ή και των δύο, η αλλαγή της δομής του οικογενειακού συστήματος στο οποίο ζούν (για παράδειγμα, όταν τα παιδιά φεύγουν για σπουδές), σημαντικά γεγονότα ζωής που προκαλούν έντονα συναισθήματα, συγκρούσεις και κρίσεις (όπως οι οικονομικές καταστροφές, τα μαθησιακά ή άλλα προβλήματα στα παιδιά, οι ασθένειες ή ακόμα και οι θάνατοι). Άλλωστε το πάθος και ο έρωτας δε διαρκούν αιώνια. Μεταλλάσσονται όμως σε συναισθήματα αγάπης μεγαλύτερης διάρκειας και διαφορετικών στοχεύσεων, όπως είναι το μεγάλωμα των παιδιών, η αποκατάστασή τους, η απόκτηση περιουσίας και άλλα, που όμως δεν ολοκληρώνονται τελικά.

Οι άνθρωποι λοιπόν, αλλάζουν! Αυτοί που κάποτε μπορεί να έδιναν όρκους αιώνιου έρωτα, αγάπης και πίστης, σήμερα έρχονται αντιμέτωποι, διαφωνούν, ίσως και να τροποποιούν τους ατομικούς τους στόχους και δυσκολεύονται πλέον να μοιραστούν τους προβληματισμούς τους και να επαναπροσδιορίσουν την κοινή τους ζωή. Γνωρίζοντας με ψυχολογικούς όρους, ότι ο συζυγικός δεσμός βασίζεται στην αίσθηση της «μη ολοκλήρωσης» των δύο, καθένας έχει την τάση, την εσωτερική ανάγκη να εμπιστεύεται ένα κομμάτι του εαυτού του στον άλλο. Στην αρχή, ο άλλος γίνεται ο ερωτικός του σύντροφος και στη συνέχεια, αν όλα πάνε καλά, ο σύζυγός του. Όταν όμως σε κάποια στιγμή της κοινής τους πορείας ένας από τους δυο ή και οι δυο διαφοροποιηθούν, τότε η προσδοκία ολοκλήρωσης του εαυτού καταρρίπτεται και χρειάζεται κάτι άλλο να καλύψει το κενό του προσωπικού ελλείμματος… κάποια άλλα άτομα, σχέσεις, αντικείμενα ή ακόμα και καταστάσεις.

Συνήθως, τα παιδιά είναι τα πρώτα άτομα που, όπως λένε, οι θεραπευτές τριγωνοποιούνται στη σχέση των γονιών τους, έτσι ώστε να συμπληρώσουν αυτό που πιθανόν αρχίζει να λείπει στη συζυγική σχέση, δίνοντας νέο νόημα στην κοινή τους ζωή και μετατρέποντας τη συνύπαρξή τους από ανούσια και ανέφικτη, ξανά σε εφικτή και με νέο στόχο. Συχνότατα λοιπόν, τα παιδιά γίνονται αυτά τα πρόσωπα που απορροφούν τις συναισθηματικές εντάσεις του συζυγικού δεσμού. Όταν όμως, δεν το καταφέρνουν, είτε γιατί απορροφούν περισσότερη ένταση απ’ όση αντέχουν και εμφανίζουν μοιραία συμπτώματα δυσανεξίας (όπως είναι η εξάρτηση από ουσίες, η παραπτωματική συμπεριφορά, οι ψυχοσωματικές εκδηλώσεις, η κατάθλιψη, τα προβλήματα στο σχολείο, κλπ.), είτε γιατί απομακρύνονται από το οικογενειακό σύστημα (για παράδειγμα λόγω σπουδών), τότε χρειάζεται κάτι άλλο να εκφορτίσει το συζυγικό σύστημα και να δώσει διέξοδο στη σχέση, που εξελίχθηκε στερητική για το ζευγάρι.

Τι πιο μαγικό λοιπόν, από ένα καινούργιο έρωτα! Έναν έρωτα που γεννιέται μέσα από μια προδοσία, μέσα από το ανικανοποίητο μιας αδήλωτα κατεστραμμένης πλέον σχέσης, όπου ο άλλος παύει να αποτελεί σημείο αναφοράς, συναισθηματικής επένδυσης και ίσως εξάρτησης, γιατί πιθανόν συνειδητά ή ασυνείδητα το έχει προκαλέσει και ο ίδιος σαν νέα κατάσταση στα πλαίσια της αλληλεπίδρασής του με τον σύντροφό του. Έτσι, το τρίτο πρόσωπο, που μπορεί να παρεμβληθεί στη ζωή του ζευγαριού έρχεται μάλλον για να επιβεβαιώσει και να καθρεφτίσει με ένα θετικό τρόπο κάποιον από τους δύο συντρόφους. Η νέα συναισθηματική συνάντηση με το τρίτο πρόσωπο γίνεται τόσο σημαντική, γιατί κάνει κάποιον να νιώθει ότι «υπάρχει» ξανά και επιτρέπει ή διευκολύνει την «επιβίωση» μέσα σ’ ένα τραυματικό και τραυματισμένο συζυγικό σχήμα, που ενισχύει το βίωμα της μοναξιάς και της αποξένωσης στον τρόπο που λειτουργεί. Από την άλλη, η προδοσία είναι μια από τις πιο δραματικές εμπειρίες ζωής, τόσο γι’ αυτόν που προδίδει, όσο και γι’ αυτόν που προδίδεται, ακόμη και για εκείνον που παρεμβάλλεται ως το τρίτο πρόσωπο, αν και με διαφορετικό τρόπο για την κάθε πλευρά, όποιες κι αν είναι οι ασυνείδητες προσδοκίες του καθενός, όποιοι κι αν είναι οι μηχανισμοί που λειτουργούν σε μια τέτοια κατάσταση. Και αυτό, γιατί εμπεριέχει το χωρισμό. Η κατάλυση της αρχικής συμφωνίας που υπήρξε μεταξύ των δύο συζύγων, η απώλεια της σχέσης που υπήρχε ή ακόμη και η διακοπή της συμβίωσης φαίνεται να είναι μια εμπειρία, που εμπεριέχει έντονο το «άγχος του αποχωρισμού».

Όλη η πορεία της ζωής, άλλωστε, είναι μια διαδικασία ωρίμανσης γεμάτη από ρήξεις και αναπόφευκτους χωρισμούς, σηματοδοτούσα την ανθρώπινη παροδικότητα και γενικότερα τους περιορισμούς της ανθρώπινης ύπαρξης. Πράγματι, ο βαθμός αυτονομίας, διαφοροποίησης, ανεξαρτησίας και ωριμότητας του κάθε ατόμου μετριέται ακριβώς με την ικανότητά του να βιώσει την απουσία ή τον αποχωρισμό, χωρίς να διαλυθεί ψυχολογικά. Συνήθως όμως, δυστυχώς, αυτό συμβαίνει… Όταν βιώνεται ένα κενό, σχεδόν αντανακλαστικά όλοι προσπαθούν να το καλύψουν με κάθε τρόπο. Ένας τέτοιος τρόπος είναι και ο έρωτας για κάποιο τρίτο πρόσωπο, που θα δώσει ένα αίσθημα πληρότητας, πνίγοντας τη θλίψη και ξεγελώντας τη μοναξιά. Το τρίτο πρόσωπο απορροφά την ένταση του δυαδικού συστήματος των δύο συζύγων. Οι δυνάμεις μέσα στο τρίγωνο των συζύγων και του εραστή διαρκώς αλλάζουν. Το θέμα είναι τελικά πόσο θα αντέξει αυτός ο τρίτος τις συναισθηματικές πιέσεις που δέχεται, αναλαμβάνοντας το ρόλο ενός «αποδιοπομπαίου τράγου», χωρίς όμως να το συνειδητοποιεί. Η ιστορία βέβαια κάποια στιγμή θα τελειώσει, έτσι και αλλιώς, είτε με την αποβολή του τρίτου, είτε με τη δημιουργία μιας νέας «δυάδας» συντρόφων, πολλά υποσχόμενης και με ιδιαίτερα πολλές φαντασιώσεις και προσδοκίες, συναισθηματικά επενδεδυμένες για μια καλύτερη ζωή, που συνήθως απέχουν όμως από την πραγματικότητα. Η ανάγκη είναι να μην ξανανιώσει κανείς και ποτέ αυτό το απειλητικό συναισθηματικό κενό. Μόνιμα λοιπόν, αναζητά με ένα σχεδόν καταναγκαστικό τρόπο, κάτι ή κάποιον που θα μπορούσε να του γεμίσει αυτό το κενό.

Η παγίδα φαίνεται να είναι η απαίτηση της αγάπης, πριν καταφέρουμε να νιώσουμε ευτυχισμένοι με όσα μπορούμε να δώσουμε από μόνοι μας στον εαυτό μας. Έτσι ζούμε και ξαναζούμε σχέσεις εξάρτησης, αναβιώνοντας τις γονικές μας σχέσεις, όπου την ευθύνη της δικής μας χαράς και ευτυχίας την αποδίδουμε απόλυτα στον εκάστοτε σύντροφο, σύζυγο ή εραστή, επαναλαμβάνοντας την οριακή εμπειρία του έρωτα με κάθε θυσία παραδιδόμενοι, προδιδόμενοι ή και προδίδοντας. Αυτό που πιθανόν μπορεί να μας προστατεύσει από συγκρούσεις και εμπλοκές είναι η δουλειά με τον «εαυτό», η συνειδητοποίηση των βαθύτερων αναγκών μας και η προσπάθεια ουσιαστικής επικοινωνίας στα πλαίσια των συντροφικών μας σχέσεων.

Σαφέστατα και δε πρόκειται για μια εύκολη υπόθεση… Ωστόσο οι θεραπευτικοί δρόμοι είναι υπαρκτοί και ποικίλει ως προς τις θεωρητικές τους προσεγγίσεις, όχι όμως και αρκετά εύκολοι, τόσο για τα άτομα, όσο και για τις οικογένειες και τα ζευγάρια. Πάντως, υπάρχει πάντα η δυνατότητα της αναζήτησης και του επαναπροσδιορισμού, στον καθένα από εμάς ανήκει η απόφαση και η επιλογή.

Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ποτέ και αυτό που είπε κάποτε ο Κούντερα στην «Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι», πως «οι έρωτες είναι σαν τις αυτοκρατορίες: μόλις εξαφανίζεται η ιδέα πάνω στις οποίες χτίστηκαν, εξαφανίζονται και αυτοί μαζί της»!


Προτεινόμενη Βιβλιογραφία

Bowen M. Χαραλαμπάκη Κ. (επιμ.) (1996). Τρίγωνα στην οικογένεια. Ανωνύμου, Για τη διαφοροποίηση του εαυτού. Ελληνικά Γράμματα.

Ζαφείρης Α.Γ., Ζαφείρη Ε.Α., & Μουζακίτης Χ.Μ. (1999). Οικογενειακή θεραπεία. Θεωρία και πρακτικές εφαρμογές. Ελληνικά Γράμματα.

Παπαδιώτη-Αθανασίου Β. (2000). Οικογένεια και όρια. Συστημική προσέγγιση. Ελληνικά Γράμματα.

Κατάκη Χ. (1984). Οι τρεις ταυτότητες της Ελληνικής οικογένειας. Δ΄ έκδοση. Κέδρος.