Άρθρο: Κατερίνα Ζακυνθινού


H μοναξιά μου είναι βαθιά. Βαθιά πολύ. Και είναι βαθιά γιατί είναι μεγάλη. Γιατί δεν σταματάει. Γιατί κάθε φορά που πάω να μυρίσω τον κήπο της ζωής σκοντάφτω στην κλωστή της μοναξιάς και με ακινητοποιεί. Η κλωστή της είναι πάντα εκεί και με κρυφοκοιτάζει όταν πάω να μυρίσω εκείνο τον κήπο και γελάει και με κοιτά με εκείνο το βλέμμα της σιγουριάς και με χλευάζει που μ’ ακούει να λέω πως τα πάμε καλά σήμερα,σηκώθηκα,σήμερα μπορώ ν’ απολαύσω τη ζωή. Ξέρει εκείνη,γι’ αυτό με κοιτάει. Κι η κλωστή αυτή δεν είναι κλωστή όπως φαίνεται στην αρχή μα είναι σχοινί. Ένα σχοινί δυνατό που οι ίνες του σε γδέρνουν. Και μου σφίγγει τα πόδια και με σέρνει πίσω σε εκείνο το δωμάτιο στο τέλος όλων των δωματίων προσπάθειας να αναστηλωθώ με το φως εκείνο σαν να νομίζεις πως θα με ανακρίνει και έπειτα με πετάει. Κι εγώ είμαι φοβισμένη,τρέμω σαν ψάρι έξω από το νερό. Τρέμω και στεγνώνω. Ο φόβος σε παραλύει σε αλλοιώνει. Δεν νιώθεις τίποτ’ άλλο εκτός από αυτόν. Είναι Βασιλιάς. Και περνάς εκεί λεπτά,ώρες,μέρες και πια είσαι σακατεμένος,απελπισμένος. Το δωμάτιο αυτό σου έχει κλείσει κάθε ίχνος επαφής με κάποιο συναίσθημα,με κάποια ελπίδα. Το σώμα μου είναι τόσο μουδιασμένο όταν φτάνω σ’αυτό το δωμάτιο. Το χειρότερο είναι πως δεν μ’ αφήνει για πάντα εκεί. Την επόμενη ή την μεθεπόμενη μέρα θα με ξυπνήσει πάλι με ελπίδα. Θα μ’ αφήσει να πάω ως τον κήπο. Μα μόνο για να μυρίσω. Να πάρω αυτές τις μυρουδιές και να ελπίζω,σαν βασανιστήριο. Θα μυρίσω,θα εξοικειωθώ,θα νιώσω όμορφα,θα νιώσω περήφανα και μετά να ‘την. Ξέρει αυτή πότε να εμφανιστεί. Και κάθε φορά θα νιώθω πως «μήπως έπρεπε να τους πω,στους φίλους μου στον κήπο,που ‘χουν όμορφα αρώματα μα και στους άλλους τους πιο άσχημους,πως φεύγω,πάλι;». Όλο τους απογοητεύω. Νιώθω άσχημα και άντε τώρα να τους εξηγήσω πως για όλα αυτά φταίει μια κλωστή. Άντε να τους πείσω πως εκεί που δεν βλέπουν αυτοί,η κλωστή παύει να είναι κλωστή,είναι εκείνο το σχοινί που σε σφίγγει,σε γδέρνει,σε σέρνει. Δεν θα με πιστέψουν ή θα νομίζουν πως είμαι τρελή. Το δωμάτιο αυτό το τελευταίο πολλές φόρες επειδή ο φόβος με κυριεύει και με αδειάζει και μου καταστρέφει ο,τι έχω μέσα στο κεφάλι μου καθώς και τη γέφυρα να επικοινωνήσω με την ψυχή μου,στρώνει ένα ντόμινο αμφιβολιών. Ούτε όμορφες ούτε άσχημες σκέψεις. Αμφιβολίες. Ως πού μπορώ να φτάσω. Αν μείνω για πολύ σ ‘αυτό το δωμάτιο θα χάσω το μυαλό μου και τη γέφυρα με την ψυχή μου; Κι αν συμβεί αυτό και είμαι ένα πεθαμένο μέσα μου σώμα; Τι θα μπορούσα να κάνω; Καμιά φορά σκέφτομαι πως να τελειώσω αυτήν την ζωή. Δεν έχει καμιά αξία να κάθεσαι σε εκείνο το δωμάτιο. Όσες φορές κι αν διαβάσω τον Μικρό Πρίγκιπα θα υπάρχει στο μυαλό μου μόνο μέχρι να φύγει, γιατί θα φύγει. Και θα φύγει βίαια. Το δωμάτιο θα χάσει το φως του, θα σβήσει, θα τρεμοπαίξει και δεν θα τον βλέπω. Κι έτσι η ελπίδα μου θα χάνεται γιατί όσο άσχημο κι αν ήταν αυτό το φως τουλάχιστον έβλεπα την ελπίδα, τον Πρίγκιπα ή τον φιλόσοφο που χανόμουν με τις ώρες στα βιβλία του. Αυτά τα τελευταία χνότα ζωής που καταφέρνω να γραπωθώ. Να γραπωθώ από κάτι που με κάνει να ηρεμώ για λίγο. Χωρίς να είναι «ψευδαίσθηση», χωρίς να είναι κάτι που μπορεί να μου προκαλέσει κι άλλο κακό. Τουλάχιστον για εκείνη τη στιγμή. Γιατί είναι και κάτι άλλο φτάνοντας σ’ εκείνο το δωμάτιο. Η μοναξιά με ξέρει,με βλέπει χωρίς να χρειάζεται να με γδύσει. Ούτε μέσα ούτε έξω. Ξέρει πόσο άσχημο είναι το σώμα αυτό. Ξέρει πως καμία φορά θα ήθελα να στέκομαι εκεί που φαίνεται μόνο το κεφάλι μου. Ξέρει πόσο θα ‘θελα να το κρύψω όταν πλησιάζω τον κήπο. Όλα τα ξέρει αυτή. Κι έτσι μου πετάει φαγιά βρώμικα, άσχημα σαν το σώμα μου. Με θρέφει για να μου προκαλέσει το φαινόμενο Πλασέμπο. Αυτά τα φαγητά είναι όμορφα απ’ έξω μα μέσα είναι άσχημα. Κι επειδή η μοναξιά ξέρει και το άλλο μου μυστικό μου τα πετάει συχνά αυτά τα φαγητά. Ξέρει πόσο ασφυκτιά το σώμα μου από την ενοχή. Ξέρει πόσο υποφέρει και θα με ταΐσει για να υποφέρει κι άλλο το σώμα και το σώμα να μην αντέξει να κρατηθεί για πολύ και να τρέξει αβοήθητο στο μυαλό και το μυαλό να έχει μπλοκάρει και να αρχίζει μια αντίστροφη μέτρηση άσχημων σκέψεων ώσπου κι αυτό να πάει να ζητήσει βοήθεια από την ψυχή. Μα η ψυχή έχει εξαντληθεί από τα τρεξίματα του σώματος και του μυαλού. Χωρίς αυτήν αυτά δεν θα λειτουργούσαν, θα έμεναν σαν αγάλματα. Κι έτσι η ψυχή, εξαντλημένη κοιτάει το κενό μέσα στο δωμάτιο. Και φοβάται μην γίνει κι αυτή σαν το δωμάτιο, κενή. Γιατί όλη αυτή η αλληλεγγύη που κάνουν το σώμα με το μυαλό και την ψυχή είναι σαν ρώσικη ρουλέτα. Δεν ξέρεις ποιο σημείο του μύλου θα είναι γεμάτο. Ποια φορά θα είναι. Πλησιάζει ή θα ζήσεις ακόμα λίγο;