Άρθρο: Ευτυχία Παπούλια
Κοινωνιολόγος


Η λάμπα στο χωλ είχε αρχίσει ώρα τώρα να τρεμοπαίζει. Ήταν το μόνο φως που άφηνα στο ετοιμόρροπο μικρό σπιτάκι μου για να δηλώνει μια παρουσία στα κλεφτρόνια που συνήθιζαν να κόβουν βόλτες τις νύχτες στη γειτονιά. Ξαπλωμένη ανάσκελα στο θορυβώδες ράντζο που με εκνεύριζε αφόρητα, παρέα με το λερωμένο από το κραγιόν τσιγάρο μου περίμενα να δω πότε θα τελειώσει αυτό το ανόητο παιχνίδι της λάμπας. Μου θύμιζε εμένα , δεν ήξερε τι ήθελε. Μία έτσι, μία αλλιώς, είχε αρχίσει να μου τη δίνει στα νεύρα και να φουμάρω όλο και πιο νευρικά. “Ε σβήσε επιτέλους!”, έλεγα δυνατά λες και θα με άκουγε. Σε άλλον μιλούσα μάλλον, στον ίδιο μου τον εαυτό.

Ο αέρας που έμπαινε από το ανοιχτό μου παραθύρι, έσβηνε τα κεριά στο πάτωμα, μα όσα επιβίωναν από τα νύχια του, ήταν αρκετά για να μη χάσω το μπουκάλι με την τεκίλλα από τα μάτια μου- ίσως και για να σωθώ από το σκότος που είχα επιλέξει να ζω.

Η λάμπα εκεί, με τυραννούσε. Όλα με τυραννούσαν. Σηκώθηκα και παραπατώντας από τη ζάλη μου μάζεψα τα πεταμένα μου στο πάτωμα ρούχα και πήγα για το συνηθισμένο ντους. Το είδωλο μου στον καθρέφτη έμοιαζε θλιβερό, η μάσκαρα απλωμένη γύρω από τα μάτια μου, τα μαλλιά μου ανακατεμένα και βρωμούσαν τσιγάρο. Εγώ ολόκληρη μύριζα αμαρτία, ηδονή και χέρια αρσενικού. Άφηνα το καυτό νερό να τρέχει πάνω μου έτοιμο να μου ανοίξει πληγές μα δε γινόταν αλλιώς- έπρεπε να φύγει η μυρωδιά. Πώς φεύγουν οι άνθρωποι, πώς χάνονται οι αγάπες κι οι καρδιές σα να μην υπήρξαν ποτέ και αυτή η μυρωδιά πώς κυλάει στις φλέβες μου και μολύνει το αίμα; Μάτωνα το κορμί μου τρίβοντας το με το σφουγγάρι μα η μπόχα τα βράδια με ξυπνούσε. Δεν έφευγε, είχε ποτίσει το κορμί μου κι ακόμη πιο βαθιά… Ως την ψυχή μου είχε φτάσει και φύτρωναν αγκάθια που τρυπούσαν το δέρμα μου.

Και πονούσα, όπως κάθε βράδυ που σκόνταφτα κι έπεφτα με τα μούτρα στο ανηφορικό μονοπάτι που είχα πάρει για να βρω την αγάπη. Κανείς δε μου χε χτυπήσει την καμπάνα του κινδύνου, κανείς δε μου χε πει πως ο δρόμος αυτός δεν είναι ίσιωμα, δεν έχει στις άκρες του ρόδα ανθισμένα. Είναι γεμάτος σκυλιά έτοιμα να σε κατασπαράξουν αν τους δώσεις σημασία, μα αν τα περιφρονήσεις και προχωρήσεις με το κεφάλι ψηλά ούτε που θα πλησιάσουν, και ανενόχλητη θα φτάσεις στον πιστό φύλακα σου.

Μα εγώ η πεισματάρα νόμιζα πως θα τα καλοπιάσω, θα τα φέρω στα νερά μου τα σκυλιά και κάποιο θα με αγαπήσει και θα χω βρει την αγάπη στα μισά του δρόμου. Όμως αυτά έπαιζαν ύπουλο παιχνίδι, εκμεταλλευόντουσαν το ανόητο μυαλό μου που στη μανία του να βρει ένα φύλακα παραδινόταν στο κάθε τι. Ήταν μέχρι να τους δώσεις τροφή, κι ύστερα ορμούσαν πάνω σου για λίγο και σε εγκατέλειπαν. Κι εγώ μιας και βαριόμουν να γυρίσω πίσω, να πάρω άλλο δρόμο προχωρούσα στο επόμενο σκυλί.

Έτσι έλεγα τους άντρες, σκυλιά. Μόνο που εννοούσα τα κακά σκυλιά, τα λυσσασμένα που δεν έχουν μάθει να ζουν με ανθρώπους και δε γνωρίζουν από ψυχές. Αν βρεθείς στο μέρος τους σε περικυκλώνουν και θες δε θες δένεσαι μαζί τους και συμφωνείς με μια δίκαιη ανταλλαγή. Σου προσφέρουν μια πλασματική συντροφιά κι εσύ το κορμί σου για να μην πεινάσουν.

Πίστευα πως έτσι πρέπει να γίνει, πώς η αγάπη είναι σαν ένα ρούχο που για να το πάρεις πρέπει πρώτα να το δοκιμάσεις. Μα όπως στους καθρέφτες των καταστημάτων όλα μοιάζουν ωραία πάνω σου, έτσι και τα λόγια των αντρών στην αρχή σε γοητεύουν και δεν αργείς να πέσεις στην παγίδα. Με μια δεύτερη ματιά, κάτι σε στενεύει, κάτι δε σου αρέσει και καταλήγεις ανικανοποίητος να ψάχνεσαι. Άντρες, άντρες, άντρες, αφηνόμουν στα χέρια τους τις νύχτες με την ελπίδα πως κάποιος θα με πάρει από το χέρι και δε θα φύγει χτυπώντας την πόρτα πίσω του τόσο βίαια, όσο βίαια έδειχνε το πάθος του σε όλο μου το είναι.Και ξέρεις, όταν η φωτιά του πάθους διεγείρει, η ορμή της υποταγής γίνεται εντονότερη κι η αμαρτία γίνεται κι αυτή σκληρός τύραννος, χειρότερος από δυνάστη που ζητάει ξανά και ξανά. Και δε δίνει τίποτα…

Ούτε μια κουβέντα αγάπης, παρά μόνο βαριές αρσενικές ανάσες που βρήκαν ελέυθερο έδαφος για τις ορέξεις τους. Το κορμί μου το σιχαινόμουν, έμοιαζε με δέντρο που το έχεις ρημάξει και δεν πρόκειται να σου δώσει καρπούς. Δεν το είχα καθαρό, δε μύριζε αγάπη. Απελπισία μύριζε κι αυτή η καταραμένη βρωμάει.

Το λουλούδι που σε μεθάει με τη μυρωδιά του, αυτό θα βάλεις στον κήπο σου να το κρατήσεις για πάντα. Όχι τα άλλα.Μα δεν το ήξερα.