Άρθρο: Μαριέτα Δημουλά


Ο Χειμώνας -παντοτινά ερωτευμένος με την Άνοιξη- είπε φέτος να κάνει επίδειξη ρωμαλεότητας και διάρκειας, ώσπου η τεχνοτροπία του κατάντησε σα μια βαρετή μανιέρα ηθοποιού στεγνωμένου από έμπνευση και κουράγιο για κάτι διαφορετικό. Η Άνοιξη, ούσα γυναίκα που δεν ανέχεται να μην έχει την πίστα δική της, τρακαρισμένη που οι αμυγδαλίτσες της βίωναν ξεριζωμό απ’ τον αέρα και θρυψαλιάζονταν στο δρόμο, σήκωσε το βικτοριανό δαντελένιο φόρεμα της και με τα ροζ γοβάκια της έφυγε τσαντισμένη γι’ αλλού. Αορίστως μα γι’ αλλού. Το παιδί-Καλοκαίρι θα χρειαστεί να κάνει πένταθλο και να πίνει πολυβιταμίνες για να νικήσει τον εγωιστή Χειμώνα. Θα τα καταφέρει όμως· διαθέτει ορμή παλικαρίσια.

Έτσι, θα πλησιάσουν ήρεμα κι εκείνες οι ντόπες του θέρους με τα μακό μπλουζάκια και τις αστείες στάμπες. Θα ‘ρθουν, σου λέω, καταπάνω μας και θα μυρίζουν αντηλιακό. Θα ξεχειλίσουν οι δρόμοι με μπράτσα γυμνά και πέδιλα. Δερμάτινα. Το ράδιο θα παίζει τραγούδι για “κυκλαδίτικο χαμίνι” και συ κάπου στην Κηφισιάς στριμωγμένος σε λωρίδες θα οραματίζεσαι θρυλικά απογέματα στο Σούνιο με το μάτι αραγμένο σε έναν ήλιο που καταπίνει η θάλασσα. Ύστερα, θα σκανάρεις τις συναυλίες, θα λες: “Α! Και σε αυτήν να πάμε!”, θα ξενυχτάς σε μπαλκόνια με γιασεμιά σε πρόωρη ανάπτυξη και θα κλαις ανεξήγητα με τη φωνή της Elizete Cardoso στο Manhã De Carnaval. Ανεξήγητα; Η διαπίστωση πως αυτό που σε πονά σου πλασάρει και πιο αλμυρή έμπνευση από κείνο που σε προστατεύει, θα μπορούσε να μετατραπεί σε επιδίωξη άμα οι αμυντικοί μηχανισμοί δεν σε έσωζαν.

Η καθημερινότητα πάσχει σε θέμα λογικής. Ματαίως, εκλογικεύεις το πρόβλημα. Το βάζεις μπουγάδα, το στεγνώνεις, το σιδερώνεις και μυρωδάτο πίσω στη ντουλάπα. Μετά από λίγες μέρες, ξεχειλωμένο και βρόμικο, πεταμένο πάλι μπρος σου.

Aπαιτεί έντονη καταπίεση ενστίκτων και θρυμματισμό προσωπικότητας το να χρειάζεται να ακολουθείς το ρεύμα. Περιφέρουμε ένα σλόγκαν-στάμπα “be different, be unique”, κι από την άλλη όμως προσδοκάμε κι απαιτούμε μια ομαδικότητα, ή για να είμαστε πιο ειλικρινείς με τους εαυτούς μας, μια ομαδοποίηση.

Τα όνειρα δεν έχουν θέση. Ρετρό πολυτέλειες. Τώρα, κοιτάς την επιβίωση. Έτσι σε εκπαίδευσαν. Γραπώνεσαι από κείνα που σου δίνουν λεφτά και προσαρμόζεσαι. Άλλες δουλειές και άλλοι χώροι από κείνους που λαχταρούσες μικρός σαν έτρωγες κεράσια στις αυλές. Τώρα, παντού τσακωμοί. Με σένα ή χωρίς. Πετάμε πινέζες ο ένας στον άλλον. Κι ας χτίζουν κάστρα στο κομοδίνο τα βιβλία ψυχολογίας. Κάθε βράδυ λειαίνεις τα νύχια σου για να μην τα μπήξεις. Στους άλλους ή πάνω σου. Όσο ο ύπνος σε μουλιάζει όμως, ένα τριζόνι σε προσγειώνει στη Bairo Alto για να εισπνεύσεις λισαβινιώτικο αέρα και να τρυπώσεις σε μωσαϊκά χρωμάτων. Κοιμήσου ήσυχος – για λίγο.

Θέλω ν’ αρχίσω να φιλάω στο στόμα εκείνους που με κάνουν να γελάω. Μεγαλόπρεπα. Μπολιάζουν τις πληγές με βάμμα ιωδίου. Δε μου πες… θα διώξεις το Χειμώνα για χάρη μου;