Άρθρο: Γιάννα Παπαπαύλου
Αρχιτέκτων Μηχανικός ΕΜΠ


«Ούτε ευτυχισμένος
Ούτε δυστυχισμένος
Απλώς,
Μια επιφάνεια
Που πάνω της κάνει τσουλήθρα ο χρόνος», Χρίστος Λάσκαρης

Ο Johnny Marco είναι ένας σταρ του Χόλλυγουντ. Η ζωή του είναι δομημένη γύρω από ακριβά αμάξια, πάρτυ και γνωριμίες με όμορφες γυναίκες. Αν και ο ίδιος αποτελεί κομμάτι ενός φαινομενικά μεγάλου κάτι, εντούτοις η ζωή του ουσιαστικά είναι δομημένη γύρω από ένα τίποτα.

Η Sofia Coppola σκηνοθετεί την γκλαμουράτη ζωή του Johnny Marco με μια τόσο εξονυχιστική και ενδοσκοπική ματιά που μέσα από την παραφωνία της χολλυγουντιανής ζωής, απομονώνει και φανερώνει τον πραγματικό του κόσμο.

Η ταινία αποτελεί μια σχεδόν οδυνηρή θέαση του ταυτόχρονου κορεσμού και κενότητας ενός ατόμου. Η πρόκληση της ανάδειξης των δύο αυτών διαμετρικά αντίθετων και οξύμωρων καταστάσεων, επιτυγχάνεται μέσω της αποσιωποίησης της δράσης ή ίσως του επαναπροσδιορισμού της, σύμφωνα με την ανία του πρωταγωνιστή.

Η κάμερα στατική και ακίνητη καταγράφει τετριμμένες πτυχές της καθημερινότητας του στην ολότητά τους. Χαρακτηριστικές είναι οι σκηνές στην ταινία όπου ο Johnny οδηγεί άσκοπα στους δρόμους του Λος Άντζελες. Ο διάλογος ή κάποια δράση απουσιάζει. Το μόνο που βλέπουμε είναι το κοντινό πλάνο στο πρόσωπο του και το μόνο που ακούμε είναι ο δυνατός ήχος του αυτοκινήτου του.

Καθόλη τη διάρκεια της ταινίας συναντάμε το συγκεκριμένο πλάνο. Πρόκειται για μια ενορχήστρωση της επανάληψης, όπου «οι αργές λήψεις που καταγράφουν το νεκρό χρόνο, temps mort, ή ένα συγκεκριμένο εφέ ήχου που λαμβάνει υπόσταση καθώς δομείται σε μοτίβα, υπαγορεύουν το συναισθηματικό τόνο της ταινίας. Υπερισχύουν ως οργανωτικά και ενοποιητικά στοιχεία τα οποία αντικαθιστούν την έλλειψη της αφηγηματικής δράσης».

Παρόμοιες σκηνές όπου τα γεγονότα αφήνονται να εξελιχθούν χωρίς κάποια ιδιαίτερη εμπλοκή του ιδίου σε αυτά, διέπουν την ταινία. Η ανία και η αποξένωση από τα γεγονότα αποτελούν τη βαρύτητα της ζωής του, ιδίως σε στιγμές που αν μη τι άλλο απαιτούν την άμεση εμπλοκή του, όπως όταν αποκοιμιέται στη μέση της σεξουαλικής πράξης ή μετά από ιδιωτικό στριπ σόου.

Όμως ακόμη κι όταν είναι ξύπνιος, αυτό δεν προϋποθέτει την εγρήγορση και συμμετοχή του στην εξέλιξη της καθημερινότητας του. Αντιθέτως, παρακολουθούμε την αποστασιοποίηση και παθητικότητα του. Τίποτα δεν τον ελκύει ή απωθεί, τίποτα δεν του κινεί το ενδιαφέρον, του είναι όλα βαρετά κι έτσι απλά υπάρχει. Υπάρχει σε μια κατάσταση ούτε δυσάρεστη ούτε ευχάριστη αλλά κυρίως επώδυνα επιμηκυσμένη. «Μια διαστρεβλωμένη αίσθηση του χρόνου, όπου ο χρόνος μοιάζει να περνάει αργά είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της ανίας. Πράγματι, ο όρος «ανία» στα γερμανικά είναι langeweile, που κυριολεκτικά μεταφράζεται ως “μεγάλη χρονική περίοδος”».

Ως θεατές μας παρουσιάζονται σκηνές μεγάλης χρονικής διάρκειας, όπου παρακολουθούμε τον πρωταγωνιστή να τρώει, να κολυμπάει, να κάνει ηλιοθεραπεία, να περιφέρεται στους διαδρόμους του ξενοδοχείου όπου διαμένει, κι όλα αυτά διαδραματίζονται σε ευρύ πλάνα με φόντο ένα στείρο αστικό και φυσικό τοπίο.

Η σύνθεση των πλάνων της Coppola θυμίζουν πίνακες του Edward Hopper, ενός ζωγράφου που με ποιητική ευαισθησία αποτύπωνε στους πίνακες του την απομόνωση της μοντέρνας ζωής. «Ο άνθρωπος στο έργο του Hopper είναι μια μικρή σπίθα ζωής παγιδευμένης στα σπλάχνα μιας αρχιτεκτονικής ή βιομηχανικής παγίδας».

Αρκετά συχνά νιώθουμε ότι ο πρωταγωνιστής χάνεται από το περιβάλλον το οποίο τον πλαισιώνει. Καθώς βγαίνει στο μπαλκόνι του δωματίου του φαίνεται τόσο μικρός μπροστά στα φώτα της πόλης που ξεδιπλώνονται μπροστά του. Το βλέμμα του προσηλώνεται στη φωτισμένη γιγαντοαφίσα με το πρόσωπο μιας γυναίκας τυπωμένο επάνω.

Τέτοιες ματιές έχει ανταλλάξει πολλές, χωρίς στην προκειμένη περίπτωση η ειδοποιός διαφορά να αποτελεί το γεγονός ότι τα απέναντι μάτια είναι τα επίπεδα ματια ενός τυπωμένου προσώπου σε ένα γιγάντιο πίνακα διαφημίσεων.

Ο ίδιος, χαμένος σε μια δίνη ορίων όπου υπάρχει και δεν υπάρχει, προσπαθεί να δει τον εαυτό του στο βλέμμα κάποιου άλλου, αλλά είναι αδύνατο να καθρεπτιστεί καθώς και αυτοί του εναποθέτουν αυτό που οι ίδιοι θέλουν να δουν, το Johnny Marco, το σταρ του Χόλλυγουντ.

Στη διάσκεψη τύπου για την νέα του ταινία, ανάμεσα σε γενικές ερωτήσεις, του διατυπώνεται η δυσκολότερη ερώτηση που θα μπορούσε κανείς να του κάνει:

«Ποιος είναι ο Johnny Marco;»

Αυτή είναι η μόνη σκήνη που κλείνει βίαια, με τελευταίο πλάνο αυτό ενός μπερδεμένου κι αμήχανου Johnny Marco. Αν θα μπορούσε να απαντήσει ίσως να ήταν ένα απόσπασμα από τον «Αόρατο Άνθρωπο» του Ralph Ellison:

«Είμαι αόρατος γιατί οι άνθρωποι αρνούνται να με δουν. Όταν με προσεγγίζουν βλέπουν μόνο ότι με περιβάλλει, τους εαυτούς τους ή αποκυήματα της φαντασίας τους. Πράγματι, οτιδήποτε εκτός από εμένα.»

Το μόνο άτομο με το οποίο μπορεί να συσχετιστεί και να έχει ως σημείο αναφοράς, είναι η εντεκάχρονη κόρη του Cleo. Η Cleo είναι ένα έξυπνο, γλυκό και χαρισματικό κορίτσι. Αν και επισκέπτεται τον πατέρα της εβδομαδιαίως, αναπτύσσει μια όμορφη δυναμική μαζί του, όταν αναγκάζεται να μείνει για περισσότερες μέρες καθώς η μητέρα της αδυνατεί να την παραλάβει λόγω διακοπών στο εξωτερικό.

Η Cleo με τη φρέσκια παιδικότητα της μας υπενθυμίζει πως είναι να λαμβάνεις γνήσια ευχαρίστηση από την καθημερινότητα της ζωής. Απολαμβάνει τη μαγειρική, το παγωτό, το κολύμπι, τα παιχνίδια, τις συνομιλίες με τους άλλους ανθρώπους και την παρουσία του πατέρα της.

Η Cleo δε μένει στατική, συμμετέχει κι αισθάνεται την ύπαρξη της στον κόσμο μεσα από τη ζωντάνια του σώματος της. Η Coppola αναδεικνύει αυτή την αντίθεση της ζωντάνιας της Cleo με τη στατικότητα του Johnny, μέσα από πλάνα όπου η ίδια κολυμπάει ξέφρενα ή χορεύει με χάρη, καθώς ο πατέρας της κάθεται ακίνητος και την παρακολουθεί. Αυτή τη φορά όμως όχι με την αποστασιοποίηση που έχουμε συνηθίσει στο Johnny, αλλά με το βλέμμα του πατέρα που καμαρώνει και χαίρεται το χρόνο που περνάει με την κόρη του.

Η Cleo άλλωστε είναι η μόνη γυναίκα στη ζωή του της οποίας το όνομα δε συγχέεται ή ξεχνιέται ποτέ. Σε αρκετές σκηνές οι περισσότερες γυναίκες που περνούν από τη ζωή του Johnny είναι ανώνυμες ή το όνομά τους μπερδεύεται, όπως στην περίπτωση των δίδυμων στρίπερ, των οποίων ο Johnny είναι τακτικός πελάτης. Η Chloe ειναι μοναδική, δε χάνεται στην επανάληψη, αντιθέτως το όνομα της διακρίνεται γραπτώς στο γύψο που έχει ο Johnny στο χέρι του, μετά από ένα μικροατύχημα που είχε.

Ειναι το μόνο άτομο που μπορεί να αφήσει το στίγμα του στο γύψο του χεριού του Johnny αλλά κυρίως στην καρδιά του. Μετά την αποχώρηση της ο Johnny έρχεται ξανά αντιμέτωπος με την κενή ύπαρξη του και καταρρέει. Κλαίγοντας καλεί την πρώην σύζυγο του και μητέρα της Cleo:

«Είμαι ένα τίποτα.. Ούτε καν άτομο. Δεν ξέρω τι να κάνω.. Μπορείς να έρθεις από εδώ;»

Αν και αφουγκράζεται για βοήθεια αφήνεται μόνος να αντιμετωπίσει τη συνειδητοποίηση της μοναξιάς του.

Στην επόμενη και τελική σκηνή, ο Johnny μας παρουσιάζεται για μια ακόμη φορά μέσα στο αμάξι του. Ακολουθεί το ίδιο συνήθειο των άσκοπων διαδρομών του. Αυτή τη φορά όμως βγαίνει εκτός Λος Άντζελες όπου μένει, και κατευθύνεται προς τον ανοιχτό ορίζοντα της τεράστιας ερημικής λεωφόρου.

Ξαφνικά σταματάει και σβήνει τη μηχανή του αυτοκινήτου, της οποίας ο ήχος ήταν κυρίαρχος καθόλη τη σκηνή. Περπατάει μόνος υπό τον ήχο αποκλειστικά της σκέψης του και μας χαμογελάει… Πλέον γνωρίζει τον προορισμό του και αυτός είναι ο εαυτός του.


Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Çağlayan, O. (2014) “Screening boredom. The history and aesthetics of slow cinema”. University of Kent PhD thesis, σελ.26.

Eastwood, J., Frischen A., Fenske M. & Smilek D. (2012) “The unengaged mind. Defining Boredom in Terms of Attention”. Perspectives on Psychological Science 2012 7: 482, σελ.489

Ellison, R. (2010). “Invisible Man”. Knopf Doubleday Publishing Group, New York, σελ.3.