Άρθρο: Ευτυχία Παπαγιάννη
Ψυχολόγος
Υπ. Διδ. Διαπροσωπικών Σχέσεων και Επιρροής
Παντείου Παν/μίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών


Έρωτας, αγάπη, συνήθεια. Τα όρια αρκετές φορές δυσδιάκριτα και οι διαχωριστικές γραμμές όχι αυστηρά τοποθετημένες. Ας κάνουμε μια προσπάθεια αποσαφήνισης.

Σύμφωνα με την “Τριγωνική Θεωρία του Έρωτα”, αυτός αποτελείται από τα εξής συστατικά: την εγγύτητα, το πάθος και την απόφαση/δέσμευση. Η εγγύτητα αποτελεί το θυμικό στοιχείο του έρωτα. Είναι αυτό που νιώθουμε όταν είμαστε “κοντά”, όταν μοιραζόμαστε όταν αυτο-αποκαλυπτόμαστε. Το πάθος αποτελεί τη φυσική ερωτική έλξη, τη σεξουαλική επιθυμία. Είναι τα ορμέμφυτα που οδηγούν στον ερωτικό πόθο. Τέλος, η απόφαση/δέσμεση, αν και στερείται έντασης, σε σχέση με τα προηγούμενα, εν τούτοις αναφέρεται στην απόφασή μας να αναπτύξουμε ερωτική σχέση με κάποιον άλλο καθώς και στην απόφαση να τη διατηρήσουμε.

Η ποιότητα της αγάπης θα εξαρτηθεί από την ένταση και την ισχύ της εγγύτητας, του πάθους και της απόφασης/δέσμευσης. Ενώ τα είδη των σχέσεων, που θα προκύψουν, εξαρτώνται από την αναλογία των παραπάνω συστατικών. Πιο συγκεκριμένα,

• “Ο ολοκληρωμένος έρωτας”, όπου και τα τρία συστατικά υπάρχουν στο μέγιστο βαθμό.
• “Ο άφρονος ή ρομαντικός έρωτας”, όπου είναι παρόντα τα δύο από τα τρία συστατικά (πάθος και δέσμευση). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι παρορμητικοί γάμοι, όπου οι σύντροφοι δεν έχουν προλάβει να γνωριστούν και συχνά οδηγούνται σε διάλυση.
• “Η ρομαντική σχέση”, όπου πάθος και εγγύτητα υπερτερούν δίχως οι εραστές να συγκλίνουν προς τη δέσμευση.
• “Ο συντροφικός έρωτας”, ο οποίος υπερτερεί σε διάρκεια σε σχέση με τα προηγούμενα είδη και περιέχει την εγγύτητα και τη δέσμευση.
• “Ο κεραυνοβόλος έρωτας”, εδώ υπάρχει μόνο ένα συστατικό, το πάθος, και ο έρωτας αυτός είναι ευάλωτος στην ανία και τη διάρκεια.
• “Ο κενός έρωτας”, όπου και δω υπάρχει μόνο ένα συστατικό, αυτό της εγγύτητας. Πρόκειται συνήθως για γάμους που έγιναν από συμφέρον ή προξενειό.
• “Η απλή αρέσκεια”, όπου υπάρχει η ζεστασιά και η εγγύτητα, δίχως όμως να υπάρχει πάθος. Θα μπορούσε να συγκριθεί με μια βαθιά φιλία.

Επομένως πριν αποφανθούμε πως ο έρωτάς μας έγινε συνήθεια, ας αναλογιστούμε σε ποια κατηγορία θα τον κατατάσσαμε, από ποια στοιχεία δηλ. αποτελείται και πως αυτά τα συστατικά θα μπορούσαν οι σύντροφοι να τα ενισχύσουν ή και να τα εμπλουτίσουν. Ή ακόμη καλύτερα πως θα μπορούσαμε να μεταπηδήσουμε από το “μου αρέσεις” στο “σε θέλω σύνtροφο στη ζωή μου” Ακόμη, η παραπάνω κατάταξη μας παροτρύνει να προβληματιστούμε και για τις μεγάλες προσδοκίες που εναποθέτουμε σε ένα “κεραυνοβόλο” έρωτα ή αντίθετα σταματάμε να προσπαθούμε για ένα “συντροφικό”, θεωρώντας την κατάκτηση πιο σημαντική από τη διατήρηση της σχέσης.

“Ήταν μια συνηθισμένη σχέση…, Ο γάμος μας έχει καταντήσει συνήθεια…., Τον/την έχω συνηθίσει τόσο που δεν βρίσκω ενδιαφέρον..” είναι μερικές από τις φράσεις που λέμε, ακούμε. Πρόκειται για συχνούς προβληματισμούς των ανθρώπων που βρίσκονται σε μακροχρόνιες σχέσεις.

Οι συνήθειες, “έξεις”, κατά τον Αριστοτέλη, είχαν ηθική διάσταση και αφορούσαν στα μόνιμα στοιχεία του χαρακτήρα μας που αποκτήθηκαν ύστερα από επίμονη άσκηση και επανάληψη συγκεκριμένων ενεργειών. Σήμερα ο όρος έχει αποκτήσει ψυχολογικό περιεχόμενο και έτσι η συνήθεια είναι αποτέλεσμα επανάληψης και μάθησης. Πρόκειται για συμπεριφορά που επαναλαμβάνεται όχι πάντα συνειδητά.

Το να βαριόμαστε ορισμένες φορές με το σύντροφό μας, να μη βρίσκουμε και πολύ ενδιαφέρον στις εξόδους μας ή να συνευρισκόμαστε σεξουαλικά πιο αραιά, μπορούν να αποτελούν ενδείξεις πως η σχέση χρειάζεται ανανέωση, αναθεώρηση και ενίσχυση. Εφόσον, βέβαια, και οι δύο πλευρές συγκλίνουν στη διατήρηση του “μαζί”. Αν αυτό δε συμβαίνει και ο ένας από τους δύο θέλει να εγκαταλείψει τη σχέση, τότε τίποτα δεν πρόκειται να τους ικανοποιεί, εφόσον η εκάστοτε πρόθεση είναι διαφορετική.

Ο ένας επιθυμεί τη διατήρηση.
Ο άλλος επιθυμεί τη διάλυση.
Και αυτός που επιθυμεί τη διάλυση είναι και αυτός που συχνά φέρνει στην επιφάνεια ζητήματα όπως βαρεμάρα, ανία, πλήξη.

Επομένως αυτό που πραγματικά προκύπτει είναι ότι η πρόθεση διατήρησης της σχέσης και από τους δύο συντρόφους, μπορεί να είναι πιο δυνατή από τη δύναμη της συνήθειας.

Οι διαπροσωπικές σχέσεις όμως δέχονται και εξωτερικές επιρροές. Τα περισσότερα πράγματα γύρω μας κινούνται πλέον με γρήγορούς ρυθμούς: fast food, fast cars, fast sex. Η εναλλαγή ερωτικών συντρόφων είναι ασυνείδητα επιβεβλημένη και πολύ cool, ενώ μια μακροχρόνια σχέση έχει περάσει στη σφαίρα του banal. Οι “συναρπαστικές” σχέσεις των εξωφύλλων μας θέλουν τέλειους συντρόφους, χωρίς τριβές και εμβάθυνση στα συναισθήματά μας. Οι δυτικές κοινωνίες πιέζουν πλέον περισσότερο προς τον ατομικισμό. Επιβραβεύουν την ικανότητα να τα κάνεις όλα μόνος σου, προσδίδουν στην ατομικότητα περισσότερη αξία και δαιμονοποιούν την υγιή εξάρτηση από τους άλλους. Αν η κοινωνία στην οποία διαβιούμε μας ενθαρρύνει να σκεφτόμαστε μόνο για τον ευατό μας και μας επιβραβεύει για αυτό, τότε το πιθανότερο είναι αυτό τον τρόπο ζωής να τον μεταφέρουμε και στις σχέσεις μας. Τούτο συνεπάγεται πως γινόμαστε πιο εγωκεντρικοί, μεγαλομανείς και τόόόόσο απασχολημένοι με το να υπερφροντίζουμε τον εαυτό μας, να τον φωτογραφίζουμε και να τον εξουθενώνουμε στα γυμναστήρια που δεν μένει χρόνος και διάθεση ώστε να “ακούσουμε”, “να συναντηθούμε” με τον άλλο .

Και κάπως έτσι επέρχεται ανία, βαρεμάρα και πολλές ματαιώσεις, διότι η πραγματικότητα είναι εδώ να υπενθυμίζει, σε όποιον θέλει να τη δει, πως η συντροφικότητα δεν είναι κάτι κεκτημένο, απαιτεί δουλειά και αφοσίωση. Και αυτός είναι ένας δύσκολος δρόμος.

Ετσι, λοιπόν, προτού φτάσουμε να πούμε “Σε βαρέθηκα!”, ας αναλογιστούμε για μια στιγμή τη δική μας ευθύνη, πρόθεση και προσφορά στη σχέση, καθώς και τις κοινωνικές νόρμες τις οποίες ασυνείδητα τρέχουμε να επιβεβαιώσουμε.


 Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Αριστοτέλους Ηθικά Νικομάχεια, Ι–ΙΙ. Μτφρ. Β. Μοσκόβης (1993). Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.

Lykes, V. A. & Kemmelmeier, M. (2014). What Predicts Loneliness? Cultural Difference Between Individualistic and Collectivistic Societies in Europe. Journal of Cross-Cultural Psychology, 45(3), 468-490.

Κορδούτης Π. Τα Συστατικά Στοιχεία του Έρωτα κατά την Τριγωνική Περί Έρωτος Θεωρία του R. J. Sternberg. Παν/κές Σημειώσεις. Τμήμα Ψυχολογίας. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσ/νίκης.

Sternberg, J. R. (1986). A Triangular Theory of Love. Psychology Review, 93, 119-135.

Sternberg, R. J. (1988). Sternberg’s Triangular Love Scale (adapted) from The Triangle of Love. Basic Books, a division of HarperCollins Publishers.