Άρθρο: Ευτυχία Παπούλια
Κοινωνιολόγος

Επιμέλεια: Μαρία Κασσεροπούλου
Φιλόλογος

 

Ανάσκελα με κατακόκκινο κραγιόν, ανακατεμένο μαλλί κι ένα γυμνό ώμο- φωτογραφία που στους αθώους έδειχνε ένα ερωτικό κορίτσι και στους άλλους θύμιζε τα σκοτεινά στενά της Αθήνας όπου τα ξέφρενα θηλυκά με τα μίνι χορεύουν και πίνουν μέχρι λιποθυμίας, στην υγειά ενός έρωτα που δεν ήρθε ποτέ για να μείνει. Αυτό έβλεπες μπροστά σου όταν πληκτρολογούσες το όνομα μου στα κοινωνικά δωμάτια του διαδικτύου- σχήμα οξύμωρο αν σκεφτείς πως βγαίνοντας, είσαι πιο αντικοινωνικός και μόνος από ποτέ.

Δεν πάσχιζα νυχθημερόν για ένα like στις σέλφι μου, ούτε με χαρακτήριζαν οι ανασφάλειες και τα βαρύγδουπα των ειδικών, μα ήθελα μόνο τα όμορφα μου να χαρίζω στο κοινό. Όχι τις λύπες, το τσαλάκωμα δεν ήταν στα φόρτε μου και το κρατούσα μυστικό στο αληθινό μου δωμάτιο, αρνούμενη να το αγαπήσω.

Έτσι την πάτησες κι εσύ όμορφε Θεσσαλονικιέ, με τα μεγάλα μάτια που κούραζες κοιτώντας κάθε λεπτομέρεια στο “προφίλ” μου. Έψαχνες για αυτό το ψεγάδι που’ χα φροντίσει να μη δεις. Κατάπινες αμάσητο καθετί που σε τάιζα μ’ αυτό το γυάλινο κουτάλι- ίδιο υλικό που κάποιοι φτιάξαν τις οθόνες που μας πήραν τη ζωή..

Κι έλεγες, θες να πιάσεις το χέρι μου, να βγάλεις απ’ τα χείλη μου το κόκκινο κραγιόν, να σπάσεις την οθόνη κι ένα ένα τα κομμάτια της ψυχής μου να τα πάρεις αγκαλιά. ΄Ελεγες πως εύχεσαι να είμαι αυτό που βλέπεις στην οθόνη. “Μεγάλα λόγια” σου έλεγα, μα εσένα σου αρέσουν τα μυστήρια και τρως το χρόνο σου για να τα λύσεις. Έλεγες πως μ’ έχεις ήδη ερωτευτεί, πως μπορεί να συμβεί κι αυτό, και θα έρθεις να με πάρεις. Με ένα σακ βουαγιάζ γεμάτο λύπες και χαρές του παρόντος, τον καλό και κακό μου εαυτό και τόσα όνειρα, πρόσμενα να σε αγγίξω.

Στις 9.00 κάπου στην Πλάκα, σα να περίμενα αυτόν που ξημερώναμε χρόνια μαζί, αυτόν που τα ‘ξερε όλα δίχως να ξέρει τίποτα. Μέσα στο πλήθος που ξεπορτίζει το Σαββατόβραδο, έψαχνα κάποιον που θυμίζει το αγόρι που χάζευα μήνες σε μια οθόνη. Πριν κοιταχτούμε στα μάτια, πόσο σφιχτά με αγκάλιασες! Δυο άγνωστοι πιασμένοι από το χέρι- έπαιρναν όρκο οι βολταραίοι πως η καψούρα ήταν μαζί μας για καιρό… Κι εμείς, δυο άγνωστοι λογαριασμοί, δυο επεξεργασμένες φωτογραφίες που περπατούσαμε αγκαλιά.

Ένα κόκκινο κρασί, κι άλλο κρασί… Το πιο γλυκό μεθύσι, γέλια ως το Θεό και θέα την Ακρόπολη. Δεν κάναμε ερωτήσεις, οι κουβέντες αν και τραυλισμένες κυλούσαν μόνες… Το μόνο που ρωτούσες ήταν για κείνο το φόβο στα μάτια μου… “Πού πάμε;” σου έλεγα μέσα στη ζάλη μου. Θυμάσαι; Κι εσύ μόνο με φιλούσες για να μη φλυαρώ…

Ένα λευκό κρασί, κι άλλο κρασί. Το πιο πικρό μεθύσι με θέα από το παράθυρο την παλιά Αθήνα που μου ’χες πει πως θα αποχαιρετίσουμε μαζί. Φόρεσα το πουκάμισο σου και καθισμένη δίπλα στο παραθυρόφυλλο σου εξιστορούσα κομμάτια και πληγές του παρελθόντος, με τη ζάλη απ’ το κρασί να μ’ έχει τσαλακώσει σα φύλλο εφημερίδας, να μ έχει ξεγυμνώσει ανεπανόρθωτα.

Μου ‘πες δεν είμαι τόσο όμορφη χωρίς το κόκκινο κραγιόν, τα δάκρυα μουντζουρώνουν τα μάτια μου και γίνομαι χάλια. Απογοήτευση…

Δεν ήμουν αυτό που περίμενες Θεσσαλονικιέ, δε θα ζητήσω συγγνώμη. Δεν είμαι δυο φωτογραφίες, δυο χιουμοριστικές αναρτήσεις που σου κρατούν συντροφιά τις άυπνες νύχτες στη Θεσσαλονίκη. Έχω αίμα, έχω δάκρυα, ψυχή μα και χαμόγελα πολλά και εκπτώσεις δεν κάνω σε τίποτα.

Σε είδα να κοιμάσαι γλυκά κι έφυγα βιαστικά. Στον καθρέφτη του ασανσέρ, έβαψα κόκκινα τα χείλη μου τελευταία φορά, πέταξα το κραγιόν στον κάδο και τράβηξα προς το σπίτι. Τέλος οι ψεύτικες φωτογραφίες, τέλος οι φιλοσοφημένες αναρτήσεις και οι ψαγμένες μουσικές που γοητεύουν δίχως να γοητεύω εγώ.

Από δω και πέρα, αυτός που θα αγαπήσει τις λύπες μου, θα δει να γίνομαι ευθύς η μεγαλύτερη χαρά του. Όλοι οι άλλοι, κάντε στην άκρη.