Άρθρο: Γιώργος Παραδείσης
Ψυχολόγος


«Εμπειρία είναι το όνομα που δίνουν οι άνθρωποι στα λάθη τους», O.Wilde

Θυμάμαι την στιγμή που ακούγοντας μαθηματικά μέσα σε ένα κατάμεστο αμφιθέατρο, αναρωτήθηκα για πρώτη φορά εάν τελικά μου αρέσει το πολυτεχνείο.

Δε θα ξεχάσω ποτέ την χρονιά που ακολούθησε αυτή τη στιγμή για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι όχι, δε μου αρέσει καθόλου. Ούτε τους εφιάλτες που ήρθαν όταν διαπίστωσα ότι όχι απλώς δε μου αρέσει, αλλά δεν το αντέχω κιόλας. Έπρεπε να φύγω από εκεί όσο το δυνατόν συντομότερα.

Είχα ήδη 24 μήνες να περάσω μάθημα, βρισκόμουν στο μέσο του πέμπτου έτους και δεν είχα καμία όρεξη να ασχοληθώ με αυτό το πτυχίο. Τα λιγοστά μαθήματα που μου άρεσαν τα είχα ήδη περάσει και απέμενε ένα βουνό από μαθηματικά και ηλεκτρολογικές αηδίες.

Πέντε πεταμένα χρόνια. Τρία από αυτά μέσα στις τύψεις, το άγχος και τις ενοχές. Τελειώνοντας το λύκειο, δήλωσα μια σχολή που δεν ήξερα τι περιλάμβανε και η οποία, τελικά, δεν μου ταίριαζε καθόλου. Κατέληξα στα 22 μου να έχω πετάξει πέντε χρόνια από τη ζωή μου, μόνο και μόνο επειδή έκανα ένα λάθος στα 17.

Αυτό το μοιραίο λάθος κατέληξε να με καθορίζει για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα κατά το οποίο παρέμεινα στο Πολυτεχνείο και δε θα σταματούσε εκεί. Καθ’ όλη τη διάρκεια των σπουδών μου στην ψυχολογία, ήμουν αυτός ο οποίος δεν τα κατάφερε, αυτός ο οποίος τα παράτησε, αυτός που «την έκανε για μια πιο εύκολη σχολή». Το λάθος μου με καθόριζε όχι μόνο εσωτερικά, μέσω της δικής μου σκέψης, των ενοχών και του συναισθήματός μου, αλλά και εξωτερικά -κοινωνικά -με τρόπους τους οποίους δεν μπορούσα να ελέγξω.

Όταν περνούσα χρόνο στην πόλη την οποία μεγάλωσα, συχνά μου τύχαινε να γνωρίσω ανθρώπους οι οποίοι μετά τις πρώτες συστάσεις αναφωνούσαν με περισσό ενθουσιασμό: «Α, Σε ξέρω! Είσαι αυτός που παράτησε το Πολυτεχνείο!»

Είναι σχετικά οξύμωρα όλα τα παραπάνω, αν σκεφτούμε ότι πολλοί ψυχολόγοι, με πάθος διατεινόμαστε πως δεν υπάρχει σωστό και λάθος. Στο επίπεδο της λογικής μπορεί κάτι τέτοιο να ισχύει. Κάθε επιλογή έχει τα υπέρ και τα κατά της. Είναι σωστή σε κάποια επίπεδα και λανθασμένη σε κάποια άλλα. Ακόμα και εξετάζοντας συγκεκριμένα το κάθε επίπεδο το αν είναι σωστή η επιλογή μας, δεν είναι κάτι απόλυτο. Μπορεί να είναι σωστή για εμάς ενώ για κάποιον άλλο όχι. Τι γίνεται όμως με το συναισθηματικό επίπεδο; Τι γίνεται όταν νιώθουμε βαθιά μέσα μας ότι αυτό που κάναμε ήταν ένα τεράστιο σφάλμα και μάλιστα μας είναι τόσο βαρύ που αισθανόμαστε ότι πλέον μας καθορίζει;

Το πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση μπορεί να εντοπιστεί συνήθως στην αιτιοκρατική θεώρηση των πραγμάτων που έχουμε υιοθετήσει από πολύ μικρή ηλικία. Οι άνθρωποι βρίσκουν ασφάλεια στα μαθηματικά και στους επαγωγικούς λογισμούς από την εποχή του Διαφωτισμού. Η αιτιοκρατική θεώρηση εξετάζει την πραγματικότητα λες και κινείται γραμμικά και δισδιάστατα. Στηριγμένη στην επαγωγή και στον νόμο της δράσης και της αντίδρασης, η σκέψη του θετικιστή βλέπει τα πάντα ως το αποτέλεσμα μιας σχέσης αιτίου και αιτιατού ή απλούστερα δράσης και αποτελέσματος.

Έκανα το τάδε το οποίο με οδήγησε στο δείνα που με τη σειρά του με έσπρωξε στο σήμερα και ούτω καθεξής.

Όταν αναλύω τα πράγματα με αυτόν τον τρόπο είναι πολύ εύκολο να εντοπίσω λάθη, αφού κάθε κίνηση προκαλεί τις επόμενες. Φυσικά πρόκειται για έναν παιδικό τρόπο ανάλυσης αφού δεν μπορώ ποτέ να λάβω υπ’ όψη μου όλες τις μεταβλητές και καταλήγω να εστιάζω σε αυτές που έχουν κάποια συναισθηματική φόρτιση για εμένα.

Παραβλέπω ακόμη ότι κάθε στιγμή κάνω άλλη μια επιλογή.

Το θέμα δεν είναι ότι δήλωσα στο μηχανογραφικό μου το Πολυτεχνείο, ούτε ότι πέρασα σε αυτό. Το θέμα είναι ότι επί 5 χρόνια δηλαδή για περισσότερες από 1.800 ημέρες, κάθε μέρα, επέλεγα να συνεχίσω να είμαι εκεί. Το θέμα είναι ότι κάθε μία από αυτές τις ημέρες έπαιρνα πράγματα και ζούσα καταστάσεις οι οποίες σήμερα είναι κομμάτι μου.

Από τις πιο απλές γνώσεις στα μαθηματικά και τη φυσική μέχρι τις εμπειρίες που έζησα μαζί με ανθρώπους, δεν υπάρχει στιγμή που να μη βρίσκω κομμάτια αυτών των ημερών στη σημερινή μου ζωή.

Πήρε πολλά χρόνια για να καταλάβω τι μου προσέφεραν τελικά τα χρόνια στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών, αλλά έχω πλέον διαπιστώσει ότι μόνο χαμένα δεν ήταν. Δεν επέλεγα κάθε μέρα να παραμείνω εκεί τυχαία. Έπαιρνα πράγματα, απλώς μέσα στην αγωνία της κατασκευής μιας επαγγελματικής ταυτότητας, δεν τα κοίταζα όλα αυτά. Είχα κολλήσει σε μία μεταβλητή. Το πτυχίο.

Η πραγματικότητα, όπως και η αιτιότητα δεν είναι γραμμικές. Τα λάθη δεν είναι οι επιλογές. Τα λάθη είναι ο τρόπος ανάγνωσής τους.

Όταν κοιτάμε τα πράγματα από την αρχή προς το τέλος, όταν προσπαθούμε να βρούμε τι προκάλεσε τι, τότε βλέπουμε αιτίες. Όταν όμως τα κοιτάξουμε από το τέλος προς την αρχή, μπορούμε να δούμε την συνολική εικόνα. Τότε βλέπουμε νόημα. Βλέπουμε την συνολική εικόνα. Βλέπουμε τον τρόπο με τον οποίο κάθε «λάθος» συνδυάστηκε με τα υπόλοιπα για να δημιουργήσει τον άνθρωπο που κοιτάμε στον καθρέπτη.

Τελικά το θέμα δεν είναι ποια επιλογή μπορεί να κριθεί ως σωστή ή λανθασμένη, αλλά με ποιο τρόπο αξιοποιήσαμε κάθε παλιά μας επιλογή, συνδυάζοντάς την με όλες τις υπόλοιπες, για να καταφέρουμε να οικοδομήσουμε αυτό το οποίο είμαστε σήμερα.

Οι επιλογές μου με καθορίζουν. Αν όμως τις βλέπω ως λάθη, τότε απλώς, δεν έχω φροντίσει ακόμη να τις αξιοποιήσω σωστά.


Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Frankl, V. E. (1963). Man’s search for meaning: an introduction to logotherapy. New York: Washington Square Press.