3   +   8   =  

Άρθρο: Μοσχούλα Κύρη
Φοιτήτρια θεατρολογίας


Θέρος του ‘14 στην πρωτεύουσα, εκ Ρόδου ορμώμενη με χαμόγελο όσο φαντάζει ο πλανήτης σύγκορμος, από τα πρώτα πράγματα που είχα στο νου μου, ήταν να ξεψαχνίσω κάθε γωνιάς βιβλιοθήκη και παλαιοπωλεία, παζάρια βιβλίων κι ενδεχόμενες εκθέσεις τους.

Η περιοχή του Πανεπιστημίου ήταν η καλύτερη επιλογή σε αυτά που έψαχνα, όπως με είχε δασκαλέψει μία φίλη που ήξερε από τούτα τα κατατόπια. Δίχως πολλά πολλά άρχισα να οργώνω τους δρόμους και τις οδούς, απολαμβάνοντας την αέναη κίνηση των περαστικών και τα μουρμουρητά σε κάθε καταχωνιασμένο καφέ που θα βρισκόταν στο διάβα μου.

Πολιτικά ζητήματα από τη μία, καλλιτεχνικά νοήματα από την άλλη, κατέλαβαν τη μερίδα του λέοντος στα μεσημεριανά εκείνα ακούσματά μου. Αυθωρεί και παραχρήμα, έκανα να μπω σε ένα βιβλιοπωλείο που απ’έξω θύμιζε αρχαιοπρεπή ναό, πλημμυρισμένο από κάθε είδους βιβλίου. Εδώ είμαστε.

Ανέβηκα στον τρίτο όροφο με τη σειρά Θέατρο και Τέχνη και με μπλαζέ ύφος άρχισα να χαζεύω αυτό το όμορφο χάος, ένα χάος που σκίρτησε μέσα μου σα λύτρωση. Μπρεχτ, Ίψεν, Σαρτρ, Μπέκετ, Κουν. Ο τελευταίος κλυτός σαν τους μεγαλύτερους Έλληνες θεατρικούς σκηνοθέτες. Για μένα ήταν τελικά ο κορυφαίος.

Το βιβλίο του “Κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας”, εσπευσμένα βρέθηκε στο ταμείο, καθώς ανυπομονούσα να επιστρέψω σπίτι και να παρασυρθώ με ευλάβεια στις σελίδες του. Έτσι κι έγινε.

Ο Κάρολος Κουν γεννημένος στην Προύσα το 1908, ήταν δημιουργός τέχνης και παιδαγωγός του θεάτρου. Μεγαλωμένος σε εύπορη οικογένεια, εξ’ απαλών ονύχων καταπιάστηκε με την τέχνη, ξεδιπλώνοντας το ταλέντο του σχηματίζοντας μελωδίες στην πιανόλα του σαλονιού, κεντώντας αριστοτεχνικά το χώρο και μετατρέποντάς τον σε σκηνικό θεάτρου. Ο ίδιος φοίτησε στη Ροβέρτειο Σχολή της Κωνσταντινούπολης και σπούδασε αισθητική στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης. Αργότερα,εργάστηκε ως καθηγητής Αγγλικών στο Κολλέγιο Αθηνών, όπου κι επιδόθηκε σε παραστάσεις με τους μαθητές του.

Παλλόμενη στις σελίδες του καινούριου μου βιβλίου, πιάνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται “άραγε τέτοιοι άνθρωποι θα ξαναυπάρξουν;” “o καλλιτέχνης γιατί δεν υποδέχεται το νέο μετά βαίων και κλάδων και στέκεται νοθρός στην ασφάλεια των έργων του;”

 O Κάρολος Κουν a priori έφερε την πρόοδο στο χώρο της τέχνης. Ίδρυσε τη Λαική σκηνή, με συνοδοιπόρους τον Γιάννη Τσαρούχη και τον δημοσιογράφο Διονύσιο Δεβάρη. Στα πρώτα χρόνια λειουργίας της Λαικής Σκηνής παρουσιάστηκαν σημαντικά έργα: Άλκηστη”, “Πλούτος”, “Ο κατά φαντασίαν ασθενής” και τα “Παντρολογήματα”.

Καθοριστική ήταν η συνεργασία του με τον Φώτη Κόντογλου και τη Μαρίκα Κοτοπούλη, καθώς απώτερος στόχος του ήταν να δημιουργήσει μια ομάδα αφοσιωμένη που να αντιμετωπίζουν το θέατρο ως λειτούργημα και όχι ως επαγγελματική ενάσχοληση. Έτσι κι έκανε. Την περίοδο της γερμανικής κατοχής, παρά τις αντιξοότητες και τις δυσκολίες, ίδρυσε το Θέατρο Τέχνης.

Ένα εγχείρημα ουδόλως ραδιούργο, καθώς απαιτούσε ελεύθερο και χειραφετημένο πνεύμα, αρετή που χαρακτήριζε αναντίρρητα τον ίδιο.  Ωστόσο, αντιμετώπισε οικονομικές δυσχέρειες, γεγονός που τον ώθησε να διακόψει τις δραστηριότητες του Θεάτρου Τέχνης. Συνάμα, συνεργάστηκε με το  Εθνικό Θέατρο σκηνοθετώντας Τσέχοφ, Πιραντέλο, Σαίξπηρ.

Ύστερα πιάνω τον εαυτό μου και πάλι να συλλογίζεται “Η τέχνη είναι βίαιη, πόσο βίαιο είναι να είσαι αποφασιστικός;”

Το 1957 ανέβασε στο Φεστιβάλ Αθηνών τις “Όρνιθες” του Αριστοφάνη, έργο που θεωρήθηκε ότι υπερέβη τα εσκεμμένα, προκαλώντας την Κυβέρνηση να παίρνει δραστικά μέτρα. Τρία χρόνια αργότερα παρουσίασε το ίδιο έργο στο Φεστιβάλ των Εθνών στο Παρίσι, λαμβάνοντας μία νέα υπόσταση, καθώς οι κριτικές που δέχτηκε υπήρξαν θριαμβευτικές.

Μέσα από κοπιώδεις προσπάθειες, η ιδιοφυής αυτή για μένα φιγούρα ξαναέστησε το Θέατρο Τέχνης στο κυκλικό υπόγειο της Στοάς Ορφέως. Ο Κουν ευεργέτης στο είδος του· Ακροβατεί σε ένα συνονθύλευμα έμπνευσης και αυθεντικότητας, ενισχύοντας τους καλλιτέχνες, τους ηθοποιούς, τους σκηνοθέτες που συνεργάζονταν μαζί του, με θεμελειώδεις αρετές ανιδιοτέλειας και τόλμης.

Εξίσου σημαντικό αποτελεί το γεγονός πως το ελληνικό κοινό φόρο τιμής στον Κουν ήρθε πιο κοντά στα ξένα ρεύματα: Ουίλιαμς, Ιονέσκο, Ο’ Νιλ, Άλμπι, Βάις, Μπρεχτ, Μίλλερ. Παράλληλα, πρόβαλλε το ελληνικό έργο μέσα από τον Ξενόπουλο, τον Βυζάντιο και έφερε στην επιφάνεια νέους συγγραφείς· την Αναγνωστάκη, τον Καμπανέλλη, τον Κεχαίδη,τον Αρμένη.

Ένας αφορισμός του Καρόλου, κάτι που είναι χαραγμένο για αυτή την ισχυρή προσωπικότητα στο χώρο της τέχνης ήταν η εξής:Δεν κάνουμε θέατρο για το θέατρο. Δεν κάνουμε θέατρο για να ζήσουμε. Κάνουμε θέατρο για να πλουτίσουμε τους εαυτούς μας, το κοινό που μας παρακολουθεί, κι όλοι μαζί να βοηθήσουμε να δημιουργηθεί ένας πλατύς, ψυχικά πλούσιος και ακέραιος πολιτισμός στον τόπο μας.”

Έκλεισα το βιβλίο. Μια πολυσχεδία σκέψεων στάθηκε εμπόδιο στη συνέχιση της ανάγνωσης μου. Ένα από τα βασικά ερωτήματα των ανθρώπων πριν πεθάνουν είναι “γιατί έκανα πάντα αυτό που μου έλεγαν οι άλλοι;” Ο Δον Κιχώτης έκανε πάντα αυτό που ήθελε εκείνος. Έζησε τη ζωή του όπως ήθελε. Και αυτό είναι τρομερά συγκινητικό. Οι άνθρωποι που θαυμάζω αυτό έχουν κάνει· έζησαν τη ζωή τους όπως νόμιζε ότι τους άξιζε. Γι’αυτό κι εγώ θαυμάζω τον Κάρολο Κουν.


Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Κουν, Κ. (1987). Κάνουμε Θέατρο για την ψυχή μας. Εκδόσεις Καστανιώτη

WP2Social Auto Publish Powered By : XYZScripts.com