Άρθρο: Πετρούνιας Δημήτριος
Εκπαιδευτικός – Φοιτητής Ψυχολογίας

Επιμέλεια: Μακρυδήμας Βασίλης
Υπ. Διδ. Νεοελληνικής Φιλολογίας


Είναι απόγευμα πια και το κρύο έχει υπερνικήσει την θαλπωρή του αναιμικού ήλιου που παλεύει να δώσει χρώμα στην γκρίζα πόλη. Παντού γύρω μου άνθρωποι τρέχουν κυνηγημένοι από τον χρόνο, τον αέναο και άτρωτο δυνάστη τους. Βλέμματα  καρφωμένα στο έδαφος, υπό το βάρος της εξάντλησης και του άγχους, αναζητούν αγωνιωδώς ώρες ξεκούρασης και στιγμές αποφόρτισης. Στέκομαι παραπέρα, παρατηρητής μιας κατάστασης που μου δημιουργεί μόνο θλίψη και παράπονο. Τα αρνητικά συναισθήματα διαδέχονται το ένα το άλλο και γεννάται η απορία μέσα μου, αν ο προορισμός του ανθρώπου είναι εντέλει να ζει και να εργάζεται ή να εργάζεται για να ζει;

Το «εργασιακό»  στις μέρες μας αποτελεί το μείζον πρόβλημα της κοινωνίας, και κατ’ επέκταση της εκάστοτε πολιτικής αρχής. Η ανεργία ολοένα και περισσότερο φαντάζει σαν το χτικιό που κατατρώει κάθε είδους ελπίδα, πλήττοντας κυρίως τον νεανικό πληθυσμό. Νέοι άντρες και κοπέλες, εφοδιασμένοι με μόρφωση αλλά οικονομικά αφοπλισμένοι, στην απεγνωσμένη τους προσπάθεια να επιβιώσουν καταφεύγουν κατά ορδές στα πολιτικά γραφεία, μήπως και εξασφαλίσουν μία οποιαδήποτε δουλειά, συμβάλλοντας μαζί με τους ιθύνοντες στον εκτροχιασμό της εργασιακής συνείδησης με την σταδιακή δημιουργία μίας τάξης που οδηγείται στην εργασία επηρεασμένη από έναν αμοραλιστικό τρόπο σκέψης, αδιαφορώντας για ιεραρχίες, αντικειμενικές αξιολογήσεις, κ.τ.λ. Αυτό σε γενικές γραμμές σημαίνει ότι ο εργασιακός χώρος σε όλες του τις εκφάνσεις, τόσο οριζοντίως (συνάδελφοι στην ίδια βαθμίδα) όσο και καθέτως (συμβατική διάκριση εργοδότη – εργαζομένου), και εξαιτίας κυρίως της οικονομικής κρίσης που δεν περιορίζεται σε αριθμητικά σύμβολα, αλλά διεμβολίζει αξίες και συνειδήσεις, οδηγείται στην αδιαφορία για την θέσπιση ηθικών περιορισμών. Δεν είμαστε προ των πυλών μίας κλασικού τύπου διαίρεσης σε ηθική και μη-ηθική (το δίπολο που μέχρι στιγμής τουλάχιστον διέτρεχε την ιστορία της ανθρωπότητας), αλλά ερχόμαστε αντιμέτωποι με την γιγάντωση μίας ομάδας ανθρώπων που επιδεικτικά απορρίπτει την έννοια της ηθικής εν γένει. Ο στόχος είναι η απόκτηση θέσης με κάθε κόστος. Φυσικά και το φαινόμενο δεν είναι καινούριο. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, όμως, που κλυδωνίζεται συστηματικά τα τελευταία χρόνια, αναδεικνύει τις πιο επιθετικές τάσεις της ανθρώπινης φύσης, κάτι που πρέπει να μας ωθήσει σε μία επαναξιολόγηση της έννοιας της εργασίας.

Μερίδιο ευθύνης δεν έχουν μόνο όσοι εισέρχονται στον εργασιακό χώρο απαλλαγμένοι από ηθικές δεσμεύσεις. Στην πράξη αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι πολιτικές αρχές, χτίζοντας κίβδηλες γέφυρες με την νεολαία, νομοθετούν μέτρα που παρουσιάζονται τεχνηέντως ως κοινωνικά δίκαια, πλην όμως υποκρύπτουν άλλους σκοπούς, οι οποίοι απέχουν παρασάγγας από την απόδοση κάθε είδους δικαιοσύνης. Εν μέσω μίας κρίσης που κανείς δε ξέρει πότε θα ξεπερασθεί –εξαετής προς ώρας- τα εργασιακά κεκτημένα μόνο δικαίωμα δεν αποτελούν, αφού οι εναπομείναντες εργαζόμενοι που κάποτε ήταν νέοι, με την πάροδο των χρόνων μετατρέπονται σε μεσήλικες με μισθοδοσία, η οποία όχι μόνο δεν ανταποκρίνεται στο επίπεδο και τα καθήκοντά τους, αλλά επηρεάζει και την αποδοτικότητα του έργου τους, προφανώς με αρνητικό πρόσημο. Πλέον οι περισσότεροι άνθρωποι δουλεύουν μόνο τόσο όσο χρειάζεται για να μην απολυθούν και πληρώνονται μόνο τόσο όσο χρειάζεται για να μην παραιτηθούν.

Οι σκέψεις και οι αναλύσεις της σημερινής κατάπτωσης δεν εξαντλούνται σε 30 γραμμές. Παρά τις όποιες προσθαφαιρέσεις, ιδεολογικού κυρίως χαρακτήρα, σε μία τέτοια συζήτηση, το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο, και  στοιχειώνει  καθημερινά όσους τυχαίνει να εργάζονται. Ωστόσο, οι νέοι παραγκωνίζοντας τις αντίξοες οικονομικές συνθήκες επιμορφώνονται συνεχώς, αναζωπυρώνοντας την σπίθα της ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο. Το πολιτικό στερέωμα, ανεξαρτήτως ιδεολογίας, θα ταρακουνηθεί μόνο αν ο καθένας αντιταχθεί στο είδος της εργασίας που επιχειρείται να επιβληθεί. Με άλλα λόγια, ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα και η ηθική ευσυνειδησία δεν είναι αναχρονιστική επιταγή. Δεν θέλει συνθήματα και πανό, θέλει δίψα για αλλαγή, ώστε όλα αυτά τα σκυμμένα κεφάλια να ξανακοιτάξουν ουρανό. Εγώ, εσύ, όλοι μας, αγκαλιασμένοι για ένα καλύτερο αύριο, χωρίς κομματικά συνθήματα αναμηρυκάζοντας έναν «αόρατο» εκφοβισμό.