Κείμενο: Μαριέτα Δημουλά


10.00 μ.μ.

ΓΥΝΑΙΚΑ: «Σήμερα έκλαψα αλλά δεν το μαρτύρησα σε κανέναν. Θ’ άρχιζαν οι ίδιες και οι ίδιες κουβέντες: «Πάλι; Τι θα κερδίσεις μέσα στην μαυρίλα;» Έτσι είναι οι φίλοι. Αν δουν την κατηφόρα σε προειδοποιούνε. Κι αν δουν ότι μόνος του ο άνθρωπος κατρακυλά, τον μουντζώνουν. Κι εμείς τα ίδια κάνουμε.

Έκλαψα, λοιπόν. Για λίγο, όχι για πολύ. Θυμάμαι παλαιότερα, είχα το κουράγιο να κλαίω για μέρες, όπως εκείνες οι ατελείωτες βροχές που έκαναν την Αττική να μοιάζει μ’ ένα τεράστιο ξεχειλισμένο πιάτο.

Έκλαψα, λοιπόν και ήταν ένα διάλειμμα μέσα σ’ αυτήν τη χαρά που με περικλείει τους τελευταίους καιρούς, βέβαια δεν είναι και τόσο αναίτια, απλά οι λόγοι της χαράς μου ίσως να ναι πολύ εφήμεροι. Η αλήθεια είναι ότι την πολλή χαρά την βαριέσαι. Πέρα από το αίσθημα της ευφορίας δεν σου προσφέρει τίποτε άλλο. Ενώ ο πόνος, ανοικτός μαγαζάτορας με παντός καιρού προϊόντα. Έμπνευση -πρέπει να τελειώσω και κείνο το καταραμένο το κεφάλαιο, γαμώτο! Να πάρω τα λεφτά, έχω μείνει άφραγκη και το νοίκι της στρίγγλας παραμένει απλήρωτο-,δημιουργικότητα, σοφία, εμπειρία. Α! Ναι, μην ξεχάσω σα δωράκι πιστοποίησης και η μελαγχολία…

10.05 μ.μ.

ΑΝΔΡΑΣ: «Κατέβηκε τις σκάλες, προχώρησε μέσα στους διαδρόμους του Μετρό με τους πλαστικούς τοίχους και τις διαφημίσεις. Την πήρα απ’ το κατόπι και ευτυχώς δεν με πήρε χαμπάρι. Στήθηκε στην αποβάθρα, δίπλα στην έξοδο σαν να περίμενε κάτι. Εγώ έκανα τα συνηθισμένα. Έκατσα σε μια θέση, έβγαλα το βιβλίο μου και άρχιζα να διαβάζω. Οι αποβάθρες των σταθμών έχουνε μια γοητεία. Είναι σαν δεύτερο σπίτι μου. Κάθομαι εκεί και όταν βαρεθώ τις τόσες καινούργιες φάτσες, πηγαίνω σπίτι

10.30 μ.μ.

ΓΥΝΑΙΚΑ: «Έτσι είχαμε πει. Το θυμάμαι. Στάση Πανεπιστημίου, στην αποβάθρα προς Ελληνικό, κατά τις 10. Μα που στο καλό είναι; Γιατί αργεί; Αχ να μην έπαθε τίποτα!«

10.45 μ.μ.

ΑΝΔΡΑΣ: «Πηγαινοερχότανε από τη μια άκρη της αποβάθρας στην άλλη. Ανά πεντάλεπτο τα τρένα ερχόντουσαν. Ξερνούσαν ανθρώπους και για λίγο η αποβάθρα έμοιαζε με λαοθάλασσα. Γέλια, φωνές, κλαμένα μωρά, παρέες, γυναίκες που ισορροπούσαν πάνω σε τακούνια με τις σακούλες στα χέρια, όλα μαζί ένα συνοθύλλευμα που κατευθυνόταν προς τις εξόδους. Να φύγουν απ’ τα υπόγεια της γης και να βγουν στον ουρανό. Όταν άδειασε η αποβάθρα, δύο απομείναμε. Πάντα μου άρεσε να βλέπω ποιοι παραμένουν στις αποβάθρες. Αφού το τρένο φεύγει, είμαστε σαν συνομότες. Μια φορά, θυμάμαι, Χριστούγεννα πρέπει να ‘ταν, πρόπερσι στο Μοναστηράκι, είχα ξεμείνει μ’ εναν Ιταλό που κρατούσε μια κιθάρα. Δεν ξεκόλλαγε κι αυτός από τη θέση του κι έκανε χάζι τους περαστικούς. Ξαφνικά, άρχισε να παίζει ένα περίεργο σκοπό και τραγουδούσε στα ιταλικά. Αδιαφορούσε για τον κόσμο που έμπαινε κι έβγαινε στα τρένα. Άλλοι νομίζανε ότι ζήταγε λεφτά και του πετάγανε κέρματα μα αυτός το έκανε για το κέφι του. Κάθε φορά που του έδιναν, αυτός σταμάταγε τη μουσική του, σηκωνότανε και τους τα γύριζε πίσω. Θυμάμαι, τον κοίταζα για καμιά ώρα. Είχε καταλάβει το χόμπι μου με τα περίεργα βράδια στους σταθμούς και δεν απορούσε.Μετά πιάσαμε την κουβέντα ώσπου να κλείσει ο σταθμός.

Μα τώρα, είναι εκείνη που έχει απομείνει μαζί μου. Πιο ανήσυχη από πριν. Είναι όμορφη, και έτσι όπως την κοίταζα, το βιβλίο μού έφυγε απ’ τα χέρια, έπεσε στο πάτωμα και έκανε έναν απίστευτα εκκωφαντικό ήχο. Αυτή γύρισε και με κοίταξε, αλλά ήταν εκνευρισμένη. Όλοι με κοιτάζανε. Αυτό πρώτη φορά μου συμβαίνει! Συνήθως περνώ απαρατήρητος!«

11.00 μ.μ.

ΓΥΝΑΙΚΑ: «Μα που είναι; 11 πήγε η ώρα! Κάθομαι σαν το βλάκα και τον περιμένω. Μάλλον έπεσα διάνα και οι λόγοι της χαράς μου είναι όντως εφήμεροι και περαστικοί σαν αυτούς τους επιβάτες… Ήταν τύφλα στο μεθύσι χθες, αλλά μου το πε ξεκάθαρα… θέλει να με δει. Το ξέχασε; Νομίζω ότι μ’ έχει αρρωστήσει αυτή η κατάσταση. Γιατί να θες να επιστρέψεις στις ίδιες περσινές καταστάσεις; Τον σιχαίνομαι αυτόν τον σταθμό. Όλοι με κοιτάνε κι απορούνε.»Ποιον περιμένει τόση ώρα;». Αλήθεια, ποιον; Κάποιον που ενώ σε πληγώνει, εσύ συνεχίζεις να πιστεύεις σε αυτόν… Κι αυτό το ρημάδι το τηλέφωνο, γιατί δεν το σηκώνει; Άλλη μισή ώρα θα περιμένω… Και ήθελα τόσα να του πω. Για το βιβλίο που τελειώνει, για το πόσο καλά περνάω στο καινούργιο διαμέρισμα-εντάξει, δεν είναι αλήθεια αυτό, αλλά θέλω να του δείξω πως είμαι καλά και πως δεν τον έχω ανάγκη. Όταν μέναμε μαζί θυμάμαι, συνεχώς του γκρίνιαζα για τους χώρους του διαμερίσματός του. Θέλω να τον εκδικηθώ, να υποφέρει και αυτός όσο εγώ. Χθες , όμως, ήταν πολύ φιλικός, και δεν μου πήγαινε η καρδιά…Πού είναι;Και αυτός εκεί με το βιβλίο στο χέρι, γιατί με κοιτά;«

11.20 μ.μ.

ΑΝΔΡΑΣ: «Θα της μιλήσω! Το αποφάσισα! Μπορεί να μην περιμένει κανέναν και να αράζει και αυτή στους σταθμούς όπως εγώ! Θα της πω να πάμε καμιά βόλτα. Έχει κάτι που μου αρέσει…έχει αυτήν την αγωνία πάνω της. Θα με περάσει σίγουρα για τρελλό! Όμως έρχεται το τρένο σε λίγο…Ίσως να ναι καλύτερα μετά. Θα χουν φύγει οι πολλοί και θα μείνουμε πάλι οι δυο μας.«

11.28 μ.μ

ΓΥΝΑΙΚΑ: «Θα φύγω. Δεν αντέχω άλλο. Ίσως να ‘ναι και καλύτερα έτσι. Να μην τον ξανασυναντήσω ποτέ, να φύγει και η χαρά, να ‘ρθει ο πόνος, να τελειώσω το βιβλίο, να γυρίσω στη βάση μου και πάλι στα ίδια…Να! Τώρα!»

11.30 μ.μ.

ΑΝΔΡΑΣ: «Έφυγε.«