Άρθρο: Χριστίνα Πανταζή
Ψυχολόγος


Αρκετές φορές παρατηρείται σε διάφορα οικογενειακά συστήματα  η αντιστροφή ρόλων, όταν δηλαδή το παιδί τείνει ή συνηθίζει να φέρεται ως γονεική φιγούρα απέναντι στους υπόλοιπους ή/και όταν ταυτόχρονα οι γονείς παρουσιάζουν συμπεριφορές που προσιδιάζουν περισσότερο στα ίδια τους τα παιδιά. Στους κύκλους της συστημικής- οικογενειακής θεραπείας γίνεται  συχνά λόγος για τον όρο «γονεοποιημένο» παιδί (ή parentification). Υπό ομαλές συνθήκες, αυτό μπορεί να λειτουργήσει και θετικά αναπτύσσοντας την έννοια του «σχετίζεσθαι» όταν θα χρειαστεί το παιδί να συνεισφέρει συναισθηματικά και πρακτικά απέναντι στην οικογένειά του σε ανάλογο και μικρό βαθμό.

Ωστόσο η έννοια του «γονεοποιημένου» παιδιού αναφέρεται πάντα με την αρνητική ή σαφέστερα με τη δυσπροσαρμοστική πλευρά που ενέχει την γαλούχηση και την αποδοχή ενός ρόλου που δεν εξυπηρετεί σε τίποτα θετικό τον ίδιο, ωστόσο εξυπηρετεί την ισορροπία ολόκληρης της οικογένειας.  Σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει η Chase η έννοια του γονεοποιημένου παιδιού θα μπορούσε να είναι:  “Παρά τις πολυάριθμες θεωρίες, τα σενάρια και τους ορισμούς, είναι γενικά παραδεκτό, ότι η γονεοποίηση μέσα στην οικογένεια, συνεπάγεται μία λειτουργική ή και συναισθηματική αντιστροφή ρόλων, στην οποία το παιδί θυσιάζει τη  δική του ανάγκη για προσοχή, ηθική στήριξη και καθοδήγηση με σκοπό να παρέχει φροντίδα και εξυπηρέτηση στις πρακτικές και συναισθηματικές ανάγκες του γονιού”.

Διάφορες κλινικές παρατηρήσεις έχουν δείξει ότι τα παιδιά γονεοποιούνται όταν οι γονείς έχουν ανεπίλυτα προβλήματα με τις δικές τους οικογένειες καταγωγής. Ιστορικά, η έννοια του γονεοποιημένου παιδιού επινοήθηκε από τον Minuchin και τους συνεργάτες του το 1967, αναφερόμενοι σε παιδιά που έχουν αναλάβει τη γονική μέριμνα στο σπίτι ως αποτέλεσμα οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών. Ωστόσο στη πορεία η έννοια εξελίχθηκε από τους Broszormenyi-Nagy και Spark το 1973, αναφέροντας τη γονεοποίηση ως μια διαδικασία που ορίζεται από τη προσδοκία από τη γονική φιγούρα που ένα παιδί θα ανταποκριθεί στο ρόλο των γονέων προς το οικογενειακό του σύστημα.

Τι θα μπορούσε να είναι αυτό σε επίπεδο καθημερινότητας; Ένα παιδί που αναλαμβάνει τη καθημερινή φροντίδα του μικρότερου αδερφού. Ένα άλλο παιδί που αναλαμβάνει τη συναισθηματική κάλυψη και φροντίδα του ενός γονέα που αντιμετωπίζει ζητήματα αλκοολισμού. Ένας γιος που «συμμαχεί» με τη μητέρα του απέναντι στις συγκρουσιακές σχέσεις με τον πατέρα και σύζυγο (αντιστοίχως). Ένα παιδί ωστόσο που έχει αναδειχθεί σε γονέας των γονέων του. Μπορεί να λειτουργεί ως «μαμά ή μπαμπάς» σε πρακτικά καθημερινά ζητήματα φροντίδας ενός γονέα ή των αδερφών του ή να λειτουργεί ως εξομολογητής, μεσάζοντας και ισορροπιστής σε συγκρουσιακά ζητήματα ολόκληρου του δικτύου της οικογένειας στο οποίο μεγάλωσε και επωμίστηκε αυτό το ρόλο.

Το παιδί αυτό μεγαλώνοντας, καταπιέζει τη παιδική του συναισθηματική ηλικία και μαθαίνει να κατανοεί και να μεριμνεί περισσότερο για ζητήματα άλλων παρά των δικών του συναισθηματικών αναγκών. Το παιδί «ξοδεύει εαυτό», για να είναι οι άλλοι καλά.  Η συναισθηματική του ασφάλεια, πηγάζει από την αίσθηση ικανοποίησης που λαμβάνει όταν μπορεί να είναι εξυπηρετικός –ικανός και δύναται να φερθεί σαν –δυνατός-ενήλικας. Ένα τέτοιο παιδί εξυπηρετεί την ηρεμία και την ισορροπία του οικογενειακού συστήματος, αποφεύγοντας να εκφράσει αρνητικά συναισθήματα και ψυχικές ανάγκες, προκειμένου να μην προκαλέσει ένταση στις σχέσεις ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας. Είναι από αυτά τα παιδιά, που συχνά εργάζεται πολύ περισσότερο από όσο μπορεί και αντέχει.

Τι κρύβεται όμως πίσω από αυτό τον ψυχικό πόνο; Ο φόβος; Η απόρριψη; Ο φόβος του τι θα γίνει αν αποδειχτεί ή αν με ανακαλύψουν ότι τελικά δεν είμαι και τόσο δυνατός και παντοδύναμος για αυτούς; Τι θα σημαίνω γι αυτούς αν τελικά αποδεχτώ ότι δεν μπορώ ή δεν αντέχω πλέον; Τι ρόλο ή τι θέση θα έχω στην οικογένειά μου και τι στην οικογένεια που πλέον έχω ενδοβάλλει μέσα μου και τη βιώνω απέναντι στις στενές, διαπροσωπικές σχέσεις μου;” Ένας παρατεταμένος και μακροχρόνιος φόβος που καραδοκεί και στοιχειώνει την κάθε σχέση. Ένας φόβος που ωστόσο αξίζει κανείς να σπάσει, για να οδηγηθεί βαθμιαία στην ελευθερία του. Στην αναγνώριση αρχικά αυτού του ρόλου που δεν μπορεί να βαστάξει και στην σταδιακή αποδέσμευση από τα δεσμά ενός αιωνίου χρέους. Στην επαφή με το θλιμμένο παιδί που βρίσκεται στα έγκατα της ψυχής του και αποζητά να βγει και να παίξει.

Οι ενήλικες που υπήρξαν «γονεοποιημένα» παιδιά στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις αναλαμβάνουν το ρόλο του σωτήρα ή αλλιώς (θα επιπρόσθετα) του «λευκού ιππότη». Συνάπτουν σχέσεις με άτομα που δεν μπορούν να τους παρέχουν συναισθηματική κάλυψη , φροντίδα και ίσως να χρειάζονται μονομερώς για τον εαυτό τους μη μπορώντας να τη καθρεφτίσουν και να την επιστρέψουν αντιστοίχως. Οι ενήλικες αυτοί επιλέγουν λοιπόν να συσχετίζονται με άτομα που τους φέρει η ευθύνη και η υποχρέωση και όχι η ισοτιμία , το συναισθηματικό «δούναι και λαβείν». Είναι και νιώθουν υποχρεωμένοι να είναι πάντα εκεί για τους άλλους λησμονώντας το ψυχικό βυθό που σιγοβράζει μέσα τους. Συνεπώς οδηγούνται σε εξαρτητικές σχέσεις , που συχνά οδηγούν στην ψυχική και συναισθηματική εξάντληση του γονεοποιημένου- πλέον ενήλικα. Στην αδιέξοδη προσπάθειά τους να βρουν το ψυχικό χώρο για να εκφράσουν το παιδικό κομμάτι που μακροχρόνια είναι εγκλωβισμένο και καταπιεσμένο, επιλέγουν εν τέλει τους αντίστοιχους ανθρώπους που θα παρατείνουν αυτό το ρόλο και δεν θα επιφέρουν λύτρωση.

Συνεπώς, η λύση στο αδιέξοδο έρχεται μέσα  από τη συνειδητοποίηση της  ανάγκης που νιώθουν για την αναζήτηση μιας συναισθηματικής «αγκαλιάς». Ίσως η επιλογή της ψυχοθεραπείας να αποτελεί μια πολύ γόνιμη σκέψη για όσους δεν καταφέρνουν να απεγκλωβιστούν από τον ρόλο του «παντοδύναμου σωτήρα» και μέσα από αυτό να βρεθεί το κατάλληλο πλαίσιο που θα αποτελέσει την απαρχή για τη βίωση μιας διορθωτικής συναισθηματικής εμπειρίας  όπου θα τους οδηγήσει στην διεργασία και στην αντιμετώπιση βαθύτερων φόβων που οδηγούν στην συναισθηματική απομόνωση και εν τέλει θα δύνανται στο μέλλον να επιλέγουν ανθρώπους που θα μπορούν να βρίσκουν αποδοχή, κατανόηση και στήριξη.

 (Υ.Γ Συνειρμικά τελείως , ένα εξαιρετικό βίντεο κλιπ από το τραγούδι «a song to say goodbye» των placebo  μου σχημάτισε συμβολικά την εικόνα  ενός τέτοιου παιδιού. Ένα παιδί που αναλαμβάνει εξολοκλήρου την φροντίδα και τη παροχή κάθε είδους βοήθειας προς τον γονέα που είναι ανήμπορος και αδύναμος στον πραγματικό του ρόλο. Τον ταΐζει, τον φροντίζει , τον βγάζει βόλτα, οδηγεί το οικογενειακό αμάξι, μεριμνά 24 ώρες το εικοσιτετράωρο για τον πατέρα του . Εν κατακλείδι το παιδί αυτό καταφέρνει μέσα από τεράστιο κόπο να «σπάσει» τα δεσμά του πηγαίνοντάς τον σε μια κλινική, να δεχτεί την δική του αδυναμία  με αποτέλεσμα να κάτσει στη πίσω θέση του αυτοκινήτου, στη θέση που κάθεται ένα παιδί και συμβολικά, να βιώσει την συναισθηματική ανάγκη για φροντίδα.)


Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Hooper, L. M. (2007). The application of attachment theory and family systems theory to the phenomena of parentification. The Family Journal, 15(3), 217-223

Earley, L., & Cushway, D. (2002). The parentified child. Clinical child psychology and psychiatry, 7(2), 163-178.

Chase, N. D. (Ed.). (1999). Burdened children: Theory, research, and treatment of parentification. Sage Publications.