Άρθρο: Δημήτρης Βαγενάς, Ψυχολόγος


Η επιστήμη της κοινωνιολογίας δεν κατείχε ποτέ στην Ελλάδα τόσο κεντρική θέση όσο κατέχει τα τελευταία χρόνια. Αυτό δεν οφείλεται μονάχα στη γενικότερη άνθιση των κοινωνικών κι ανθρωπιστικών επιστημών, αλλά κυρίως στις ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις, στην άνοδο ακροδεξιών κομμάτων και στην είσοδο προσφύγων και μεταναστών. Πλέον, λέξεις όπως «ρατσισμός», «διαφορετικότητα» και «μειονότητες» βρίσκονται συνεχώς στο καθημερινό μας λεξιλόγιο, παρότι αρκετές φορές μας διαφεύγει το νόημά τους, χρησιμοποιώντας τες αυθαίρετα κι υποκειμενικά. Σε μια προσπάθεια, λοιπόν, ν’ ανταποκριθούμε σε μια νέα πραγματικότητα και να εξαλείψουμε τις ρατσιστικές ιδέες που αποστρεφόμαστε, οδηγούμαστε εν τέλει σε αδέξιες ενέργειες.

Η γλώσσα, το χρώμα, η χώρα καταγωγής και ο σεξουαλικός προσανατολισμός αποτελούν στοιχεία της ταυτότητάς μας: δεν είναι ούτε μειονεκτήματα, ούτε πλεονεκτήματα. Παρόλα αυτά, ζώντας σε μια εποχή που οι μειονότητες δεν έχουν κατοχυρώσει ακόμα τα δικαιώματά τους κι εξακολουθούν να γίνονται αντικείμενο βίας, συχνά ανάγουμε τη διαφορετικότητα σε αρετή, εξιδανικεύοντάς την. Έτσι, ενθαρρύνουμε τους μετανάστες να διατηρήσουν τη γλώσσας τους και μιλάμε μαζί τους σε μια κοινή γλώσσα, όπως στ’ αγγλικά ή στα γαλλικά. Ωστόσο, θα ήταν προτιμότερο να τους ενθαρρύνουμε ή ακόμα και να τους βοηθήσουμε να μάθουν τη γλώσσα της χώρας υποδοχής τους, καθώς έτσι θα τους δώσουμε τη δυνατότητα να προσαρμοστούν γρηγορότερα και ν’ αυξήσουν τις πιθανότητες εύρεσης εργασίας. Εφόσον οι ίδιοι θέλουν να μιλούν μεταξύ τους στη μητρική τους γλώσσα οφείλουμε να σεβαστούμε την απόφασή τους, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως είναι εξίσου σημαντικό να εξοικειωθούν με τη γλώσσα κι εν γένει με τις συνήθειες της χώρας που τους φιλοξενεί: ο θαυμασμός και το ενδιαφέρον μας για τη χώρα καταγωγή τους μπορεί να έχει εν τέλει αρνητικά αποτελέσματα, οδηγώντας μας στην επαναλαμβανόμενη επισήμανση των πολιτισμικών τους διαφορών και κάνοντάς τους να αισθανθούν ακόμα πιο ανοίκεια. Σε περίπτωση δε που στην προσπάθειά μας να προστατέψουμε τη διαφορετικότητά τους τούς ωθήσουμε να διατηρήσουν αλώβητη την πολιτισμική τους ταυτότητα, παρότι οι ίδιοι δείχνουν εγκλιματισμένοι και ικανοποιημένοι με τις αλλαγές στη ζωή τους, βάζουμε ένα ισχυρότατο εμπόδιο στην προσαρμογή τους.

Επαναλαμβάνω: είμαστε όλοι ίσοι και τη διαφορετικότητα οφείλουμε να τη σεβόμαστε, όχι να την εξιδανικεύουμε. Μέλημά μας δεν πρέπει να είναι να προστατέψουμε και να πολλαπλασιάσουμε τα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν κάποιον από την πλειοψηφία, αλλά να τον αγαπήσουμε και να τον αποδεχτούμε ως μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Έτσι, αν αποφασίσει να προβεί σε μια αλλαγή που τον κάνει λιγότερο «διαφορετικό» και θελήσει, για παράδειγμα, από βουδιστής να βαπτιστεί χριστιανός ορθόδοξος, πρέπει να τη δεχτούμε, όπως προηγουμένως δεχόμασταν και τις επιλογές που τον διαφοροποιούσαν. Άλλωστε, η αναφορά στη διαφορετικότητα, ακόμα κι αν γίνεται με πρωταρχικό στόχο να βοηθήσει τις μειονότητες, έχει συχνά αντίθετα αποτελέσματα. Για παράδειγμα, ένα άτομο με σωματικές αναπηρίες θα προτιμήσει ν’ αντιμετωπιστεί από κάποιον ως ίσος προς ίσο, παρά ν’ ακούσει για πολλοστή φορά συγχαρητήρια που παρά τη διαφορετικότητά του καταφέρνει να ζει μια ισορροπημένη κι ευτυχισμένη ζωή: μια ενέργεια έχει συνήθως περισσότερη δύναμη από μια φράση και ο σεβασμός μπορεί να οδηγήσει σε περισσότερα θετικά αποτελέσματα απ’ την επισήμανση των διαφορών.


Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Hogg, M. A., & Vaughan, G. M. (2010). Κοινωνική Ψυχολογία. Αθήνα: Εκδόσεις Gutenberg.

Τριανταφύλλου, Σ. (2015). Πλουραλισμός, Πολυπολιτισμικότητα, Ενσωμάτωση, Αφομοίωση: Σημειώσεις για τη σύγχρονη ανοιχτή κοινωνία. Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη.