Άρθρο: Ευτυχία Παπαγιάννη
Ψυχολόγος
Υπ. Διδ. Διαπροσωπικών Σχέσεων και Επιρροής
Παντείου Παν/μίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών


“…έχουν τις εταίρες για την ηδονή τους, τις παλλακίδες για την καθημερινή φροντίδα του σώματός τους, και τις συζύγους για να τους δίνουν νόμιμα παιδιά και για να φροντίζουν με αφοσίωση τα σχετικά με το σπίτι τους”

– Δημοσθένης (384-322 π.Χ.)

Πριν από περίπου 6.000 χρόνια η πολυγυνία καθιερώθηκε ως κύριο μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης για πολλές φυλές. Σήμερα είναι ακόμη επιτρεπτή ή ανεκτή σε χώρες που αντιπροσωπεύουν συνολικά το 1/3 του πληθυσμού του πλανήτη. Σε πολλές κοινωνίες της Αμερικής, Αφρικής, Μ. Ανατολής, Ασίας η πολυγυνία παραμένει νόμιμη ή κοινωνικά αποδεκτή. Βεβαίως και συναντάται και στον προηγμένο δυτικό κόσμο, είτε με τρόπο εμφανή είτε “υποκριτικό”. Στη Γαλλία, λόγου χάρη, εικάζεται πως υπάρχουν περίπου 30.000 πολυγυνικές οικογένειες, προερχόμενες από τους Μαντέ, ενώ από την άλλη αρκετοί άντρες ζουν συγκαλυμμένα με πολλές γυναίκες , οι οποίες το γνωρίζουν, το αγνοούν ή προσποιούνται πως το αγνοούν. Είναι σχετικά δύσκολο να προσδιοριστούν επακριβώς οι περιπτώσεις πολυγυνίας διότι οι περισσότερες εξ αυτών είναι κρυμμένες μέσα στα μυστικά συρτάρια της μονογαμίας.

Η εμφάνιση της πολυγυνίας καθορίστηκε από την επιθυμία επέκτασης της περιουσίας, το χαμηλό προσδόκιμο ζωής, καθώς και από το ότι ο άντρας αρχίζει πλέον να συνειδητοποιεί το ρόλο του στην αναπαραγωγή. Ένας άντρας επιθυμεί να έχει όσο το δυνατόν περισσότερα παιδιά, με όσο το δυνατόν περισσότερες γυναίκες, ώστε να επεκταθεί καλλιεργώντας μεγαλύτερη έκταση γης. Επιπλέον, οι άνθρωποι καταλάβαιναν πως διαθέτουν λίγο χρόνο για να ζήσουν έναν ή περισσότερους έρωτες, μόλις που ξεπερνούσαν σε ζωή τα 30 χρόνια, και να μεταβιβάσουν τη γνώση τους στις επόμενες γενιές, επομένως επιδίωκαν ο πλούτος που αποταμιεύεται να επενδύεται σε γη και γυναίκες. Τέλος, όταν ο άντρας αντιλήφθηκε το ρόλο του στην αναπαραγωγή άρχισε να θεωρεί ιδιοκτησία του, τόσο το παιδιά, όσο και τη γυναίκα (τις γυναίκες) του.

Σε πολλούς πολιτισμούς, η πολυγυνία δεν ήταν, κατ’αρχάς, παρά η εξέλιξη του ομαδικού γάμου: ένας άντρας παντρεύεται με όλες τις αδελφές της ίδιας οικογένειας, προκειμένου να εξασφαλίσει τη συνέχειά του. Εδώ απαντάται και το παράδειγμα της Κίνας, όπου ο αριθμός των γυναικών που δικαιούντο να έχει κάποιος ήταν ανάλογος της κοινωνικής του θέσης. Έτσι, ένας αγρότης είχε μόνο μία συμβία, ένας ευγενής δύο, ένας υψηλόβαθμος αξιοματούχος τρεις, ένας φεουδάρχης εννέα και ο βασιλιάς δώδεκα. Σημαντικό ήταν, ωστόσο, οι γυναίκες αυτές να είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους με συγγενικό δεσμό, ώστε να αποφεύγονται περιστατικά ζήλειας.

Ακόμη, στην Ινδοκίνα η πολυγυνία είναι πολύ συνηθισμένη. Κατά κανόνα ένας αγρότης έχει πολλές γυναίκες οι οποίες καλλιεργούν τα χωράφια του, ενώ κάθε σύζυγος πατροπαράδοτα πρέπει να παντρευτεί όλες τις αδελφές της πρώτης συζύγου του. Ομοίως και για τους άντρες στην Ιαπωνία, οι οποίοι εκτός από τη νόμιμη σύζυγο είχαν και τις γκέισες, των οποίων ο ρόλος ήταν να τον διασκεδάζουν και να τον καλλιεργούν. Αξίζει να αναφέρουμε πως η αντιζηλία ανάμεσα σε όλες αυτές τις γυναίκες αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για την ερωτική και αισθηματική λογοτεχνία.

Προχωρώντας, σε φυλές της Αφρικής όπως, οι Γιορούμπα, Ίμπο, Μόσι, η πολυγυνία αποτελεί κανόνα και εξασφαλίζει εργατικά χέρια για την καλλιέργεια της γης. Αξιοσημείωτη είναι η περίπτωση των Φαραώ και των αριστοκρατών, όπου ενώ διάλεγαν ως σύζυγο (στις περισσότερες περιπτώσεις) την αδερφή τους, διατηρούσαν και την πολυγυνία (αποκτούσαν γυναίκες από διάφορους τόπους).

Ερχόμενοι στην ελληνική πραγματικότητα του 4ου π.χ. αι. διαπιστώνουμε πως αυτή μόνο μονογαμική δεν είναι. Αν και η κοινωνία εξουσιάζεται κατά κανόνα από τις γυναίκες και δη τις μητέρες, αυτό δεν φαίνεται να αποτέλεσε εμπόδιο ώστε πολλοί πολίτες ελληνικών πόλεων να έχουν δικαίωμα να ασκούν την πολυγυνία ή να την εφαρμόζουν στην πράξη. Οι περισσότεροι έλληνες πολίτες είχαν μια σύζυγο να κρατάει το σπίτι τους, να γεννάει και να μεγαλώνει τα παιδιά τους, ερωμένες τις οποίες ενδέχεται να τις είχαν απαγάγει, καθώς και εταίρες που προέρχονταν από το χώρο της πορνείας.

Από τον 8ο – 10ο αι. π.Χ. τα ισχυρά πρόσωπα των μουσουλμανικών βασιλείων (σουλτάνοι, ευγενείς) ασκούν την πολυγυνία, μέσω της οποίας δικαιολογούν τις επιδρομές τους για την απόκτηση νέων γυναικών. Οι σουλτάνοι της Αραβίας δημιουργούν τεράστια χαρέμια με γυναίκες αγορασμένες ή αιχμάλωτες ενώ υπάρχει μαρτυρία πως στο Μαρόκο, κατά το Μεσαίωνα, ζούσαν σε χαρέμι, 200 γυναίκες και 800 παιδιά! Το ίδιο συνέβαινε και στα οθωμανικά χαρέμια της Κωνσταντινούπολης, όπου φιλοξενούνταν κατά μέσο όρο 600 γυναίκες. Αυτές είτε προσφέρθηκαν ως δώρα στο σουλτάνο είτε πιάστηκαν αιχμάλωτες σε πολέμους είτε αγοράστηκαν σε σκλαβοπάζαρα.

Ολοκληρώνοντας να αναφέρουμε πως στη Ρώμη (2ο αι. π. Χ.) η κύρια σύζυγος αρχίζει να ξεχωρίζει από τις άλλες, μεγαλώνει τα παιδιά, ασχολείται με το σπίτι, διευθύνει τις υπόλοιπες γυναίκες και τις απομακρύνει σιγά σιγά από το κρεβάτι του συζύγου. Ο γάμος εξελίσσεται αργά σε μονογαμία, αλλά αυτό αποτελεί μια φαινομενική κατάσταση, διότι οι παλλακίδες συνεχίζουν να είναι παρούσες, όσο και στις προηγούμενες κοινωνίες, δίχως όμως να έχουν πλέον δικαίωμα στο γάμο.


Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Boulogne, Jean- Claude. (2009). Η ιστορία της ερωτικής κατάκτησης: Από την αρχαιότητα ως σήμερα. Αθήνα: Πολύτροπον.

Di Follo, F. (2012). Λεξικό της Πορνογραφίας, (μτφρ. Κουκιάς, Γ. ). Αθήνα: Καλέντης.

Πλάτων “Φαίδρος” (2006), (μτφρ. Δοίκος, Π.). Αθήνα: Ζήτρος.

Duby, G. (1996). Ο ιππότης, η γυναίκα και ο ιερέας: Ο γάμος στη φεουδαρχική Ευρώπη (μτφρ. Εριέττα Βαλερή-Μπενβενίστε. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.