Άρθρο: Γιώργος Μπρεκουλάκης
Ψυχολόγος


«Όλοι μας είμαστε πιο ευτυχισμένοι όταν η ζωή μας προσφέρει τη δυνατότητα να κάνουμε μικρές ή μεγάλες εξερευνήσεις ξεκινώντας από μια ασφαλή βάση» (Bowlby, 1988)

Στις δυτικές κοινωνίες η πλειονότητα των ενηλίκων αναφέρουν ότι η συντροφική τους σχέση είναι η πιο σημαντική στην κάλυψη των συναισθηματικών αναγκών ασφάλειας και φροντίδας (Levinger, & Houston, 1990), ενώ η αποτυχία μια διαπροσωπικής συντροφικής σχέσης συνδέεται με αύξηση των πιθανοτήτων εμφάνισης μιας σειράς ψυχολογικών προβλημάτων μεταξύ των οποίων είναι, η κατάθλιψη ιδιαίτερα σε γυναίκες (Joiner & Coyne, 1999), η κατάχρηση αλκοόλ ιδιαίτερα σε άνδρες (O’Farrell, 1989) και η χαμηλή αυτοεκτίμηση (Brennan & Morris, 1997; Collins & Read, 1990). Όπως συμβαίνει και στην έρευνα των συναισθηματικών δεσμών (attachment) για τα βρέφη, η έγνοια και το ενδιαφέρον μεταξύ δύο ερωτικών συντρόφων εκδηλώνεται με δύο μορφές: με την παροχή μιας σίγουρης βάσης όπου ο άλλος σύντροφος νιώθει προστατευμένος καθώς και με την προσφορά ενός ασφαλούς χώρου απ’ όπου ο συγκεκριμένος σύντροφος μπορεί να αντιμετωπίσει τον κόσμο. Ιδανικά οι δύο σύντροφοι θα πρέπει να περνούν αβίαστα από τον έναν ρόλο στον άλλο, παρέχοντας παρηγοριά ή ασφάλεια όταν χρειάζεται. Παρέχουμε μια σίγουρη βάση κάθε φορά που σπεύδουμε να διασώσουμε συναισθηματικά τον σύντροφό μας, είτε βοηθώντας τον να λύσει ένα πρόβλημα που τον στενοχωρεί είτε παρηγορώντας τον είτε παίζοντας απλώς τον ρόλο του καλού ακροατή. Όταν νιώθουμε ότι μια σχέση μας προσφέρει μια σίγουρη βάση είμαστε πιο ελεύθεροι να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις και για να κάνουμε μικρές ή μεγάλες εξερευνήσεις.

Αυτές οι εξερευνήσεις μπορεί να είναι απλές, όπως μια μέρα εργασίας στο γραφείο ή σύνθετες, όπως ένα επίτευγμα παγκόσμιου μεγέθους. Ας μην ξεχνάμε τις ομιλίες που κάνουν όσοι τιμούνται με σημαντικά βραβεία, σχεδόν πάντα ευχαριστούν το άτομο που τους παρέχει μια ασφαλή βάση. Το στοιχείο αυτό δείχνει τη μεγάλη σπουδαιότητα του αισθήματος ασφάλειας και σιγουριάς που πρέπει να έχει κανείς ώστε να πετύχει. Η αίσθηση ασφάλειας και η ορμή για εξερεύνηση είναι αλληλένδετες. Η θεωρία του βρετανού ψυχιάτρου Bowlby υποστηρίζει πως όσο πιο μεγάλος είναι ο παράδεισος σιγουριάς που μας προσφέρει ο σύντροφός μας, τόσο περισσότερες εξερευνήσεις στον έξω κόσμο επιχειρούμε. Όσο πιο μεγάλος και αποθαρρυντικός είναι ο στόχος αυτών των εξερευνήσεων τόσο πιο πολύ θα χρειαστεί να βασιστούμε σε αυτήν την υποστήριξη για να ενισχύσουμε την ενεργητικότητα και την εστίασή μας, την αυτοπεποίθηση και το κουράγιο μας. Αυτές οι προτάσεις δοκιμάστηκαν σε 116 ζευγάρια τα οποία διατηρούσαν μια ρομαντική σχέση για τουλάχιστον τέσσερα χρόνια (Feeney, 2004). Όπως είχε εξαρχής προβλεφθεί όσο περισσότερο οι δύο σύντροφοι αισθάνονταν ότι αποτελούσαν μια αξιόπιστη βάση ο ένας για τον άλλο, τόσο πιο πρόθυμοι ήταν να κυνηγήσουν με αυτοπεποίθηση τις ευκαιρίες της ζωής. Οι βιντεοταινίες των ζευγαριών που συζητούσαν τους στόχους ζωής του κάθε συντρόφου αποκάλυψαν ότι ο τρόπος με τον οποίο μιλούσαν είχε και αυτός σημασία. Εάν ο ένας εμφανιζόταν ευαίσθητος, ζεστός και θετικός κατά τη διάρκεια της συζήτησης, ο άλλος εύλογα αισθανόταν πιο σίγουρος προς το τέλος και συχνά ανέβαζε τον πήχη των επιδιώξεών του. Αλλά εάν ο ένας σύντροφος εμφανιζόταν απότομος και ελεγκτικός, ο άλλος γινόταν πιο απαισιόδοξος και ανασφαλής όσον αφορά στους στόχους του και συχνά κατέληγε να υποχωρεί ως προς τις φιλοδοξίες του και να νιώθει λιγότερη αυτοεκτίμηση. Αυτοί που εμφανίζονταν ελεγκτικοί γίνονταν αντιληπτοί ως αγενείς και επικριτικοί από τον σύντροφό τους, ενώ γενικά η συμβουλή τους δεν λαμβάνονταν υπόψη. Από την άλλη μεριά ένα άτομο χωρίς αυτοπεποίθηση όσον αφορά την ικανότητά του να αντιμετωπίζει τον κόσμο μπορεί πράγματι να εφησυχάσει με έναν σύντροφο ο οποίος ελέγχει τα πάντα, να δεχτεί ευχάριστα την αδιακρισία του και να ανακουφιστεί που έχει την ευκαιρία να είναι εξαρτημένο. Όμως οι προσπάθειες για έλεγχο παραβιάζουν τον θεμελιώδη κανόνα της παροχής μιας ασφαλούς βάσης: παρεμβαίνει κανείς μόνο όταν του το ζητούν ή όταν είναι απολύτως αναγκαίο. Όταν αφήνουμε τον σύντροφό μας να αποτολμήσει κάτι με τον δικό του τρόπο, του δίνουμε μια μη λεκτική ψήφο εμπιστοσύνης. Όσο πιο πολύ προσπαθούμε να ελέγξουμε τα πράγματα τόσο πιο πολύ υπονομεύουμε αυτή μας την ψήφο. Η ενοχλητική παρέμβαση μειώνει τη διάθεση για εξερευνήσεις.

Η υποστήριξη και τα είδη συναισθηματικού δεσμού ποικίλουν. Όσοι είναι αγχώδεις στους συναισθηματικούς τους δεσμούς μπορεί να δυσκολεύονται να χαλαρώσουν τόσο ώστε να αφήσουν στον σύντροφό τους τον χώρο που χρειάζεται για τις εξερευνήσεις του. Αντίθετα θέλουν τον σύντροφό τους κολλημένο δίπλα τους όπως κάνουν οι υπερπροστατευτικές μητέρες με τα παιδιά τους. Τέτοιοι υπερβολικά προσκολλημένοι σύντροφοι μπορεί να εξασφαλίζουν μια σίγουρη βάση αλλά δεν αντέχουν να λειτουργήσουν οι ίδιοι ως ασφαλές πλαίσιο. Από την άλλη, όσοι ανήκουν στον αποφευκτικό τύπο δεν έχουν μεν κανένα πρόβλημα να αφήνουν τον σύντροφό τους να πλανιέται ελεύθερος, δυσκολεύονται όμως ιδιαίτερα να του προσφέρουν την ασφαλή βάση της παρηγοριάς και ποτέ δεν σπεύδουν για τη συναισθηματική του διάσωση.

Οι ερευνητές Feeney (2003, 2008) αναγνωρίζουν τα ίδια μοτίβα συναισθηματικού δεσμού σε κάθε στενή σχέση. Τα άτομα με ασφαλή συναισθηματικό δεσμό τείνουν να συνάπτουν πιο ενήλικες, ισότιμες σχέσεις με τους συντρόφους τους και στη περίπτωση που επιλέγουν να κάνουν παιδιά μεταφέρουν στα παιδιά τους μια αίσθηση ασφάλειας. Τα άτομα με ανασφαλή προσκόλληση μεταφέρουν τα αρνητικά βιώματα στα παιδιά τους όταν η συντροφική σχέση αποτυγχάνει στο να φέρει συναισθηματική πληρότητα. Τότε τα παιδιά αναλαμβάνουν το ρόλο της βασικής επανορθωτικής φιγούρας στη ζωή των γονιών. Ένα ζευγάρι που μαζί βρίσκει ισορροπίες, προσπαθεί να διαχειριστεί τη σχέση του, ζητώντας βοήθεια, μπορεί να μειώσει τον αντίκτυπο της συναισθηματικής ανασφάλειας που καθένας κληρονόμησε από τους γονείς του.

Προκειμένου να δοθεί μια εικόνα για την κατηγοριοποίηση του γενικού πληθυσμού με βάση τους τύπους συναισθηματικού δεσμού αναφέρονται τα αποτελέσματα ορισμένων ερευνών (Davila, Burge & Hammen, 1997; Feeney & Noller, 1990, 1991; Hazan & Shaver, 1987; Kirkpatrick & Davis, 1994; Van Ijzendoorn & Bakermans- Kranenburg, 1996):

Τα ασφαλή άτομα (χαμηλό άγχος- χαμηλή αποφυγή, 55% έως 65%) εισέρχονται σε μια σχέση προσδοκώντας ότι ο σύντροφός τους θα είναι συναισθηματικά διαθέσιμος και συντονισμένος, ότι θα βρίσκεται δίπλα τους για να τους στηρίξει σε δύσκολες ή οδυνηρές στιγμές και το ίδιο θα είναι κι εκείνοι γι’ αυτόν. Αισθάνονται άνετα όταν έρχονται κοντά ο ένας τον άλλον. Οι άνθρωποι με ασφαλή συναισθηματικό δεσμό θεωρούν ότι αξίζουν το ενδιαφέρον, τη φροντίδα και τη στοργή και αντιμετωπίζουν τους άλλους ως αξιόπιστους και με καλή πρόθεση απέναντί τους. Ως αποτέλεσμα οι σχέσεις τους είναι συνήθως οικείες και βασίζονται στην εμπιστοσύνη. Συντονίζονται με τη λύπη του άλλου και σπεύδουν για να τον βοηθήσουν.

Τα απορριπτικά (ή αποφευκτικά) άτομα (μεγάλη αποφυγή, χαμηλό άγχος, 22% έως 39%) δεν αισθάνονται άνετα όταν έρχονται συναισθηματικά κοντά με κάποιον, δυσκολεύονται να εμπιστευτούν έναν σύντροφο ή να μοιραστούν τα συναισθήματά τους και εμφανίζουν έντονη νευρικότητα όταν ο σύντροφός τους προσπαθεί να τους πλησιάσει συναισθηματικά. Τείνουν να καταπνίγουν τα συναισθήματά τους ειδικά τα συναισθήματα λύπης. Οι απορριπτικοί περιμένουν ότι ο σύντροφός τους θα αποδειχθεί συναισθηματικά αναξιόπιστος και συνεπώς θεωρούν δυσάρεστες τις οικείες σχέσεις. Δυσκολεύονται να νιώσουν συμπόνια καθώς αυτοπροστατεύονται από τα οδυνηρά συναισθήματα καταπιέζοντας τα καθώς δεν έχουν ανεπτυγμένη την ενσυναίσθηση.

Τα αγχώδη ή απορροφημένα άτομα (μεγάλο άγχος, χαμηλή αποφυγή, 15% έως 20%) από τη στιγμή που δημιουργούν μια σχέση βασανίζονται από τον φόβο ότι ο άλλος θα τους εγκαταλείψει ή ότι θα μείνουν στο περιθώριο, βρίσκονται συνέχεια σε επαγρύπνηση και αισθάνονται φαντασιωτική επαγρύπνηση και ζήλια για ερωτικές περιπέτειες του συντρόφου τους. Συντονίζονται με μια υπερευαισθησία του άλλου και είναι αρκετά ευάλωτοι στην κόπωση που προκαλεί η συμπόνια καθώς εξουθενώνονται από την δική τους αγωνία όταν αντιμετωπίζουν τα βάσανα του άλλου.

Τα αποδιοργανωμένα άτομα (μεγάλη αποφυγή, μεγάλο άγχος, περίπου 5%) από τη στιγμή που δημιουργούν μια σχέση εμφανίζουν μεικτές συμπεριφορές απορριπτικών και απορροφημένων ατόμων. Δηλαδή πότε δυσκολεύονται να εμπιστευτούν έναν σύντροφο ή να μοιραστούν τα συναισθήματά τους και πότε βρίσκονται συνέχεια σε άγχος και φόβους εγκατάλειψης ή φαντασιωτικής επαγρύπνησης για ερωτικές περιπέτειες του συντρόφου τους.

Τα ζευγάρια που αναζητούν θεραπευτική βοήθεια συχνά αισθάνονται παγιδευμένα σε αμυντικές διαδικασίες, σε αγώνες υπερίσχυσης, σε αντιδραστικότητα και επίρριψη της ευθύνης και του φταιξίματος στον άλλο. Το κάθε μέλος σε ένα ζευγάρι αισθάνεται το θύμα του άλλου ενώ τα κυρίαρχα συναισθήματα που επικρατούν είναι η απογοήτευση και η αδυναμία. Η κριτική του ενός για τον άλλο αποδυναμώνει τις διαδικασίες σύνδεσης.

Η επιστημονική έρευνα για τα ζευγάρια επισημαίνει τον σημαντικό ρόλο της συνδυασμένης ευθύνης για την σχέση του ζευγαριού, την ανάπτυξη μιας συνειδητότητας που αφορά στο «μαζί» ενός ζευγαριού και περιορισμό των αντιπαραθέσεων. Η αγάπη σε ένα ζευγάρι εμπεριέχει και τις αντιπαραθέσεις και τις αποσυνδέσεις παράλληλα με την δέσμευση της διόρθωσης των αποσυνδέσεων. Η εμπιστοσύνη έχει καθοριστική σημασία για ένα λειτουργικό «μαζί» καθώς και για την ατομική ανάπτυξη του καθενός μέσα σε μια σχέση.


Βιβλιογραφικές αναφορές

Atkinson, B. (2005). Emotional intelligence in couples therapy: Advances from neurobiology and the science of intimate relationships. New York: Norton.

Berman, W. H., Marcus, L. and Berman, E. R. (1994). Attachment in marital relations. In Sperling, M.B. and Berman, W. H. (Eds.), Attachment in Adults, pp. 204-231. NY: Guilford Press.

Bowlby, J. (1988). A Secure Base. New York: Basic Books.

Clulow, C. (2001). Attachment Theory and the Therapeutic Frame in Adult Attachment and Couple Psychotherapy: The Secure Base in Practice and Research. Philadelphia: Brunner Routledge.

Collins, N. L. & Read, S. J. (1990). Adult attachment, working models, and relationship quality in dating couples. Journal of Personality and Social Psychology, 58, 644- 663.

Feeney, J. A. (2003). The systemic nature of couple relationships: an attachment perspective. In. P. Erdman & T. Caffery (Eds.), Attachment and family systems: Conceptual, empirical and therapeutic relatedness. New York: Brunner/ Mazel.

Fishbane, M.D. (2007). Wired to connect: neuroscience, relationships, and therapy. Family Process, 46,395–412.

Johnson, S.M. (2000). Emotionally focused couples therapy: Creating a secure bond. In F.M. Dattilio (Eds), Comparative treatments in relationship dysfunction, pp. 163-185. New York: Springer.

Johnson, S & Whiffen, V. (2006). Attachment processes in couple and family therapy. The Guilford Press.

Powers, S. I., Pietromonaco, P. R., Gunlicks, M. J. & Sayer, A. (2006). Dating couples’ attachment styles and patterns of cortisol reactivity and recovery in response to a relationship conflict. Journal of Personality and Social Psychology, 90, 613- 628.

Solomon, M.F. (1994).  Lean on me: the power of positive dependency in intimate relationships. New York: Simon & Schuster.

Wile, D. (2002). Collaborative couple therapy. In A.S. Gurman & N.S. Jacobson (Eds.), Clinical handbook of couple therapy (pp. 91–120). New York: Guilford Press.