Κείμενο: Βαγγέλης Κατσαμπούρης MBPsS
PhD Health Psychology researcher
Honorary assistant clinical psychologist

Επιμέλεια: Βασίλης Μακρυδήμας


Στη λιακάδα…

Εγώ θα είμαι εκεί και φέτος, το δεκαπενταύγουστο. Στο χωριό. Ή «χωρκό», όπως το λέει το «φιλούι» μου. Το δικό μου χωριό! Βουνίσιο, κάπου κοντά στο κέντρο της Πελοποννήσου, μέσα στη φύση, με τα δικά του αρώματα, τα δικά του χρώματα, τις δικές του γεύσεις. Με μωράκια, παιδάκια, εφήβους, νέους και νέες, σαλταρισμένους μεσήλικες, και πονεμένους γέρους και γριές· με εγγόνια, γονείς, παππούδες, γιαγιάδες… και παπά. Με τα «πρέπει» μιας μικρής κλειστής κοινωνίας και τα εκ του φόβου προερχόμενα «Τι θα πει ο κόσμος;». Με ατελείωτα τραπεζώματα και γλέντια, με συνεχόμενα «Χρόνια Πολλά», με πάρα πολλές εορτάζουσες Μαρίες, με non-stop δημοτικά και κλαρίνα, και unlimited τσίπουρο.

Αυτό, λοιπόν, το χωριό, το δικό μου, από το οποίο δεν κατάγομαι, αλλά πριν αρκετά χρόνια βρέθηκα τυχαία εκεί, είναι αυτό που λησμονώ και αγαπώ. Είναι αυτό που σε κάνει να ξεχνάς την Ελλάδα που σε πονάει και σε διώχνει, την Ελλάδα της κρίσης και όλων των δεινών που αυτή γέννησε. Στο χώμα του κρύβω κάθε χρόνο σ’ ένα μπαούλο όλες τις «ελληνικές» μου μνήμες, την ξεγνοιασιά του καλοκαιριού, τη μελαγχολία του επερχόμενου χειμώνα. Και δεν είναι «αυτό», το μέρος δηλαδή, αλλά «αυτοί». Ποιοί;

Οι άνθρωποι. Αυτοί που σε κάνουν να αισθάνεσαι λιγάκι ξένος στην αρχή, αλλά είναι οι ίδιοι που σε καλωσορίζουν, σε αγκαλιάζουν, σου χαμογελούν, νοιάζονται, ενδιαφέρονται… Επειδή το χωριό δεν είναι πόλη, δεν είναι χοντροκομμένα κομμάτια μπετόν στοιβαγμένα, δεν είναι τείχη μονώσεως, αδιαφορίας, αυτοπεριορισμού. Το χωριό είναι μια απέραντη διαφάνεια. Όλοι σε ξέρουν, κι ας μην τους γνωρίζεις. Όλους τους ξέρεις, κι ας μην τους γνώρισες ποτέ.

Βέβαια, όλο αυτό το ατελείωτο γαϊτανάκι ανθρώπων που περιπλέκεται γύρω σου, κάποτε σταματά. Πονάς και αναπόφευκτα δακρύζεις. Το καλοκαίρι τελειώνει με ένα «εις το επανειδείν», «καλή αντάμωση», «και του χρόνου». Μακάρι να είμαστε όλοι καλά του χρόνου και να ξαναμαζευτούμε και να ξανανταμώσουμε. Αλλά θα είμαστε ακόμα οι ίδιοι; Εγώ, άραγε, θα καταφέρω να επιστρέψω για μία τζούρα ελληνικής νικοτίνης ή θα χαρμανιάσω συντροφιά με ένα βροχερό Αύγουστο;

Από την περσινή μου περιπέτεια θυμάμαι πως ήταν να επισκεφθώ το χωριό για τέσσερις ημέρες, και, τελικά, κατέβηκα για εννέα. Γιατί;

Για εσένα. Με μία απλή, φιλική πρόσκληση, μου είπες: «Εγώ αύριο πάω κάτω. Έρχεσαι για παρέα;». Και εγώ αυθόρμητα σου απάντησα: «Φύγαμε!». Τι με παρακίνησε; Η λέξη «παρέα». Η διάπυρη ανθρώπινη ανάγκη να γνωρίσεις τον άλλον, να τον ακούσεις, να τον μάθεις, να συμβουλευτείς, να συζητήσεις, να επικοινωνήσεις, να γελάσεις, να αστειευτείς, να πειράξεις, και στο τέλος, να πιεις και ένα κράσο -μετά τη Θεία Λειτουργία φυσικά.

Ομολογώ πως μου αρέσει να γίνομαι γραφικός. Πολλές φορές έχω πει ότι οι ανθρώπινες σχέσεις είναι δύσκολες. Αναρωτιέμαι, αξίζει να επενδύουμε σε αυτές; Είναι πραγματικά τόσο δύσκολες ή εμείς τις κάνουμε επειδή ντρεπόμαστε, διστάζουμε, φοβόμαστε να προσεγγίσουμε το συνάνθρωπο και να επικοινωνήσουμε, να επενδύσουμε;

Είναι ανθρώπινες, όπως μου θύμισε ένας πολύ καλός φίλος. Συνήθως ξεχνάμε τον άνθρωπο. Στο χωριό μπορείς να θυμηθείς γιατί πρέπει να τον ορίσεις ξανά ως κέντρο της ύπαρξής σου. Σου δίνεται η ευκαιρία να βουτήξεις ξανά στις ρίζες σου. Όχι τις καταγωγικές, αλλά εκείνες του εαυτού σου, στα κοινά θεμέλια κάθε ανθρώπινου ψυχισμού. Να ακολουθήσεις μία αντίστροφη πορεία και από τον (ιδεαλιστικό) πλατωνισμό του «εκεί» να βουτήξεις στην ουσία του «εδώ και τώρα». Να συζητήσεις και να ακούσεις τον άνθρωπο δίπλα σου, τα προβλήματά του, τις ανησυχίες του, τους στόχους του, τις έγνοιες του, τα όνειρά του.

Ένα γλυκό βλέμμα, ένα τρυφερό χαμόγελο, μια ζεστή αγκαλιά και ένα φίλεμα είναι αυτά που σε καλωσορίζουν και σε ξεπροβοδίζουν στο χωριό. Είναι εκείνα με τα οποία εφοδιάζεις το σακίδιό σου μέχρι να περάσουν οι επόμενες 365 ημέρες. Και μπορεί να μην είσαι γιος ή εγγονός κάποιου ντόπιου, αλλά ποτέ δεν είσαι ξένος, και σίγουρα είσαι «παιδί» τους. Κι αυτή τη ζεστασιά σπάνια την βρίσκεις στις μεγαλουπόλεις. Και εδώ που τα λέμε, κάθε ελληνικό χωριό –παραθαλάσσιο ή βουνίσιο– είναι «χωριό μας».

Ένας αυθεντικός τόπος με γνήσιους ανθρώπους είναι το μυστικό συστατικό που σε παρακινεί να επιστρέψεις στις ρίζες σου. Του χρόνου, βέβαια, δεν γνωρίζεις πόσο θα έχει αλλάξει αυτός ο τόπος, πόσο θα έχουν αλλάξει οι άνθρωποι, ποιοι θα είναι ακόμα παρόντες, και πόσο θα έχεις αλλάξει εσύ ο ίδιος. Όμως, μια μικρή κοινωνία πάντα σε παροτρύνει να κάνεις το δύσκολο πρώτο βήμα και να επικοινωνήσεις. Νομίζω ότι αυτό μου έχει λείψει περισσότερο. Η αυθεντικότητα και το ουσιαστικό ενδιαφέρον των ανθρώπων.

Εγώ θα είμαι εκεί και φέτος. Εσύ;

Με αγάπη,
ο «ξένος»