Κείμενο: Ευτυχία Παπαγιάννη


 Ο Μπεν και η Λιζα

Ήταν Αύγουστος στο σπίτι τους στο Παγκράτι. Η Λιζα άπλωνε τα πόδια της στο χαμηλό τραπεζάκι στο σαλόνι μετά το κομμωτήριο, απέναντι ο ανεμιστήρας σε μέτρια ένταση ανακύκλωνε ζέστη. Άκουγε το Μπεν στο διάδρομο να έρχεται και σκέφτηκε πως δεν πρέπει να δείχνει τόσο χαρούμενη. Υποκρίθηκε πως τον λυπάται και πως κατανοεί την κατάστασή του και πήγε στην κρεβατοκάμαρα να αυνανιστεί. Ο Μπεν αποκοιμήθηκε στον καναπέ. Ονειρεύτηκε πως βρήκε δουλειά.

Ο Ρόνυ και η Κέλι

Ο Ρόνυ όταν έκανε παγαποντιά γινόταν λιγομίλητος. Πίστευε πως μπορούσε και μια ασήμαντη πληροφορία να τον πρόδιδε κι έτσι κράταγε το στόμα του κλειστό. Δεν έλεγε τα νέα του. Ούτε τι έκανε μέσα στη μέρα. Δε λησμονούσε να κάνει μπάνιο μόλις έμπαινε σπίτι. Ο Ρόνυ έλεγε: οι γυναίκες τα “μυρίζονται” αυτά. Η Κέλι όποτε τον “πρόδιδε” άφηνε το σώμα της στην πολυθρόνα ή στο κρεβάτι ελαφρύ. Τον παρατηρούσε από μακριά και σκεφτόταν πως δεν μπορούσε να πάει ενάντια στη φύση της. Τουλάχιστον να είναι με κάποιον που περνάει καλά τον υπόλοιπο καιρό. Η Κέλι ησύχασε. Ήταν Νοέμβρης στο σπίτι τους στη Γλυφάδα. Απόγευμα έξω από το μπάνιο. Αμήχανοι για το ποιος θα “ξεπληθεί” πρώτος.

Ο Φριτζ και η Χάνα

Ο Φριτζ καθησε με τη λευκή φανέλα και την κοιλιά του στο τραπέζι και περίμενε. Ήταν καταμεσήμερο στο Μόναχο. Ιούλιος. Η Χάνα έβαλε μπροστά τους τα πιάτα με το σνιτσελ και τον πουρέ. Κάθισε ισιώνοντας την ποδιά που φορούσε ακόμα και κάρφωσε την προσοχή της στον άντρα της. Κοίταζε τον πουρέ να στάζει από τα χέρια του, τον έβλεπε να ορμάει στο σνίτσελ με παιδική καχυποψία ότι θα το πάρουν πίσω, να μαγαρίζει με τις λαδωμένες χερούκλες ό,τι άγγιζε. Η γιαγιά μου έλεγε: Αν θες να δεις πως είναι ένας άντρας στο κρεβάτι, παρατήρησε το πως τρώει. Η Χάνα σκέφτηκε: “Κάπως έτσι θα έβαζε χέρι και στην κόρη μας”.