Κείμενο: Κωνσταντίνος Αμπατζίδης
Συγγραφέας


Άφησε το βλέμμα της να χαθεί στον ορίζοντα. Ήτανε ώρα που είχε ξεκινήσει για να φτάσει σε αυτόν τον βράχο στην κορυφή του λόφου που είχε βαφτίσει «δικό της». Ευτυχώς, για άλλη μια φορά, έφτασε πριν την ανατολή. Ο Αυγερινός έφεγγε ακόμα στον ουρανό, λες κι η νύχτα είχε φύγει σέρνοντας τη μαύρη της ρόμπα, σαν κάποια  παλιά αριστοκράτισσα που ξέχασε μια λάμπα αναμμένη στο σαλόνι. Το φεγγάρι κρεμόταν σαν καρφιτσωμένο πέταλο που αργόσβηνε, πήγαινε να ξεκουραστεί. Σ’ αντίθεση μ’ εκείνη, που δεν έκλεισε μάτι όλο το βράδυ. Το πέρασε ξαπλωμένη ανάσκελα στα δροσερά στάχυα, σκάβοντας επίμονα με το βλέμμα της το νυχτερινό ουρανό προσπαθώντας να διακρίνει τις πυγολαμπίδες που πετούσαν από πάνω της ανάμεσα στη βροχή των Λεοντιδών. « Ναι» είπε, « τ’ αστέρια δεν βρίσκονται μοναχά στον ουρανό, και δεν υπάρχουν σύνορα, κάποια βρίσκονται στη γη,  κάποια μάλιστα πλανώνται, είτε σβηστά, είτε αναλάμποντα, σίγουρα κάποια αποκομμένα αστέρια περιδιαβαίνουνε στη γη. Να γιατί κάθε βράδυ ο ουρανός είναι αστρόσπαρτος, να γιατί αιώνες τώρα τα φωτεινά σημεία επιμένουν να μας κοιτούν από κει πάνω: ψάχνουν τα μέρη τους που βρίσκονται στη γη.»

Ο ήλιος κάποια στιγμή επέδειξε τη φωτεινή κορώνα του θριαμβευτικά κι άρχισε ν’ ανεβαίνει. Όσο εκείνος αναδυόταν μέσα απ’ τη θάλασσα, τόσο εκείνη βουτούσε τη ματιά της στα χρώματα που απλώνονταν. Ποτέ δεν είχε χορτάσει αυτό το θέαμα, ξυπνούσε πάντοτε επίτηδες νωρίς, από μικρή, πολύ νωρίς, για να προφτάσει να δει το ξημέρωμα. Κι ήταν πάντοτε στο ίδιο μέρος για να δει και τη δύση. Μικρή δε, νόμιζε πως ο ήλιος μάζευε τα χρώματα της ανατολής καθώς ξημέρωνε, τα κουβαλούσε όλη μέρα κι έπειτα  τα ξανάπλωνε στο ηλιοβασίλεμα. Πως έτσι, για κάποιο περίεργο κι αδιευκρίνιστο λόγο, ήθελε να κάνει την εμφάνιση και τη χάση του καθηλωτικές.

Καθόταν εκεί και κοιτούσε τον ασημένιο ελαιώνα ν’ ξετυλίγεται μέχρι πέρα την παραλία φτιάχνοντας με τη φυλλωσιά του ένα στρώμα τόσο μαλακό ώστε να μπορεί να ξαπλώσει πάνω του η σιγαλιά. Παρατηρούσε πως ο ήλιος μετέβαλλε σταδιακά τα χρώματα της πλάσης: πως τα μακρινά βουνά από γκρι γίνονται μπλε, πως η θάλασσα γαλάζια, πως τα δέντρα από σταχτιά πράσινα, πως τα λουλούδια φορούσαν τα πιο έντονα κίτρινα ή κόκκινα που μπορούσαν να πετύχουν, άκουγε τα πουλιά που καλωσόριζαν το φως, ένα κόκορα από μακριά να μαχαιρώνει ξανά και ξανά την πρότερη σιωπή, τα πρώτα βιαστικά τζιτζίκια.

Έφερνε το βλέμμα της όλο και πιο κοντά της, σταματούσε στα κυπαρίσσια που ξεπετάγονταν μόνο και μόνο για να έχει κάπου να γραπωθεί η ματιά, στέκονταν σε κάποια ασβεστωμένα σπιτάκια που τα ήξερε ένα προς ένα, στην εκκλησία του χωριού της με το καμπαναριό, στα ριζά του βουνού που τώρα εκείνη στόλιζε σαν κορώνα με το χρυσό φόρεμά της κι εντέλει στα πόδια της που φωλιάζαν μέσα στο χαμομήλι. «θεέ μου»  σκέφτηκε « με πόσο μεράκι έφτιαξες αυτόν τον κόσμο; Πόσα μέρη έφτιαξες για να μπορέσεις να κρυφτείς;»

Κόρη ιερέα καθώς ήταν, είχε μάθει να βλέπει το θεό παντού, όχι μονάχα στους ναούς του (λες και τους είχε ποτέ του ανάγκη),  τον έβρισκε μέσα στη ρίζα μιας ελιάς, κλεισμένο σ’ ένα τριαντάφυλλο, στη γεύση ενός νεκταρινιού, διεχυμένο στο δροσάτο νερό μιας πηγής, σαν νότα στο τραγούδι του αηδονιού, σαν σταγόνα από τα πρωτοβρόχια, να λάμπει μέσα στα κάρβουνα στο  μαγκάλι τους χειμώνες. Ο θεός για εκείνη ήταν παντού τριγύρω. Όχι όμως και για τους υπόλοιπους.

Παρότι παιδί ιερέα, δεν ήθελε να πηγαίνει στην εκκλησία, στρυμωγμένη ανάμεσα στους συγχωριανούς της που στα κενά μεταξύ των παλμών προλάβαιναν να μεταφέρουν όλα τα κουτσομπολιά του χωριού με την πεποίθηση πως επειδή είχαν νηστέψει και θα κοινωνούσαν θα συγχωρούνταν για όλα. Ο Κύριος επίσης για εκείνην, δεν μπορούσε επουδενί να χωρέσει στις γραφές, τις αγνοούσε μάλιστα, εκείνη από παιδί έπαιζε μοιράζοντας μία προς μία τις λέξεις και τις έννοιες της Βίβλου πότε πίσω από κάποιο λουλούδι, πότε στα φτερά μιας πεταλούδας, πότε μέσα σε κάποιο κοχύλι. Κι ο πατέρας της ποτέ δεν τη σταμάτησε. ¨Να κάνεις αυτό που αγαπάς» έλεγε «έξω από πρέπει, έξω από μη. Οι εντολές του Κυρίου υπήρχαν ανέκαθεν μέσα μας, οι προφήτες απλά μας καλούσαν να τις βρούμε, το μεγαλύτερο δώρο του θεού ήταν η ελεύθερη βούληση, και πίστεψέ με κόρη μου, θα συμμαχούσε και με τον ίδιο το Διάβολο προκειμένου να την προστατέψει.» Έτσι η νεαρά δεν είχε ανησυχήσει ποτέ για το ποιο είναι το σωστό και ποιο είναι το λάθος, το ήξερε. Ποτέ της δεν αμφέβαλλε. Εκτός από τώρα.

Δεν ήταν πολύς καιρός που το γειτονόπουλο με το οποίο μεγαλώσανε μαζί της είχε χαρίσει το πρώτο της « σ’ αγαπώ». Αυτός, που τον θυμόταν γυμνό παιδί να πληγώνονται μαζί στα χώματα, να την σπρώχνει στις κούνιες στην πλατεία, να κλέβουνε παρέα τα ώριμα μούρα και να λερώνουν τα ρούχα τους κι ύστερα να μεγαλώνουν, να γίνονται έφηβοι, να τους βρίσκει ταυτόχρονα το αίσθημα της ντροπής για την εμφάνιση, τη συμπεριφορά, τα πρώτα πρέπει, τα πρώτα μη, κι όλο αυτό στο ρόγχο της παιδικότητάς της να καταλήγει σε κάτι πρωτόγνωρο, διαφορετικό, αυτό που οι άλλοι έλεγαν έρωτα μα αυτοί οι δυο το ένιωθαν από καιρό αγάπη. Δεν τον ζητούσε μόνο το αγουροξυπνημένο σώμα της, τον ήθελε και η ψυχή της. Και φοβόταν, φοβόταν πολύ.

«Πόσες ματωμένες καρδιές βάψανε αυτές τις παπαρούνες κατακόκκινες;» Σκέφτηκε. « Πόσες προδομένες ελπίδες έγιναν κόκκοι της θάλασσας εκεί κάτω; Κι αν αυτό που ζω τώρα χρειαστεί κάποτε να τελειώσει; ¨η αν αρχίσει κάποτε να ξεθωριάζει; Γιατί να κόψω τώρα το λουλούδι αυτό; Το ρόδο ζει περισσότερο αν μείνει στη ρίζα του.» Φοβόταν, ανησυχούσε. Από τη μία, ζούσε αυτόν τον έρωτα όλο χαρά για την τύχη που την ευλόγησε να τον γνωρίσει, από την άλλη όμως έτρεμε για τη διάρκειά του, σαν να πενθούσε ήδη για το πιθανό τέλος προτού να χρειαστεί. «Κύριε» έλεγε « το μεγαλύτερό σου δώρο στον άνθρωπο είναι η αγάπη τελικά. Ευχή και κατάρα όμως. Σε κάθε αγάπη δοκιμαζόμαστε, σε κάθε μια κρινόμαστε πόσο άξιοι είμαστε για να την έχουμε. Σε κάθε αρχή της ξαναγεννιόμαστε, σε κάθε τέλος της πεθαίνουμε. Πόση ουσία απ’ την ουσία σου έδωσες στην αγάπη;»

Σκεφτόταν πώς την άγγιζε ο αγαπημένος της, πόσο ασυναίσθητα ένα φιλί κι ένα χάδι οδηγούσαν στην ένωση κι έπειτα στην ανάπαυση στο δροσερό χορτάρι κοιτάζοντας τ’ αστέρια, αυτές τις στιγμές κατά τις οποίες ήταν σίγουρη πως ο θεός είναι παντού τριγύρω, μα πάνω απ’ όλα μέσα της, συντρέχτης και κριτής που τη ρωτούσε συνεχώς» τα’ αξίζειςόλο αυτό; Πρέπει να προσπαθήσεις, είναι δύσκολο ν’ αγαπάς μ’ ακόμα δυσκολότερο ν’ αγαπιέσαι». Και καταλάβαινε τότε πώς ήταν αυτός ο έρωτας. Να έχεις πάντοτε ερωτήσεις.  «Ερωτεύομαι» είπε « σημαίνει αμφιβάλλω,  για τα πάντα ,ζω την κάθε στιγμή γνωρίζοντας πως θα καταλήξει γλυκόπικρη ανάμνηση. Ζω όταν τη ζω, και πεθαίνω όταν τη χάσω. Από τη μία εγώ κι από την άλλη ο θεός. Κι είτε θα γαντζωθούμε είτε θα πέσουμε» .

Αναλογιζόμενη αυτά, είχε γείρει το κεφάλι πίσω κοιτάζοντας τον ουρανό που ήταν πια καταγάλανος απ’ άκρη σ’ άκρη όταν το πέταγμα ενός πουλιού την οδήγησε να κοιτάξει προς τα πίσω. Είδε τότε έναν γέροντα ν’ ανεβαίνει σιγά σιγά το βουνό στηριζόμενος στο ραβδί του. «ποιος είναι αυτός;» αναρωτήθηκε. «Δεν είναι απ’ το χωριό, θα τον ήξερα, με βοσκό μοιάζει, αλλά κι αν είναι, που είναι το κοπάδι του;» Μέχρι να βρει την απάντηση ο γέρος είχε ήδη πλησιάσει και της χαμογελούσε μυστηριωδώς. Τίποτα δεν την έκανε να νοιώσει άβολα, αντιθέτως, καλωσόρισε τον άγνωστο επισκέπτη κι εκείνος κάθισε πλάι της. Κοιτάζοντας πρώτα το καμπαναριό κι έπειτα τον ολόφωτο και πάντα αδιάφορο σαν το θεό ουρανό ο ασκητικός γέροντας της είπε:

Έρως, έρις, ερώτηση
Σωρεία λέξεων ατάκτως ερριμένη
Σωρεία πορειών κόντρα στην ειμαρμένη.
Είρωνας μέγας ο θεός
Βλέπει και μας εμπαίζει
Ερωφίλη κι Ερωτόκριτος
Στης μοίρας το τραπέζι.
Γίνει μικρός θεός εσύ
Ερωτολήπτης κι αιμοδότης
Και στων δαιμόνων την αυλή
Ζήσε σαν συνωμότης.