Κείμενο: Βαγγέλης Καλοχριστιανάκης


Με αφορμή μια κουβέντα που άκουσα τις προάλλες από τα χείλη ενός γονιού για το παιδί του, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω κάποια πράγματα που ίσως δε γίνονται αντιληπτά παρά μόνο όταν κατακάτσει η στάχτη απ’την απελπισία και το θυμό που βιώνουμε καθημερινά.

¨Θα έπρεπε να έχουμε κάνει τα παιδιά μας, παιδιά της ανάγκης..¨ είπε ο κύριος με παράπονο, επειδή όπως μας είχε αναφέρει, ο γιός του θέλησε ν’ακολουθήσει διαφορετικές σπουδές από αυτές που ξεκίνησε. Μα πώς του ήρθε κάτι τέτοιο? Του παιδιού.. ¨Θα έπρεπε να τους είχαμε μάθει από μικρά πως βγαίνει το μεροκάματο, να τα πονάνε τα λεφτά..¨ συνέχισε μετά από λίγο..

Δεν αντέδρασα. Άφησα τη σιωπή μου να εκφράσει τη μουγκαμάρα μιας γενιάς που έχει μουδιάσει. Που την κατηγορούν από την μία για τεμπελιά και από την άλλη της ψαλιδίζουν τα φτερά αργά και βασανιστικά. ¨Κύριε μου τα κάνατε παιδιά της ανάγκης¨ σκέφτηκα ¨Αλλά ποιάς ανάγκης?¨. Της δικής σας? Του εξοχικού? Του να πιάσω τη καλή? Της καβάτζας? Του καλού αυτοκινήτου? Του περισπούδαστου τίτλου επαγγέλματος? Ποιάς ανάγκης άραγε?

Ανήκω σε μια γενιά που βίωσε στο πετσί της την ψευδαίσθηση της ανάπτυξης, που την κακόμαθαν βλακωδώς για να μπει στο πανεπιστήμιο, που έπρεπε από τα 18 να κάνει τη πιο κρίσιμη επιλογή της ζωής της. Τι θα κάνει για να βιοπορίζεται στο υπόλοιπο της. Από την άλλη έχεις τους φωστήρες που στο σχολείο ήταν συνήθως εκείνοι με τα μηχανάκια και τις κοπάνες να σου λένε ¨εγώ δουλεύω από τα 16 μου τι να μου πεις?¨ και να σου διηγούνται την επιτυχία τους στο χώρο της εστίασης, καθώς σκέφτεσαι τις αμέτρητες ώρες που εσύ τότε έχανες στα φροντιστήρια, στο διάβασμα και σε τόσες άλλες χαζές ενασχολήσεις..

Aπό τη στιγμή που το παιδί είχε αποφασιστεί ότι έπαιρνε τα γράμματα, και κατάφερνε να συνεχίσει στο λύκειο άρχιζαν τα πρώτα κόμπλεξ της προηγούμενης γενιάς να βγαίνουν στην φόρα.. ¨Να σπουδάσεις παιδί μου, να μην έχεις κανένα πάνω από το κεφάλι σου, να χεις ένα γραφείο και να κάνεις κουμάντο εσύ! Να μη κουράζεσαι μια ζωή όπως εγώ, να γίνεις «κάτι». Να σε χώσει και ο θείος σου στη τράπεζα όπως τον γιο της κυρά Μαρίας, βλέπεις πόσα λεφτά βγάζει, μην είσαι κορόιδο..¨

Μην είσαι κορόιδο…

Το τί ήθελες πραγματικά να κάνεις, στο τί είχες κλίση ας πούμε, δεν είχε καμία απολύτως σημασία.. Το φρόνιμο ήταν τα σίγουρα και εύκολα χρήματα. Όλα αυτά επί ανάπτυξης..

Σε δεύτερη  φάση κι όπως συνηθίζει να κάνει η ζωή, που σε αντίθεση με μας έχει χιούμορ, όλα αυτά αντιστράφηκαν. Ας αφήσουμε τον ακόλουθο συγγενή μας σε μια οικογενειακή σύναξη να μας πει τα εξής: ¨το χαρτί πλέον δεν έχει καμία αξία! Άκου που σου λέω, όλα είναι στο μυαλό.. Να ξέρεις να μιλάς , να πουλάς.. Ο τάδε έχει κάνει μια πατέντα (φυσικά αμφιβόλου νομιμότητας) και κονομάει μη σου πω πόσα, χρυσές δουλειές κάνει ο τύπος! Και όλα με το μυαλό του! Ε να χέσω και τα πτυχιά και τα ντοκτορά και όλα!¨ Η φωνή του αντηχούσε με ηχώ μες το μυαλό μου καθώς ξεστόμιζε την τελευταία λέξη-σφαίρα ¨μην είσαι κορόιδο σου λέω..¨.

Δεν γράφω για να υπερασπιστώ τη γενιά μου, που δεν χρωστάει απολύτως τίποτα σε κανένα, αλλά για να ακουστεί και η λιγότερο επικρατούσα άποψη. Όταν το παιδί σου το χεις μάθει να λειτουργεί με ένα συγκεκριμένο ελληνικό τρόπο, μην περιμένεις να αλλάξει τίποτα στο κόσμο που ζεις. Όταν το μαθαίνεις να μην εμπιστεύεται κανένα, δεν θα κάνει ποτέ αληθινές φιλίες, όταν το μαθαίνεις να εκτιμά περισσότερο τα χρήματα και λιγότερο τη σκληρή δουλειά και το μεράκι, δεν θα γίνει ποτέ ελεύθερος άνθρωπος. Ξεκάθαρα πράγματα. Γενικώς μη περιμένεις. Είναι άλλος άνθρωπος δεν σου ανήκει. Αν θες να το μάθεις πόσο σκληρή είναι η ζωή άστο να φύγει, μη του κάθεσαι στο σβέρκο. Μάθε του να μην εξαρτάται από σένα. Για να μη κατηγορείς μετά ούτε τον εαυτό σου ούτε το ίδιο.

Εδώ που έχουμε φτάσει, πλέον έχουν γίνει διάφανες όλες οι παθογένειες της ελληνικότητας μας. Υπάρχει και η άλλη Ελλάδα. Εκείνη που έχει το μεράκι. Αφήστε της χώρο να αναπνεύσει και να αναζητήσει με όρεξη τα όνειρα της. Μη την ποτίζετε μιζέρια επειδή πιστέψατε σ’ένα όνειρο απατηλό. Οικοδομήστε ένα μέλλον δημιουργικότητας και αλληλεγγύης. Μάθετε το να εμπιστεύεται και να στηρίζει τις επιλογές που το ίδιο κάνει. Ας φάει και τα χαστούκια του, και σεις τα φάγατε στη τελική.