Άρθρο: Χριστίνα Πανταζή
Ψυχολόγος
Επιμέλεια: Ίριδα Γουδέλη
Εκπαιδευτικός


Τελειώνοντας την ταινία , αφού κρατήσω στο πίσω μέρος του μυαλό μου,  τα έντονα συναισθήματα που μου έχει αφήσει αυτή , προσπαθώ να σκεφτώ ποια ήταν η βασική, η πρωταρχική σκέψη του σκηνοθέτη (Γιούρι Μπικόφ) ή οι βασικοί προβληματισμοί του όταν τη σχεδίαζε στο μυαλό του. Να ήταν  άραγε η ανάδειξη του σάπιου συστήματος της ρωσικής κοινωνίας,  σάπιου από οικονομικής, κοινωνικής και πνευματικής πλευράς και που χωρίζεται ξεκάθαρα και με απόλυτους όρους στους λίγους «εκλεκτούς» , που κατέχουν εξουσία, χρήματα και κύρος, και στους υπόλοιπους , τους παρείσακτους υπόλοιπους που μένουν σε ετοιμόρροπα κτήρια, οι άντρες βιοπραγούν στις γυναίκες και στα παιδιά τους και ο κόσμος παραπαίει ναρκωμένος στο αλκοόλ και στα ναρκωτικά; Να ήταν ο βασικός προβληματισμός  το πώς, με ποιόν τρόπο σε μια τέτοια νοσηρή κοινωνία μπορεί να υπάρξει τιμιότητα και αξιοπρέπεια, φροντίδα και μέριμνα για τον άλλον δίπλα μας; Μήπως παρουσιάζει μια πεσσιμιστική οπτική όπου ο ιδεολόγος  πρωταγωνιστής που ανησυχεί για το πιθανό θάνατο 800 ανθρώπων και προσπαθεί να τους σώσει και να τους ενεργοποιήσει, αναγορεύεται σε μια καρικατούρα ηλιθίου;

Αναφέρομαι στη φετινή ταινία «Durak, ο ηλίθιος», ρωσικής παραγωγής, του σκηνοθέτη Γιούρι Μπικόφ. Ως προς την  πλοκή, ένας υδραυλικός, ο αθώος και ιδεαλιστής Ντίμα αφιερώνει τον ελεύθερο χρόνο του μελετώντας για να γίνει μηχανικός. Ένα βράδυ πηγαίνοντας σε μια εργατική πολυκατοικία για μια διαρροή αντιλαμβάνεται ότι το πολυώροφο κτίριο όπου στοιβάζονται δεκάδες οικογένειες  πρέπει να εκκενωθεί γιατί υπάρχει άμεσος κίνδυνος να καταρρεύσει. Τρέχει να ειδοποιήσει τη δήμαρχο και τις δημοτικές αρχές, όμως καταλαβαίνει ότι τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Ο Ντίμα περνάει όλη τη νύχτα κυνηγώντας τους διεφθαρμένους τοπικούς αξιωματούχους σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να σώσει εκείνους που η καλή κοινωνία έχει αποφασίσει να ξεχάσει.

Η βασική ερώτηση που θέτει η ταινία εν τέλει είναι: Μπορεί μια διεφθαρμένη κοινωνία, να δεχτεί την ευσυνειδησία και την ηθική ενός ανθρώπου και να αλλάξει ή σαν μια σύγχρονη Σκύλα και Χάρυβδη θα τον ρουφήξει  στα έγκατα της ατιμιάς της και θα τον χλευάσει ως έναν ουτοπικό και βλακώδες ονειροπόλο; Από την ταινία και τη ματιά του σκηνοθέτη αυτό ξεκάθαρα απαντάται με ένα σχεδόν απόλυτα απαισιόδοξο τρόπο. Ο Ντίμα όχι μόνο δεν καταφέρνει να ξυπνήσει αγνά αισθήματα στους τοπικούς αξιωματούχους, αλλά καταδιώκεται ως επικίνδυνος από τους φορείς εξουσίας και λαμβάνει τελικώς τη πλήρη γελοιοποίηση από αυτούς που προσπαθεί να σώσει, τους περιθωριακούς και τους αζήτητους κοινωνικά.

Βλέποντας τη ταινία, δεν θα δυσκολευτούμε και πολύ να τη φέρουμε στα ελληνικά δεδομένα και να τη ράψουμε στα μέτρα μας. Μια μικρή μερίδα πολιτικών και οικονομικών παραγόντων ελέγχουν τα πάντα, ρουφάνε όλα τα κονδύλια για να ζήσουν σε χρυσά κλουβιά με ψεύτικες υπογραφές , μας μιλάνε για συνεχή ύφεση, για στατιστικούς δείκτες και χρέος  και από την άλλη ένας άλλος κόσμος: ένας κόσμος που υποφέρει, που ζει στην ανέχεια ,στο φόβο για το χειρότερο που έρχεται,   που   βρίσκεται στο περιθώριο όλο και περισσότερο, που χάνει τις δουλειές του, που ζει για την επιβίωση, που βλέπει καθημερινά τους πάγκους  στο δρόμο  να γεμίζουν άστεγους και νεόπτωχους. Μια φορολογία που συνεχώς αυξάνεται και μια γενιά που αναζητεί τις χαμένες τις ελπίδες μακριά από το γενέθλιο τόπο. Μια κοινωνία που οι μεγαλοεπιχειρήσεις γιγαντώνονται και οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που γίνονται μέρα με τη μέρα παρελθόν. Οι κατέχοντες λίγοι και οι μη έχοντες πολλοί αποτελούν  ένα παθολογικό σύστημα όπου και ο πλεονάζων από αγαθά αλλά και ο στερημένος από τα βασικά βολεύονται σε αυτό, αποδεχόμενοι τη κατάσταση  a priori ως μη μεταβλητή.

Πόσος χώρος υπάρχει για αυτόν ή για αυτούς που θέλουν μια αλλαγή στο σύστημα, μια πιο δίκαιη κατανομή αγαθών και υπηρεσιών, αξιοκρατία, αξιοπρέπεια; Υπάρχει τελικά ο χώρος για αλλαγή, ή όχι; Η επιδίωξη μιας καλύτερης ζωής τόσο για εμάς όσο και για τον άλλο δίπλα μας που συμβιώνουμε στην ίδια κοινωνία είναι ένας κατάφορος παραλογισμός; Μήπως θα πρέπει να κοιτάμε την πάρτη μας, όπως τονίζει η μητέρα και η γυναίκα του Ντίμα μιας και οι άλλοι που υποφέρουν «δεν μας είναι τίποτα»; Και αν υπάρχει τρόπος για αλλαγή, ποιός είναι αυτός; Με τον έναν, με τους λίγους που μόνοι τους παλεύουν και  θυσιάζονται ουρλιάζοντας στο πλήθος για συνειδητοποίηση της κατάστασης και ανάγκη επίτευξης ομοφωνίας και ένωσης για ένα κοινό σκοπό , με  τη βία βγαίνοντας στους δρόμους και σπάζοντας τα πάντα, με την καρτερικότητα ενός μικρού παιδιού ότι κάποτε όλα θα αλλάξουν, απροσδιόριστο όμως το πώς ή υπό ποιες προϋποθέσεις; Με ποιο τρόπο η δουλοπρέπεια του κόσμου, η νοοτροπία, η μοιρολατρία θα αλλάξει σε πιο ενεργές κινήσεις όπου η πλειονότητα των ανθρώπων γύρω μας θα διεκδικεί και δεν θα ανέχεται, θα γίνουν οι πρωταγωνιστές της ζωής τους και όχι απλοί κομπάρσοι ή μάλλον αδιάφοροι θεατές;

H ηθική μπαίνει ως κύρια προβληματική τόσο στη ταινία όσο και στη πραγματικότητα που ζούμε γύρω μας. Αρχές και αξίες όπως τιμή, δικαιοσύνη, ισότητα, αξιοπρέπεια, ευσυνειδησία και φροντίδα για τη κοινωνία που μοιραζόμαστε και θέλουμε να ζούμε. Αρχές που η ταινία καταδικάζει ως ύψιστη ηλιθιότητα με υψηλή επικινδυνότητα. Αρχές όμως που μόνο σε αυτές μπορούμε να πατήσουμε αν θέλουμε μια καλύτερη κοινωνία.

Σε αντιδιαστολή με αυτή τη ταινία, μου ήρθε στο μυαλό το βιβλίο του Ντοστογέφσκι «Το όνειρο ενός γελοίου». Ένας άνθρωπος που θεωρεί τον εαυτό του παρείσακτο και γελοίο στη σύγχρονη πραγματικότητα του, έτοιμο να αυτοκτονήσει μέσα στην απελπισία της ζωής του, αποκοιμιέται στη πολυθρόνα του και ονειρεύεται ένα κόσμο που κάποτε ήταν αθώος και αγνός, ελεύθερος, ενωμένος και αρμονικός χωρίς να γνωρίζει την έννοια της κατοχής , της σκλαβιάς, της πλεονεξίας. Και όταν η έννοια της κατοχής, της ψευτιάς και της αδικίας υπεσέρχεται ανάμεσα τους, ο κόσμος παίρνει τη μορφή που λίγο πολύ έχει σήμερα. Παρόλα αυτά ο ήρωας ξυπνάει ανανεωμένος και εμπνευσμένος από  ελπίδα ότι αν κάποτε η κοινωνία ήταν πολύ διαφορετική και ο άνθρωπος δεν είναι από τη φύση του άπληστος και γεμάτος εγωισμό, τότε αυτό μπορεί να αλλάξει: «Ωστόσο δεν είναι δυνατόν να γελιέμαι πολύ, γιατί είδα  την αλήθεια και ξέρω πως οι άνθρωποι μπορεί να γίνουν ωραίοι και ευτυχισμένοι χωρίς να χάσουν τη δύναμή για να ζήσουν πάνω στη Γη. Δεν θέλω και δεν μπορώ να πιστεψω πως η διαφθορά είναι νόμος φυσικός στους ανθρώπους. Μπορεί να γελάσουν με τη πίστη μου μα τη φυλάγω: είδα την αλήθεια! Δεν τη φαντάστηκα, την είδα, την είδα, την είδα! Και η ζωντανή της εικόνα θα κατέχει την ψυχή μου για πάντα».

Ο καθένας από αυτούς που συλλογίστηκαν τα ιδανικά τους,  έχει το δικό του σκεπτικό για το πώς πρέπει να αλλάξει μια κοινωνία που πάσχει από τα θεμέλιά της, για τη κοινωνία που οραματίζεται τη ζωή του, για τον τρόπο που αυτό αλλάζει και μέχρι ποιο σημείο μπορεί να αλλάξει. Η επίπονη πίστη σε κάτι ανώτερο πνευματικά τόσο για εμάς όσο και για τον κόσμο γύρω μας δεν είναι ούτε γελοίο, ούτε και ψευδαισθητικό. Γιατι αυτό αποτελεί μια εξίσου δικαιολογία για να ακυρώνουμε τα πάντα γύρω μας και να τα αποδεχόμαστε. Όμως αυτό δεν γίνεται με κινήσεις αυτοθυσίας και  ιπποτισμού. Γίνεται με τη σταδιακή αποδοχή ότι ο  καθένας κάνει αυτό που μπορεί, στο μέτρο και στα όρια που δύναται. Στο λίγο, στο σιγά σιγά και όχι στο όλα ή τίποτα.

Σε μια κοινωνία που είναι ετοιμόρροπη να καταρρεύσει και να αυτοκαταστραφεί ακόμη και τότε υπάρχουν αυτοί που τείνουν τα χέρια του και ζητούν συνεργασία και σύμπνοια. Δεν μπορείς να γκρεμίζεις ένα σύστημα στοχεύοντας τη διαφθορά  μόνο σε 300 άτομα που προσυπογράφουν νόμους και αναθεωρήσεις όταν η διαφθορά ξεκινά από το πολιτικό που λαμβάνει μίζες εκατομμυρίων και εκτείνεται στο γιατρό που σου ζητάει ένα γεμάτο φάκελο λεφτά, ή το δημόσιο υπάλληλο που παρακαλεί να χώσουν το παιδί του κάπου σε ένα γραφείο υπηρεσιακό. Γκρεμίζεις βήμα βήμα μια ιδεολογία αποδομώντας τη και ξεκινώντας έμπρακτα από το τι εσύ αρχικά θεωρείς ατιμία και δεν θες να εφαρμόσεις μια νοοτροπία παθολογική αρχικά από σένα και επεκτείνοντάς τη και στη σχέση σου με τους άλλους, με τα πλαίσια στα οποία εργάζεσαι, κοινωνικοποιείσαι , βρίσκεις κοινά σημεία επαφής και επικοινωνίας, χτίζοντας κοινούς κώδικες, ιδανικά, πρακτικές. Διεκδικώντας την εφαρμογή των νόμων που υπάρχουν αλλά ως διακοσμητικό στοιχείο. Ψάχνοντας για σωστή ενημέρωση. Δείχνοντας αλληλεγγύη όταν θίγονται και τα δικαιώματα του άλλου, συμπάσχοντας και αντιδρώντας.

Η αλλαγή θα έρθει με τη σταδιακή συνειδητοποίηση έχοντας πάντα σαν όραμα ένα καλύτερο αύριο. Όχι με την παιδική αφέλεια ότι σε μια κοινωνία που παντού κρύβει ρωγμές, τρύπες και σκουριασμένα θεμέλια θα αλλάξει μονομιάς σε  βάσεις σταθερές. Η αφέλεια και ο ιδεαλισμός , αποκομμένος από τη πραγματικότητα  είναι  η ηλιθιότητα και πάντα το τίμημα είναι η αυτοθυσία. Ίσως αυτή ήταν και η ηλιθιότητα του Ντίμα στον αντίποδα του άλλου άκρου, της πλήρους απαξίωσης, της κυνικότητας, της βαρβαρότητας και του ατομικισμού σαν δικαιολογία αυτοεπιβίωσης.