Άρθρο: Φωτεινή Μαυρογιώργη
Ψυχολόγος

Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Χασαπλαδάκης
Φιλόλογος


«Για κακούργημα διώκεται η Έμιλυ Κρένο από το Οχάιο των ΗΠΑ αφού σύμφωνα με το κατηγορητήριο έπεισε τον 4χρονο γιο της ότι έχει καρκίνο και ότι ο θάνατός του πλησιάζει. Η Κρένο είχε ξυρίσει το κεφάλι του παιδιού, το ανάγκασε να κάνει πολλαπλές εξετάσεις αίματος και τον πήγαινε διαρκώς σε γιατρούς. Eίχε πείσει τους πάντες για τον καρκίνο του Τζέι Τζέι – που χαίρει άκρας υγείας. Συγγενείς, γείτονες και άγνωστοι ξεκίνησαν να βοηθούν την οικογένεια της Κρένο με κάθε τρόπο. Έγιναν και σελίδες υποστήριξης στο Facebook και τελικά αυτό ήταν που αποκάλυψε το «σχέδιό» της. Ένας από αυτούς που έκαναν like στη σελίδα, τη ρώτησε ποιον ογκολόγο επισκέπτεται. Η Κρένο δεν απάντησε και τον «απέβαλλε» από τη σελίδα. Η κίνηση αυτή τον έβαλε σε υποψίες. Τελικά η γυναίκα που έβαλε ένα τετράχρονο παιδί στη διαδικασία που θα μπορούσε να φθείρει ψυχικά όχι μόνο ένα παιδί αλλά οποιονδήποτε άνθρωπο, συνελήφθη και τις απαγγέλθηκαν κατηγορίες κακουργηματικού χαρακτήρα διότι έθεσε την ζωή του παιδιού σε κίνδυνο. Οι ειδικοί εκτιμούν ότι η Κρένο πάσχει από σύνδρομο Μινχάουζεν διά αντιπροσώπου.» (Athensvoice.gr, 2013).

Το σύνδρομο Μινχάουζεν δι ‘αντιπροσώπου (Münchausen by proxy)  προέρχεται από το ενήλικο σύνδρομο Μινχάουζεν, το οποίο εμφανίστηκε και προσδιορίστηκε για πρώτη φορά ως νοσολογική οντότητα το 1951 από τον Βρετανό  ενδοκρινολόγο Richard Asher. Όμως, ασθενείς οι οποίοι από πρόθεση υποκρίνονταν μία νόσο είχαν αναγνωριστεί ήδη από τον 2ο αιώνα μ.Χ. Το σύνδρομο Münchausen αναφέρεται σε άτομα οργανικώς υγιή, που επινοούν ή κατασκευάζουν συμπτώματα για να εξασφαλίσουν υγειονομική περίθαλψη και να τραβήξουν το ενδιαφέρον του οικογενειακού περιβάλλοντος. Η ονομασία Münchausen είναι εμπνευσμένη από τις φανταστικές και απίστευτες ιστορίες του περίφημου βαρόνου Hieronymus von Münchausen, που πολέμησε στο Ρωσοτουρκικό πόλεμο και, γυρίζοντας στην πατρίδα του, διασκέδαζε τους φίλους του με ψεύτικες ιστορίες που επινοούσε. Η περιγραφή του συνδρόμου Münchausen δι ‘αντιπροσώπου κατέστη για πρώτη φορά δυνατή το 1977, όταν ο Βρετανός παιδίατρος Roy Meadow αναγνώρισε ότι οι μητέρες δύο παιδιών που τον επισκέπτονταν προέβαιναν σε υποκρίσεις/προσποιήσεις βάζοντας τα  παιδιά τους στο ρόλο του ασθενούς, χρησιμοποιώντας τα ως εκπροσώπους τους.

     Το συγκεκριμένο σύνδρομο αποτελεί μία ιδιότυπη μορφή παιδικής κακοποίησης και αναφέρεται στην προσπάθεια ενός γονέα ή φροντιστή παιδιού (σε ποσοστό 75-98% είναι η μητέρα, βιολογική ή θετή, ενώ ως δράστες εντοπίζονται οι νοσηλεύτριες, οι πατέρες, οι παππούδες κ.λπ.) να πείσει τους άλλους πως το παιδί του υποφέρει από κάποια συμπτώματα -χωρίς, όμως, κάτι τέτοιο να συμβαίνει στην πραγματικότητα- ή να του προκαλέσει κάποια, λιγότερο ή περισσότερο, σοβαρή σωματική βλάβη, με σκοπό να πείσει για το αληθές των ισχυρισμών του και να εισπράξει την προσοχή και συμπάθεια των άλλων. Με αυτές τις ενέργειές τους, μιμούνται ή προκαλούν μία γνωστή σε αυτούς διαταραχή, γι’ αυτό και η εμφάνιση του συγκεκριμένου συνδρόμου είναι συχνή σε παιδιά τα οποία πάσχουν από χρόνια νοσήματα (π.χ., χρόνιο άσθμα, σακχαρώδης διαβήτης τύπου Ι κ.λπ.). Τα προκαλούμενα συμπτώματα ποικίλουν περιλαμβάνοντας διάρροια, εμετούς και σπασμούς, απότοκα φαρμακευτικών δηλητηριάσεων, κατάγματα, τραυματισμούς, αλλοίωση εργαστηριακών ευρημάτων (π.χ., αναλύσεις αίματος, ούρων κ.λπ.) και ψευδώς περιγραφόμενα συμπτώματα όπως ανακοπή, αναπνευστικούς σπασμούς, άπνοια κ.λπ. Με την εξαπάτηση στον πυρήνα της, αυτή η συμπεριφορά είναι μία απατηλή, δυνητικά θανατηφόρα και συχνά παρεξηγημένη μορφή παιδικής κακοποίησης ή ιατρικής αμέλειας, δύσκολη στην ανίχνευση, τον καθορισμό και την επιβεβαίωσή της (Shaw, Dayal, Hartman, DeMaso, 2005).

     Η Rosenberg όρισε το σύνδρομο Münchausen δι ‘αντιπροσώπου ως ένα σύμπλεγμα τεσσάρων κρίσιμων χαρακτηριστικών: (1) μία προσομοίωση ασθένειας που (2) επίμονα παρουσιάζεται για ιατρική αξιολόγηση στην οποία (3) η μητέρα ή άλλο πρόσωπο που ενεργεί in loco parentis (κατέχοντας νόμιμα τη θέση του γονέα του παιδιού) αρνείται την γνωστοποίηση της αιτιολογίας, και (4) τα συμπτώματα του παιδιού υποχωρούν όταν το παιδί απομακρύνεται από τον «δράστη». Αυτά είναι σίγουρα σημαντικά ζητήματα, ωστόσο, είναι απλώς προειδοποιητικά σημάδια που μπορούν εύκολα να παγιδεύσουν αθώες μητέρες.  Σε σχετικό άρθρο του 1995, ο Meadow παραδέχθηκε ότι τα κριτήρια της Rosenberg υπολείπονταν επαρκούς εξειδίκευσης. Με κάποιες επιφυλάξεις, ωστόσο, επικύρωσε τα διαγνωστικά κριτήρια που προβλέπονται από το DSM (DSM-IV), διότι «θα απέτρεπε την χρήση του όρου για πολλές μορφές παιδικής κακοποίησης, κάτι που αυτή τη στιγμή γίνεται σωρηδόν.»

     Το σύνδρομο Münchausen δι ‘αντιπροσώπου είναι ιδιαίτερα σπάνιο, εμφανίζεται σε γονείς παιδιών κάτω των 16 ετών ενώ η μέση ηλικία των παιδιών είναι οι 40 μήνες. Παρότι τα περισσότερα παιδιά είναι κάτω των 5 ετών, υπάρχουν πολλές τεκμηριωμένες αναφορές σε μεγαλύτερης ηλικίας παιδιά και εφήβους. Η εικόνα σε αυτά τα παιδιά είναι παρόμοια με αυτή των μικρότερων παιδιών, αν και έρευνες δείχνουν ότι τα μεγαλύτερα παιδιά μπορεί να συνωμοτούν με τους γονείς τους στην κατασκευή και παρουσίαση της νόσου. Τα παιδιά-θύματα περιγράφονται ως ανώριμα, εξαρτημένα, επιρρεπή σε συμπτώματα άγχους αποχωρισμού και είναι πιθανό να ανέχονται παθητικά τις ιατρικές θεραπευτικές διαδικασίες. (Shaw και συν., 2005).

     Τα κύρια γνωρίσματα των ατόμων που εμφανίζουν αυτή τη διαταραχή είναι ότι πρόκειται για γυναίκες, που συνήθως δίνουν την εντύπωση ότι είναι ιδιαίτερα τρυφερές και προστατευτικές προς τα παιδιά. Ένα εντυπωσιακό χαρακτηριστικό αυτών των γονέων είναι το ότι συχνά περιγράφονται ως υποδειγματικοί στις αλληλεπιδράσεις τους με τα παιδιά τους και με το παιδιατρικό προσωπικό. Ακριβώς κάτω από την επιφάνεια, όμως, τα πράγματα μπορεί να είναι διαφορετικά. Τα ιατρικά ιστορικά αυτών των μητέρων μπορεί να αντικατοπτρίζουν ιστορικό νοσημάτων αβέβαιης αιτιολογίας. Πολλές από τις μητέρες αυτές αναφέρουν ότι έχουν δεχτεί ψυχιατρική θεραπεία πριν τη διάγνωση, τις περισσότερες φορές για κατάθλιψη ή κάποια απροσδιόριστη μορφή διαταραχής προσωπικότητας. Ένα ακόμη χαρακτηριστικό αυτών των ατόμων είναι ότι συχνά έχουν ιατρικές γνώσεις. Μάλιστα, αρνούνται την παθολογική τους συμπεριφορά ακόμη και όταν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία και αλλάζουν συμπεριφορά όταν αυτή αποκαλύπτεται, χωρίς, όμως, να σταματούν τη δράση τους.

     Πρόκειται για άτομα χειριστικά, που συχνά ψεύδονται ασύστολα. Οι ιστορίες που διηγούνται είναι ιδιαίτερα δραματικές, ενώ τα ψέματα που λένε δεν αφορούν μόνο το παιδί αλλά και τον ίδιο τον εαυτό τους. Μπορεί, για παράδειγμα, να ισχυρίζονται πως οι ίδιες έχουν πέσει θύματα σεξουαλικής κακοποίησης ή ληστείας κ.τ.λ. Δείχνουν μία σχεδόν ουδέτερη στάση απέναντι στην ταλαιπωρία και τον πόνο του παιδιού τους από τις διάφορες εξετάσεις και μοιάζει να ενδιαφέρονται περισσότερο να στηρίξουν το νοσηλευτικό και ιατρικό προσωπικό παρά το ίδιο το παιδί τους, στη διάρκεια αυτών των, συχνά επώδυνων, ιατρικών εξετάσεων. Συνεργάζονται πρόθυμα με το προσωπικό του νοσοκομείου, βοηθούν άλλους γονείς που έχουν άρρωστα παιδιά, αποκτώντας τελικά κάποια ξεχωριστά «προνόμια» και πρόσβαση σε χώρους του νοσοκομείου όπου δεν επιτρέπεται η είσοδος σε κανέναν άλλο γονιό. Κάτι, που επίσης προκαλεί εντύπωση και απορία, είναι η αντίδρασή τους όταν δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη κάποιου προβλήματος στο παιδί. Η όποια ανακούφισή τους -εάν υπάρχει- γρήγορα περνά και πολύ σύντομα επανεμφανίζεται η επίμονη απαίτησή τους για περαιτέρω εξετάσεις. Τα παραπάνω στοιχεία συμβάλλουν στη διαφοροποίηση ενός γονέα φροντιστή που πάσχει από το σύνδρομο από έναν απλώς ενσυνείδητο ή υπερπροστατευτικό γονέα.

     Μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας υποστηρίζει ότι το σύνδρομο Münchausen δι ‘αντιπροσώπου σχετίζεται άμεσα με το μητρικό ρόλο και πιο συγκεκριμένα, με την σύγκρουση ανάμεσα στην επιθυμία μίας μητέρας να είναι μία ιδανική μητέρα και στη συνειδητή μερικές φορές, κακομεταχείριση του παιδιού που την οδηγεί σε σύγχυση και ακραίες επιλογές. Ως αιτίες για αυτό έχουν αναφερθεί δυσκολίες διαχείρισης της επιθετικότητας, έλλειψη ενσυναίσθησης, τραυματικές εμπειρίες, ύπαρξη σοβαρής ψυχοπαθολογίας κ.λπ. Η εναγώνια ανάγκη για προσοχή ή αναγνώριση που προκύπτει όταν οι άλλοι τους θεωρούν αφοσιωμένους γονείς μπορεί να συμπεριληφθεί στις αιτίες, ενώ δεν είναι σπάνιο οι συγκεκριμένοι γονείς να νιώθουν την ανάγκη να χειραγωγούν ή να εξαπατούν συγκαλυμμένα τις μορφές εξουσίας, περιλαμβανομένων των γιατρών του παιδιού. Οι ψυχοδυναμικές θεωρίες υποδεικνύουν τον αιτιολογικό ρόλο μίας πρώιμης τραυματικής απώλειας στη ζωή του γονέα, όπως της απόρριψης από τη μητέρα ή την έλλειψη αγάπης και προσοχής σε νηπιακή ηλικία.

     Το σύνδρομο Münchausen δι ‘αντιπροσώπου επομένως, είναι μία μορφή ιδιότυπης, λανθάνουσας και μακροχρόνιας παιδικής κακοποίησης που μπορεί να οδηγήσει ακόμα και στο θάνατο του παιδιού. Και μόνο αυτό το γεγονός επιβάλει τη συνεχή εγρήγορση, ενημέρωση και εκπαίδευση όλων όσων έχουν επαφή με μικρά παιδιά. Είναι πολύ σημαντική η συνεργασία μεταξύ των υπηρεσιών που έρχονται σε επαφή με το παιδί και την οικογένειά του όταν υπάρχουν ενδείξεις για πιθανή ύπαρξη του συνδρόμου. Η πίστη μας για την αγάπη των γονέων απέναντι στα παιδιά τους δεν θα πρέπει, σε καμία περίπτωση,  να αμφισβητείται από κανέναν. Αυτό όμως που ταυτόχρονα θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι πως η αγάπη προς το παιδί δεν είναι αρκετή από μόνη της, ώστε κάποιος να είναι καλός και σωστός ως γονέας. Η συναισθηματική ωριμότητα, οι προσωπικές θετικές εμπειρίες φροντίδας ως παιδιά, η συναίσθηση είναι απαραίτητες προϋποθέσεις, που δυστυχώς, δε διαθέτουν όλοι. Αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να βρισκόμαστε σε μία συνεχή διαδικασία αυτοπαρατήρησης, αυτοαξιολόγησης και αυτοβελτίωσης όχι μόνο ως γονείς αλλά και ως άνθρωποι.


Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Meadow, R. (1977). Munchausen syndrome by proxy: The hinterland of child abuse. Lancet, 2, 342-345.

Asher, R. (1951). Munchausen’s syndrome. Lancet, 1, 339-341.

Ferguson, D. (1988). Bad Moon Rising: A True Story. Nashville, TN: Winston-Derek, Inc.