Άρθρο: Μαυρογιώργη Φωτεινή
Ψυχολόγος

Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Χασαπλαδάκης
φιλόλογος


    Η ενδοοικογενειακή βία είναι μία συνεχής εμπειρία σωματικής, ψυχολογικής και / ή σεξουαλικής κακοποίησης στο σπίτι, που χρησιμοποιείται ως μέσο εδραίωσης, από μέρους του δράστη, της εξουσίας και του ελέγχου πάνω σε κάποιο άλλο άτομο. Αν και η ευαισθητοποίηση σχετικά με το φαινόμενο της ενδοοικογενειακής βίας στην κοινωνία μας αυξάνεται, οι επιπτώσεις για τη δημόσια υγεία έχουν μόλις πρόσφατα αναγνωριστεί από την ιατρική κοινότητα. Η πλειοψηφία της βιβλιογραφίας μέχρι σήμερα έχει επικεντρωθεί στην επίδραση της ενδοοικογενειακής βίας στα πρωτογενή θύματα. Ποιες όμως,  είναι οι επιπτώσεις στα λεγόμενα δευτερογενή θύματα, όπως τα παιδιά, τα οποία έχουν γίνει μάρτυρες περιστατικών βίας στο σπίτι;

Αυτό μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη μίας σειράς αρνητικών επιπτώσεων που εξαρτώνται από την ηλικία. Η έρευνα στον τομέα αυτό έχει επικεντρωθεί στις γνωστικές, συμπεριφορικές και συναισθηματικές επιπτώσεις. Τα παιδιά-μάρτυρες βίας στο σπίτι και τα παιδιά που κακοποιούνται μπορεί να εμφανίσουν πολλές παρόμοιες ψυχολογικές επιπτώσεις. Αυτά τα παιδιά διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για εσωτερίκευση συμπεριφορών, όπως το άγχος και η κατάθλιψη, και εξωτερίκευση συμπεριφορών, όπως οι τσακωμοί, ο εκφοβισμός ή τα ψέματα. Επίσης, είναι πιο ανυπάκουα στο σπίτι και το σχολείο ενώ είναι πιθανό να έχουν ελλιπείς κοινωνικές δεξιότητες, όπως κακή σχολική επίδοση και δυσκολίες στις σχέσεις με τους άλλους. Τα παιδιά-μάρτυρες ενδοοικογενειακής βίας υιοθετούν συχνά βίαιες συμπεριφορές ως μέσο επίλυσης συγκρούσεων και δείχνουν μεγαλύτερη προθυμία στο να χρησιμοποιήσουν βία. Αντιμετωπίζουν έντονα ιδιοσυγκρασιακά προβλήματα, ενώ εκείνα που προέρχονται από οικογένειες όπου οι μητέρες τους έχουν κακοποιηθεί δυσκολεύονται να επιδείξουν συναίσθηση και να εξετάσουν τις καταστάσεις και τα γεγονότα από την οπτική των άλλων. Οι σχέσεις με τους συνομηλίκους, η αυτονομία, ο αυτοέλεγχος και το σύνολο των δεξιοτήτων τους επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό, ιδιαίτερα σε αγόρια που έχουν υποστεί σοβαρή σωματική κακοποίηση και έχουν εκτεθεί στη χρήση όπλων.

Αν και υπάρχει γενική συμφωνία ότι τα παιδιά από βίαια οικογενειακά περιβάλλοντα έχουν περισσότερα συναισθηματικά και συμπεριφορικά προβλήματα από ό, τι εκείνα που προέρχονται από μη βίαιες οικογένειες, η έρευνα στον τομέα αυτό παρουσιάζει μία σειρά από περιορισμούς. Τα μεγέθη των δειγμάτων είναι σχετικά μικρά, συνήθως αποτελούνται από συμμετέχοντες σε δομές προστασίας θυμάτων βίας και οι μελέτες έχουν γενικά αναδρομικό σχεδιασμό. Ορισμένες μεταβλητές δεν είναι καλά ελεγχόμενες, όπως το φύλο, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση, η ευφυΐα, το πολιτισμικό υπόβαθρο και η κοινωνική υποστήριξη.

    Μία σειρά ερευνών έχουν αξιολογήσει την εμφάνιση προβλημάτων γνωστικής ανάπτυξης σε παιδιά που έχουν υπάρξει μάρτυρες ενδοοικογενειακής βίας. Ενώ οι ακαδημαϊκές ικανότητες
δεν βρέθηκαν να διαφέρουν μεταξύ των παιδιών (Mathias και συν., 1995), μία άλλη μελέτη διαπίστωσε ότι η αυξημένη έκθεση στη βία συνδέεται με χαμηλότερη γνωστική λειτουργία (Rossman, 1998). Μία από τις πολλές άμεσες επιπτώσεις των μαρτύρων βίας μπορεί να είναι οι συμπεριφορές που ένα παιδί αναπτύσσει σχετικά με τη χρήση βίας και την επίλυση των συγκρούσεων. Οι Jaffe, Wilson και Wolfe (1986) έδειξαν ότι η έκθεση των παιδιών σε βίαιες καταστάσεις μεταξύ ενηλίκων μπορεί να δημιουργήσει συμπεριφορές που δικαιολογούν την χρήση βίας από μέρους τους. Οι Spaccarelli, Coatsworth και τα ευρήματα του Bowden (1995) υποστηρίζουν αυτή τη συσχέτιση δείχνοντας ότι τα αγόρια που είχαν προσαχθεί για βίαια
εγκλήματα και τα οποία είχαν εκτεθεί στην οικογενειακή βία πίστευαν ότι «ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο ενισχυόταν η επιθετική τους φήμη ή η αυτοεικόνα τους». Τα αγόρια και τα κορίτσια, επίσης, φαίνεται να διαφέρουν σε αυτό το οποίο αποκομίζουν από τις εμπειρίες αυτές. Ο Carlson (1991) διαπίστωσε ότι τα αγόρια που ήταν μάρτυρες ενδοοικογενειακής βίας είχαν περισσότερες πιθανότητες να εγκρίνουν τη βία, σε σχέση τα κορίτσια.

    Οι περισσότερες μελέτες που αναφέρθηκαν προηγουμένως έχουν εξετάσει τα προβλήματα που συνδέονται με πρόσφατες εμπειρίες έκθεσης σε περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας σε παιδιά. Πλήθος ερευνών έχουν εστιάσει και στα μακροπρόθεσμα προβλήματα που αναφέρθηκαν εκ των υστέρων από ενήλικες ή αναφέρονται σε αρχειακά έγγραφα. Για παράδειγμα, οι Silvern και συνεργάτες (1995), σε μία μελέτη με 550 προπτυχιακούς φοιτητές, διαπίστωσαν ότι η εμπειρία των παιδιών ως μαρτύρων βίας συνδεόταν με κατάθλιψη, συμπτώματα που σχετίζονταν με το τραύμα και χαμηλή αυτοεκτίμηση. Στο ίδιο πνεύμα, οι Henning και συνεργάτες (1996) διαπίστωσαν ότι μεταξύ 123 ενήλικων γυναικών που είχαν υπάρξει μάρτυρες ενδοοικογενειακής βίας ως παιδιά, παρουσίαζαν υπερβολικό άγχος και μειωμένη κοινωνική προσαρμογή, σε σύγκριση με 494 μη-μάρτυρες. Τα ευρήματα αυτά επέμεναν ακόμα και μετά τον συνυπολογισμό των επιπτώσεων της έκθεσης σε περιστατικά γονικής λεκτικής σύγκρουσης, κακοποίησης και του επιπέδου της γονικής φροντίδας.

    Οι πιθανές αρνητικές επιπτώσεις ποικίλλουν ανάλογα με την ηλικία. Σε βρέφη από οικογένειες με περιστατικά κακοποίησης μεταξύ των συντρόφων, οι ανάγκες του παιδιού για προσκόλληση μπορεί να διαταραχθούν. Περισσότερο από το 50% αυτών των βρεφών κλαίνε υπερβολικά και έχουν προβλήματα πρόσληψης τροφής και ύπνου. Τα βρέφη, επίσης, βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για σωματική βλάβη. Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας που είναι μάρτυρες βίας μπορεί να αναπτύξουν μία σειρά από προβλήματα, συμπεριλαμβανομένων ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, όπως πονοκεφάλους και κοιλιακό άλγος. Ταυτόχρονα μπορεί να εμφανιστούν παλινδρομήσεις σε  συμπεριφορές προηγούμενων αναπτυξιακών σταδίων, όπως ενούρηση, πιπίλισμα του αντίχειρα και διαταραχές του ύπνου. Κατά τη διάρκεια της προσχολικής ηλικίας, τα παιδιά στρέφονται στους γονείς τους αναζητώντας προστασία και σταθερότητα, αλλά οι ανάγκες αυτές συχνά διαταράσσονται σε βίαια οικογενειακά περιβάλλοντα. Αυξημένο άγχος απέναντι σε ξένους και συμπεριφορές όπως κλάμα, φωνές και προσκόλληση μπορεί να προκύψουν. Προβλήματα ύπνου όπως αϋπνίες και παραϋπνίες είναι, επίσης, πιο συχνά σε αυτή την ηλικιακή ομάδα. Τα παιδιά αυτά μπορεί να παρουσιάζουν σημάδια τρόμου, που εκδηλώνονται με φωνές, ευερεθιστότητα, κρύψιμο και τραυλισμό.

    Παιδιά σχολικής ηλικίας μπορεί να αναπτύξουν μια σειρά προβλημάτων, όπως ψυχοσωματικές παθήσεις (πονοκέφαλοι ή κοιλιακό άλγος), καθώς και κακή σχολική επίδοση. Είναι πιθανό να έχουν λίγους φίλους ή να αποφεύγουν την συμμετοχή σε εξωσχολικές δραστηριότητες ενώ υπονομεύεται και η αίσθηση αυτοεκτίμησης και εμπιστοσύνης στο μέλλον. Τα παιδιά σχολικής ηλικίας είναι επίσης πιθανό να βιώσουν ενοχή και ντροπή για την κακοποίηση και τείνουν να κατηγορούν τους εαυτούς τους. Από την άλλη, οι έφηβοι έχουν υψηλότερα ποσοστά διαπροσωπικών προβλημάτων με τα άλλα μέλη της οικογένειας, και ιδιαίτερα ενδοοικογενειακές συγκρούσεις (γονέα-παιδιού). Συχνά υιοθετούν μία μοιρολατρική άποψη για το μέλλον, με αποτέλεσμα την αύξηση του ποσοστού υιοθέτησης αντικοινωνικών συμπεριφορών, όπως σκασιαρχείο από το σχολείο, πρώιμη σεξουαλική δραστηριότητα, κατάχρηση ουσιών και παραβατικότητα.

    Τέλος, είναι σκόπιμο να αναφερθούμε στους μύθους σχετικά με την έκθεση σε περιστατικά βίας.

Μύθος: Όσο πιο μικρό σε ηλικία είναι το παιδί, τόσο λιγότερο θα επηρεαστεί από την έκθεση στη βία.

Τα μικρά παιδιά δεν έχουν ανοσία στις επιδράσεις της βίας. Η κλινική εμπειρία δείχνει ότι τα μικρά παιδιά επηρεάζονται βαθύτατα από την έκθεση στην βία, ιδίως αν ο δράστης ή το θύμα είναι μέλος της οικογένειας.

Μύθος: Τα μικρά παιδιά δεν θα θυμούνται τα περιστατικά βίας.

Τα παιδιά δεν ξεχνούν τί έχουν δει. Οι ενήλικες ελπίζουν ότι αν δεν μιλήσουν για την βία, οι αναμνήσεις των παιδιών για το περιστατικό θα εξαφανιστούν. Ωστόσο, τα μικρά παιδιά παρουσιάζουν μία αξιοσημείωτη ικανότητα να θυμούνται τα τραυματικά γεγονότα. Οι ζωντανές περιγραφές τους για αυτά έρχονται σε αντίθεση με τις εκθέσεις των γονέων ότι τα παιδιά τους δεν είδαν τη βία ή την αγνοούν.

Μύθος: Η βία είναι ένα αστικό πρόβλημα και μόνο τα παιδιά που ζουν σε αστικές περιοχές γίνονται μάρτυρες βίας.

Η βία δεν είναι μόνο ένα αστικό πρόβλημα. Έχει αγγίξει τις ζωές όλων των οικογενειών και των παιδιών στις αγροτικές περιοχές, στα προάστια και στο κέντρο της πόλης. Η ενδοοικογενειακή βία μπορεί να συμβεί οπουδήποτε. Η κακοποίηση των παιδιών συμβαίνει με μεγαλύτερη συχνότητα σε περιοχές όπου υπάρχει υψηλή συγκέντρωση ατόμων με ανεπαρκή στέγαση και εισόδημα και με υψηλά ποσοστά χρήσης ναρκωτικών. Η συσχέτιση αυτή αναφέρεται στην ανάγκη για αντιμετώπιση των ζητημάτων φτώχειας και ανισότητας ως μία στρατηγική για τη μείωση της βίας.

Μύθος: Η βία είναι ένα φυλετικό πρόβλημα.

Η βία δεν είναι ένα φυλετικό πρόβλημα, ούτε εντοπίζεται κυρίως σε μειονοτικές κοινότητες. Η ενδοοικογενειακή βία εμφανίζεται σε παρόμοια ποσοστά σε όλες τις φυλές και πολιτισμικές ομάδες που έχουν μελετηθεί.

Κλείνοντας, θα ήθελα να κάνω έναν σύντομο παραλληλισμό:

Στην ραψωδία τ της Οδύσσειας, ο Οδυσσέας έχει καταφθάσει στην Ιθάκη και η θεά Αθηνά τον έχει ήδη μεταμορφώσει σε ελεεινό γέρο ζητιάνο. Στα πλαίσια της φιλοξενίας της Πηνελόπης, η γριά τροφός του Οδυσσέα Ευρύκλεια του πλένει τα πόδια, αλλά βλέπει την παλιά πληγή από δόντια κάπρου που είχε και τον αναγνωρίζει.

Τα τραύματα αποτελούν ενδείξεις βίας. Γι’ αυτό τον λόγο, όλοι οι άμεσα εμπλεκόμενοι με τα παιδιά οφείλουν να βρίσκονται σε επαγρύπνηση και να είναι σε θέση να αναγνωρίσουν τα τραύματα, σωματικά ή μη, πριν προλάβουν να αφήσουν ανεξίτηλο το στίγμα τους στην παιδική ψυχή.


Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Jaffe PG, Wolfe D, Wilson S, Zak L. Similarities in behavioral and social maladjustment among child victims and witnesses to family violence. Am J Orthopsychiatry. 1986;56(1):142–5.

Spaccarelli S, Coatsworth JD, Bowden BS. Exposure to serious family violence among incarcerated boys: its association with violent offending and potential mediating variables. Violence Vict. 1995;10:163–82.

Jaffe PG, Hurley DJ, Wolfe D. Children’s observations of violence: I. Critical issues in child development and intervention planning. Can J Psychiatry. 1990;35:466–70.