Κείμενο: Νάντια Κορτάθαρ


Μαθαίνω να ζω. Κουβαλάω αρκετά χρόνια στην πλάτη μου, μα ακόμα όλα μου φαίνονται καινούρια αν και ξαναφορεμένα. Εμπειρία πολλή δεν έχω. Την ανέβαλλα για αύριο και κατόπιν για μεθαύριο και τα αύριο έγιναν χθες και το σήμερα τρεμοπαίζει. Κάποιες φορές φλερτάρει με την ιδέα της εξαφάνισης γιατί δε νιώθει λέει πως ήρθε η ώρα του να παρουσιαστεί. Και έπειτα καταφθάνουν τα όνειρα μ’ έναν διακαή πόθο αναπαραγωγής που αυτά ναι μπορούν και το κάνουν πράξη. Και έτσι πληθαίνουν και πολλαπλασιάζονται τόσο ώστε τα περισσότερα από αυτά αποπροσανατολίζονται και χάνονται ή ενώνονται με άλλα για να δημιουργήσουν κάτι μεγάλο που δυστυχώς ποτέ δε φτάνει να αναδειχτεί.

Μαθαίνω να ζω μια ενήλικη ζωή που δε μου πολυαρέσει. Που βιάστηκα να την υιοθετήσω νωρίς πιστεύοντας λαθεμένα ότι θα με όπλιζε με ελευθερία και ανεξαρτησία αν και μάλλον κατάφερε να με ποδηγετήσει τελικά.  Σα χαζός έπεσα στην παγίδα του φαίνεσθαι. Γιατί πραγματικά μου παρουσιάστηκε αλλιώς, ντυμένη υποσχέσεις και πολυσχιδή θέλω. Τα θέλω αυξήθηκαν μα ο χρόνος ξαφνικά λιγόστευσε. Δε φτάνει πια για εκείνες τις ιδιαίτερες δραστηριότητες. Είναι πάντα κατειλλημμένος από την κούραση και από βαρετές αλλά κατά τ’ άλλα αναγκαίες υποχρεώσεις.

Μαθαίνω να αντέχω μια δουλειά που δε μου ταιριάζει, που δε με γεμίζει, που μου φουντώνει τα νεύρα, που με στρεσάρει και δε με ικαναποιεί αλλά μου προσφέρει ικανοποιητικές απολαβές εν μέσω κρίσης σε μια χώρα όπου οι ευκαιρίες είναι ελάχιστες. Μαθαίνω λοιπόν να είμαι ευγνώμων γι αυτό σπρώχνοντας τα αληθινά μου θέλω κάθε μέρα λίγο και πιο κάτω απορώντας μήπως και δεν έχει πάτο τελικά ώστε να χαντακωθούν όλα.

Μαθαίνω να εκπλήσσομαι από τον εαυτό μου που ήταν πάντα πολύ επαναστατικός για να τα δέχεται όλα αυτά αναρωτώμενος τι είναι αυτό που έχει καταφέρει να αλλάξει το σκεπτικό μου και την άλλοτε χίπικη φιλοσοφία ζωής.  Μια απάντηση φαίνεται να ταιριάζει απόλυτα εδώ μα την αγνοώ γιατί αρνούμαι να πιστέψω ότι μπορεί να υποβόσκει έστω και μια πιθαμή αλήθειας σε αυτήν. –Ο φόβος; Μα βέβαια όχι. Πανηγυρικό όχι, θα ήθελα να βρωντοφωνάξω μα η αλήθεια με κοιτάει κατάματα. Και τι να της απαντήσω; Ο δύστυχος… δεν μπορώ να της κρυφτώ.

Μαθαίνω λοιπόν να ζω ελάχιστα, συμβατικά αν και καθόλου δε μου πρέπει. Η ζωντάνια της νιότης μου και η δίψα για μάθηση που με διακρίνουν ζητούν αναγνώριση και δικαίωση. Πρέπει να μάθω να τις κάνω λυχνάρια στο δρόμο προς την απελευθέρωσή μου. Συνοδοιπόρους στο ταξίδι για την εύρεση της ζωής! Όχι οποιασδήποτε ζωής μα της αληθινής, της ονειρεμένης και της μοναδικής.

Μαθαίνω να αποτινάσσω το φόβο μου και να διακινδυνεύω, γιατί έτσι τελικά μαθαίνω.