Άρθρο: Φωτεινή Μαυρογιώργη
Ψυχολόγος

Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Χασαπλαδάκης
φιλόλογος


Το 1989 η ηθοποιός Jodie Foster, κατά την απονομή των βραβείων Όσκαρ, ενώ κέρδισε το πολυπόθητο χρυσό αγαλματάκι για την εκπληκτική ερμηνεία της στην ταινία «Κατηγορούμενη«, φοβόταν ότι η Ακαδημία θα της ζητήσει να επιστρέψει το βραβείο, γιατί της δόθηκε από λάθος! Μπορεί να σας φαίνεται περίεργο, ή και ίσως λίγο “τραβηγμένο” παράδειγμα, ωστόσο, μπορεί να έχετε σκεφτεί ότι “ το αφεντικό μου έδωσε προαγωγή επειδή δεν είχε κάποιο άλλο άτομο για την θέση” ή “αποκλείεται να μου συμβαίνει κάτι τόσο καλό”.
Πρόκειται για το σύνδρομο της “ψευδεπίγραφης επιτυχίας” ή του “απατεώνα” και αποτελεί μετάφραση του όρου “impostor syndrome”. Συναντάται στην βιβλιογραφία και με τους όρους: άγχος αμφισβήτησης, φόβος διάψευσης, φόβος ξεμασκαρέματος, φόβος αφαίρεσης του προσωπείου, φόβος ξεμπροστιάσματος. Επινοήθηκε το 1978 από τις κλινικούς ψυχολόγους Dr. Pauline R. Clance και Suzanne Α. Imes και αναφέρεται σε φιλόδοξα άτομα που χαρακτηρίζονται από αδυναμία να εσωτερικεύουν τα επιτεύγματά τους και έναν επίμονο φόβο ότι θα εκτεθούν ως “απάτη”. Παρά τα εξωτερικά αποδεικτικά στοιχεία της ικανότητάς τους, εκείνοι που παρουσιάζουν το σύνδρομο παραμένουν πεπεισμένοι ότι είναι απατεώνες και δεν αξίζουν την επιτυχία. Όποια επιτυχία αποδίδεται στους παράγοντες της τύχης, των συγκυριών, στο ότι δήθεν κατάφεραν και εξαπάτησαν τους άλλους, στο ότι οι άλλοι δεν ανακάλυψαν τα λάθη τους, κτλ. Έτσι, το άτομο διακατέχεται από ένα μόνιμο άγχος ότι θα τον “ξεσκεπάσουν” σύντομα και ότι κάποια στιγμή θα αποκαλυφθεί ότι δεν άξιζε την αναγνώριση που είχε αυτό που κατάφερε.
Το σύνδρομο του “απατεώνα” τείνει να μελετάται ως αντίδραση σε συγκεκριμένα ερεθίσματα και γεγονότα, και όχι ως έμφυτο στοιχείο του χαρακτήρα, όπως παραδοσιακά θεωρείτο. Δεν γίνεται αντιληπτό ως μία ψυχική διαταραχή αλλά έχει υπάρξει θέμα έρευνας για πολλούς ψυχολόγους. Αν και ορισμένοι άνθρωποι είναι πιο επιρρεπείς στα συναισθήματα “απατεώνα”, βιώνοντας τα πιο έντονα από τους περισσότερους, και μπορούν να αναγνωριστούν χρησιμοποιώντας τις κλίμακες προσωπικότητας, δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία που να υποστηρίζουν ότι το σύνδρομο του “απατεώνα” είναι ένα σαφές χαρακτηριστικό της προσωπικότητας. Ψυχολογική έρευνα που έγινε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 εκτίμησε ότι δύο στους πέντε επιτυχημένους ανθρώπους θεωρούν τους εαυτούς τους απάτη και άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι το 70 τοις εκατό όλων των ανθρώπων αισθάνονται σαν απατεώνες κάποια στιγμή.
Θεωρείται ότι είναι ιδιαίτερα υψηλό στους ακαδημαϊκούς, και ιδιαίτερα στους μεταπτυχιακούς φοιτητές, που αγωνίζονται με τη διαδικασία της απόδειξης των ικανοτήτων τους μέσα από την εκπόνησης μίας έρευνας και αναπόσπαστο μέρος της δουλειάς τους είναι να βρίσκονται υπό εξέταση, κριτική και αμφισβήτηση. Επίσης, το σύνδρομο αυτό είναι συχνότατο στους χαρισματικούς και ταλαντούχους ανθρώπους, που, όταν η υψηλή τους ικανότητα δεν συνοδεύεται από ισχυρή αυτοεκτίμηση, τότε, ακόμα και αν έχουν καταφέρει υψηλά επιτεύγματα, δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν ότι το κατάφεραν με την αξία τους. Απόδειξη αυτού το παράδειγμα της Jodie Foster. Και κυριότερα “θύματα” του συγκεκριμένου ψυχικού φαινομένου οι νέες εργαζόμενες γυναίκες, κάτι που μπορεί να το παρατηρήσεις στη συνάδελφό σου, στη φίλη σου, στην αδελφή σου, ακόμα και στον ίδιο σου τον εαυτό. Οι γυναίκες αυτές έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και αρκετό άγχος κάθε φορά που τους συμβαίνει κάτι καλό. Μπορεί να δουλεύουν σκληρά και να ανταμείβονται για αυτό, παρόλα αυτά δεν πιστεύουν ότι τους αξίζει αυτή η ανταμοιβή. Νιώθουν ότι η επαγγελματική τους επιτυχία οφείλεται καθαρά στην τύχη και όχι γιατί έχουν τις ικανότητες και την απαραίτητη μόρφωση. Και το χειρότερο από όλα, πιστεύουν ότι ανά πάσα στιγμή κάποιος συνάδελφος θα ανακαλύψει την υποτιθέμενη “απάτη” που κρύβεται πίσω από την αναγνώριση αυτή.
Οι Imes και Clance βρήκαν αρκετές συμπεριφορές γυναικών με υψηλές επιδόσεις με το σύνδρομο του απατεώνα:

Επιμέλεια: χαρισματικοί άνθρωποι συχνά εργάζονται σκληρά προκειμένου να αποτρέψουν τους άλλους από την ανακάλυψη ότι είναι “απατεώνες”. Αυτή η σκληρή δουλειά οδηγεί συχνά σε περισσότερους επαίνους και επιτυχία, η οποία διαιωνίζει τα συναισθήματα απατεώνα και τους φόβους ότι θα “αποκαλυφθούν”.

Το συναίσθημα του να είσαι ψεύτικος: τα άτομα με τα συναισθήματα “απατεώνα” συχνά επιχειρούν να δώσουν στους ανωτέρους τους τις απαντήσεις που πιστεύουν ότι θέλουν, το οποίο συχνά οδηγεί σε αύξηση της αίσθησης του ψεύτικου.

Απουσία επίδειξης εμπιστοσύνης: ένας άλλος τρόπος που ένα άτομο μπορεί να διαιωνίζει τα συναισθήματα “απατεώνα” είναι να αποφεύγει να δείχνει εμπιστοσύνη στις ικανότητές του. Μπορεί να πιστεύει ότι αν πραγματικά πιστέψει στη νοημοσύνη και τις ικανότητες του, μπορεί να απορριφθεί από τους άλλους.

Χρήση της γοητείας: χαρισματικές γυναίκες χρησιμοποιούν συχνά την διαισθητική διορατικότητα και τη γοητεία τους για να αποκτήσουν την έγκριση και τον έπαινο από τους επόπτες, και αναζητούν σχέσεις με τους προϊσταμένους, προκειμένου να τις βοηθήσουν να αυξήσουν τις ικανότητές τους διανοητικά και δημιουργικά.

Το φαινόμενο αυτό, λοιπόν, φαίνεται να συνδέεται με το εσωτερικό ή εξωτερικό σημείο απόδοσης μίας επιτυχίας ή αποτυχίας (locus of control) που πραγματεύεται η θεωρία απόδοσης αιτίων (attribution theory). Όταν κάποιος αποδίδει την επιτυχία μόνο σε εξωτερικά αίτια (π.χ., “πέρασα τις εξετάσεις γιατί ήταν αφηρημένος ο εξεταστής”), και την αποτυχία σε εσωτερικά (π.χ., “εγώ φταίω που δεν πήρα την προαγωγή”), οδηγείται σε σκέψεις για τη χαμηλή αυτοπεποίθηση του ατόμου και χρειάζεται έτσι αναδρομή στους λόγους που τον οδήγησαν στο να μην πιστεύει, αναγνωρίζει και υπερασπίζεται τον εαυτό του κάποιος.
Μήπως μετά από όσα διαβάσατε, διακρίνετε τον εαυτό σας σε κάποια σημεία; Φυσικά δεν είστε οι μόνες/οι, γιατί στην πραγματικότητα κανείς δεν εξαιρείται από το αυτό το σύνδρομο. Όλοι οι άνθρωποι έχουν αναφέρει κατά καιρούς ότι νιώθουν ότι δεν τους αξίζει τόση ευτυχία ή ότι ευθύνεται η τύχη για όλα τα καλά που τους συνέβησαν. Το κλειδί είναι να πιστέψετε στον εαυτό σας και στις δυνατότητες του. Η πραγματικότητα είναι ότι κανείς δεν είναι καλός σε όλα, αλλά αν πιστέψουμε στην εσωτερική μας δύναμη μπορούμε να πετύχουμε σχεδόν τα πάντα.


Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Clance, P.R.; Imes, S.A. (1978). «The imposter phenomenon in high achieving women: dynamics and therapeutic intervention.». Psychotherapy: Theory, Research and Practice 15 (3): 241–247