Ξημερώνουν και κάτι μέρες που ο ήλιος πυροδοτεί τη φλόγα σου για ζωή και η θάλασσα σε σκεπάζει με το λινό σεντόνι της λήθης. Κάτι τέτοιες παράξενες μέρες τις κλέβεις για να ταξιδέψεις το «εγώ» σου. Αυτές τις θαυμάσιες μέρες τις κρατάς στο μπαούλο με τις ονειροπαγίδες, τα τόξα και τα βέλη σου, εκεί που είναι η ελπίδα.

Θες να σου μιλήσω γι’ αυτό το μπαούλο;  Μου επιτρέπεις να σε πάω μαζί μου πίσω στο χρόνο, εκεί στα παιδικά μας χρόνια, στο οικογενειακό σπίτι με την μεγάλη αυλή;

Αυτό το μπαούλο λοιπόν γέμιζε καθημερινά, ήταν μέσα η μεγαλύτερη μου συλλογή. Κι ενώ ήταν τόσο μεγάλο και φαινόταν βαρύ, ήταν πολύ ελαφρύ, τόσο που όταν φυσούσε θλίψη, διαλυόταν και η συλλογή μου σκορπιζόταν στον άνεμο.  Ξεκίνησα να συλλέγω από τη μέρα που ο δάσκαλος με δυνατή φωνή με ρώτησε τι όνειρα κάνω πάλι και με ταρακούνησε από την αφηρημένη μου σκέψη, για να δώσω σημασία στις μουντζούρες με αριθμούς στον πίνακα που τόσο απεχθανόμουν. H ερώτησή του με έμπλεξε σε καυγάδες με τις σκέψεις μου. Από τη μια μεριά, εγώ με πείσμα επέμενα στα όνειρα και συνέχιζα να δημιουργώ ιστορίες με τη φαντασία μου και από την άλλη, μια στρατιά αριθμών να με απειλούν.  Τα όνειρα βουτιές από σύννεφο σε σύννεφο στον ουρανό και οι αριθμοί πόδια που βαδίζουν γερά στον πραγματικό κόσμο, ένα κόσμο που δεν επέλεξα να επισκεφθώ.

Αποφάσισα να συλλέγω όνειρα και να τα μπλέκω σε ονειροπαγίδες, να με καθοδηγούν στο δικό μου στόχο. Τότε κατάλαβα και την σημασία των στόχων, ο απώτερος και πιο αληθινός προορισμός των ονείρων σου. Συμφιλιώθηκα και με τους αριθμούς, τις διαιρέσεις και τους πολλαπλασιασμούς, θα μου είναι χρήσιμοι, σκέφτηκα, στη στρατηγική για να επιλύω προβλήματα, όπως τα αποκαλούσαν οι μεγάλοι. Μου δημιουργήθηκε όμως η απορία γιατί στο σχολείο δεν μας μαθαίνουν πώς να ονειρευόμαστε, αλλά απαιτούν να έχουμε όνειρα που να χωράνε μόνο σε συγκεκριμένα καλούπια. Φαντάσου να μπορούσαν τα παιδιά να ζωγραφίσουν όνειρα, να τα ζωντανεύουν στη μικρή σκηνή, να ράβουν στολές και νότες πάνω σε πεντάγραμμα για μουσική. Μπορείς να το φανταστείς για λίγο σε παρακαλώ;

Και κάπου εδώ πρέπει να ετοιμαστείς να επιστρέψουμε στο παρόν, ξέρω μπορεί να είναι ζόρικη η διαδικασία αυτή, μα θα την υποστείς. Ακόμη κι αν σου φαντάζει περίεργο εμείς οι ονειροπόλοι μάθαμε καλά πως να πηγαινοερχόμαστε από τα δικά μας παράλληλα σύμπαντα στον πλανήτη Γη. Αφήνουμε και ένα γράμμα στην διαδρομή για να μην χαθούμε.

2  Μαΐου 2017, 09:32

Ξημέρωσε μια μέρα που φαινόταν όμορφη. Η θάλασσα σε καλούσε αν κι ήταν ακόμη Άνοιξη. Το νερό λίγο ταραγμένο και το χρώμα της βαθύ, ένα γαλάζιο που σε έριχνε μέσα στο βαθύ σου κυκλώνα. Κάπου εκεί έρχεται στο μυαλό σου η εικόνα από το μπαούλο, σπασμένο, γεμάτο χώμα και δάκρυα πλέον,  αφού πέρασε αρκετός καιρός  από τη μέρα που το έκλεισες με δύναμη και το έκρυψες στον κήπο. Ήταν η μέρα που ο κόσμος που ζεις σε έκανε να αηδιάσεις. Η μέρα που συνειδητοποίησες πως είναι δύσκολο να αλλάξει ο κόσμος αυτός και ακόμα πιο δύσκολο να συνεχίσεις να ονειρεύεσαι και να προσπαθείς για ένα άλλο μέλλον.

Μπορείς να χαράξεις όμως το δρόμο σου στα μέτρα ενός κόσμου που θα επέλεγες να επισκεφτείς, και μπήκε ξανά μέσα σου το μικρόβιο να αναζητήσεις την εσωτερική σου ύπαρξη. Τα κύματα, βλέπεις, ταράζουν την ψυχή. Κι αν με ρωτήσεις ποιον ουτοπικό κόσμο φαντάζομαι η απάντηση θα είναι απλή. Δεν μιλάω για κάποιο φανταστικό, άλλα για ένα κόσμο που ο άνθρωπος θα σέβεται τον άνθρωπο και οι λέξεις τέχνη, αγάπη και ιστορία θα είναι αξίες βασικές και αξία δεν θα είναι αριθμοί με ακολουθία μηδενικών.

Αν ποτέ θελήσεις να αναζητήσεις την εσωτερική σου ύπαρξη, θα νιώθεις να σε πνίγει η αδικία στον κόσμο. Ίσως να αφεθείς στην παραίτηση και την απογοήτευση, μέσα σου θα μουρμουρίζεις ότι απέτυχες στον στόχο σου να αλλάξεις έστω και για λίγο τον κόσμο αυτό.  Θα νιώθεις ανίκανος που δεν μπόρεσες, μέχρι εκείνη τη στιγμή, να αλλάξεις εσύ ο ίδιος συνήθειες και «πιστεύω».  Τώρα θα αντικρίζεις μια μορφή μικρή και σκοτεινή να παλεύει να μείνει ζωντανή από τα όπλα του κόσμου αυτού.  Μια μορφή που φοβάται, μα θα ρισκάρει με τη πρώτη φωτιά του ήλιου στο κορμί, κι ας ξέρει πως δεν μπορούν να σωθούν πολλά, κι ας ξέρει ότι ο κόσμος αυτός ίσως και να μην αλλάξει ποτέ. Κι αυτό θα είναι η συνέπεια από την εξέλιξη του είδους μας, αγρίμια σε μια ζούγκλα, γκρι με μηχανές, και ανθρώπους σαν λυπημένα play Mobil σε παρέλαση χωρίς κρουστά.

Ο ήλιος έδυε, με ρυθμό γρήγορο που έκανε όλες τις σκέψεις να χαθούν στο βυθό. Και ήταν σαν να άρχιζε η αντίστροφη μέτρηση. Μια μέτρηση από το σήμερα στο αύριο και από το παρόν στο μέλλον και το μόνο που τα χώριζε είναι δευτερόλεπτα, λεπτά, ώρες, εποχές και ηλιοβασιλέματα. Εσύ λες να χαραμίσεις κι άλλες παράξενες μέρες στη λήθη της θάλασσας;

 Υ.Γ   Φύλαξε αυτή τη μέρα στο μπαούλο σου, δίπλα στην ελπίδα. Ακόνισε τα βέλη σου, βγάλε τις ονειροπαγίδες, τα βιβλία, τις φωτογραφίες, τις ζωγραφιές και το τόξο σου, ετοιμάσου για μια ακόμη προσπάθεια να στραφείς πως την δική σου πορεία. Μην ξεχνάς! Ο στόχος είναι το λιμάνι για να αράξεις λίγο, τα όνειρα τα πανιά που θα σε ταξιδέψουν ως εκεί, θα παλέψουν και με φουρτούνες αν χρειαστεί.

Από την Ποκαχόντας με αγάπη.