Άρθρο: Κωνσταντίνος Αλσινός Αμπατζίδης


Με θυμάστε, χαίρομαι που με θυμάστε…

Καθήστε μόνο εδώ αν θέλετε, αυτή είναι η θέση των επισκεπτών,

Κι αν σας είναι εύκολο, μην ακουστώ περίεργη,

μην πατάτε αν μπορείτε πάνω στο χαλί,

προσπαθώ να το κρατώ όσο γίνεται καθαρό.

Όχι, όχι, προς θεού, δεν χρειάζεται να βγάλετε τα παπούτσια σας,

Ίσως την επόμενη φορά, αν υπάρξει, που δεν θα σας ντρέπομαι τόσο…

Χαίρομαι που με θυμάστε, είναι σα να γνωριζόμαστε ήδη λοιπόν…

Ας μιλάμε όμως στον ενικό, φαινόμαστε συνομήλικοι θαρρώ,

ήμουν ανέκαθεν απλός άνθρωπος με τους ανθρώπους, τους δεχόμουν και μιλούσαμε κατευθείαν σαν φίλοι,

εγώ συνήθως μόνο,

εκείνοι ήταν πάντα κυρία και κυρία,

είδες τις σου κάνουν λίγα τετραγωνικά σκηνής…

Γιατί συνήθως,

αν βλέπει κανείς κάποιον στο θέατρο αυτομάτως τον θεοποιεί,

ή τον ζηλεύει τόσο που τελικά τον μισεί,

έστω και κεκαλυμμένα,

όπως και να έχει δεν μένει αδιάφορος,

ξυπνούν μέσα του περίεργα συναισθήματα,

ποτέ δεν κατάλαβα γιατί συμβαίνει αυτό, λες και δεν είμαστε κι εμείς κανονικοί ανθρώποι

είμαστε σίγουρα διαφορετικοί,

αλλά όχι τόσο,

δεν ξέρω εντέλει αν αυτή η στάση οφείλεται στο θαυμασμό ή το φόβο,

κι εγώ

μπορεί να φοβόμουν κάποιον που είναι ικανός να αναπαράγει τόσο πιστά ανθρώπινα αισθήματα και καταστάσεις,

να «παίζει» τόσο καλά,

αλλά μπορούμε να έρθουμε και πιο κοντά, αλλοίμονο,

μπορούμε κι εμείς να ζήσουμε σαν άνθρωποι φυσιολογικοί.

Τι σου έλεγα;

Α, ναι, πως εγώ ήμουν ανέκαθεν απλή, απ’ ότι τώρα καταλαβαίνω όμως,

έπαιζα συνεχώς,

έπρεπε να κρατώ το ρόλο μου, έναν άλλο βέβαια,

ακόμη κι εκτός σκηνής,

κι αυτό ξέρεις, κουράζει κάποια στιγμή, δεν μπορείς να παίζεις συνέχεια, να είσαι κάποιος άλλος για τους άλλους,

άσε που είναι κι επικίνδυνο,

κάποτε θα ξεχάσεις τη διαφορά της αλήθειας με το ψέμα,

μπορεί και να γίνεις τελικά αυτό που ήθελαν πάντα οι άλλοι να βλέπουν επάνω σου, δε μιλώ για χειρότερες περιπτώσεις, που τις είδα, πίστεψέ με, όπου πια μπορεί κανείς να τρελαθεί.

Μόνο,

άσε το ποτήρι σου πάνω στο σουβέρ σε παρακαλώ, μην λερωθεί το τραπεζάκι. Ευχαριστώ.

Ήμουν τότε, σπουδαία, όπως έλεγαν.

Πρωταγωνιστούσα στις καλύτερες παραστάσεις, στα μεγαλύτερα έργα, σε ονομαστά θέατρα, με ξακουστούς σκηνοθέτες.

Έρχονταν άνθρωποι τα βράδια

και με κοιτούσαν σαν να κρεμόταν εκείνη τη στιγμή όλη τους η ζωή σε μια μου λέξη, δε μιλώ για τα νέα παιδιά, που με λάτρευαν, που με είχαν είδωλό τους, έλεγαν όλα,

να γίνω μεγάλη ηθοποιός σαν κι εκείνη…

Να ήξερες μόνο τι δύναμη είχα πάνω στη σκηνή,

σωστή Μέδουσα,

ένοιωθα τα βλέμματα όλων επάνω μου και ήταν σαν να άκουγα ακόμη και τις καρδιές τους, τους καταλάβαινα πως περίμεναν την κάθε μου λέξη, το κάθε μου νεύμα, το κάθε μου δάκρυ,

τους σαγήνευα,

όπως κάνουν μερικοί μαέστροι με τα χέρια τους,

δεν ξέρω αν έχεις δει,

σαν να πιάνουν τη μουσική απ’ τα μαλλιά και να την πετούν με δύναμη επάνω σε κάθε κρεσέντο για να γκρεμιστεί έπειτα στο πάτωμα να σκορπίσει σε δισεκατομμύρια κομμάτια,

λες και γραπώνουν μέσα απ’ τα σπλάχνα των μελών της ορχήστρας  την ίδια τους τη ψυχή και να την τεντώνουν σαν τις χορδές στα βιολιά τους,

έτσι κι εγώ,

με μια μου κίνηση, με μια μου λέξη,

ένοιωθα να μπορώ να σκοτώσω και ν’ αναστήσω,

ένοιωθα τις ζωές του κοινού μου στα χέρια μου.

Κι αυτές είναι οι στιγμές που ένας καλλιτέχνης πρέπει να γίνει καλλιτέχνημα, να μην παρασυρθεί,

Να ξεχάσει τα πάντα και να κάνει τα πάντα να ξεχαστούν,

Δεν είναι αυτός, δεν είναι κανένας,

Είναι απλά ο ρόλος του

Αλλά θα πεις, τι συμβαίνει μετά,

Άντε ν’ αποδείξεις ποιος είσαι στ’ αλήθεια…

Να, δείτε εκείνη τη φωτογραφία, ναι αυτήν εδώ,

κοιτάχτε τι όμορφη που ήμουν!

όμορφη ανάμεσα σε όμορφους και λαμπερούς,

μα ξεχώριζα,

έτσι έλεγαν τότε, μπορεί και να είχαν δίκιο,

δεν ξέρω αν ακόμη ξεχωρίζω…

φτάνει τώρα, βάλτε την πίσω,

όχι εκεί, δεν ήταν εκεί,

καλύτερα να ξαναπάει ακριβώς στη θέση που ήταν,

δεν έχω εμμονές ξέρεις,

μη με περάσεις για καμμιά τρελλή,

απλώς να,

δεν μου αρέσει να αλλάζουν θέση τα πράγματα,

θέλω να μένουν όπως είναι τα’ αντικείμενα και οι άνθρωποι,

βουλιάζουμε έτσι κι αλλιώς μέσα σε μια χαοτική αλλαγή,

ας κρατήσουμε τουλάχιστον ό,τι μπορούμε στη θέση του.

Και τώρα που κοιτάς τριγύρω,

Όλα αυτά τα πράγματα, τα διακοσμητικά, τα υφάσματα, τα αναμνηστικά, τα έπιπλα, τα μαξιλάρια, τα τασάκια, οι κορνίζες, οι φωτογραφίες

Όλα έχουν τη θέση τους,

Γιατί στα μάτια τα δικά μου,

Αν κουνήσεις το παραμικρό, αλλάζουν όλα.

Να, σ’ εκείνην εκεί την παλιά φωτογραφία, εκεί στον τοίχο,

Παίζω τη Μήδεια, τόλμησα,

Διθυραμβικές κριτικές τότε,

Σκέψου να μην ήταν εκεί απέναντι απ’ την πόρτα περιμένοντας πότε επιτέλους θ’ ανοίξει

και να ήταν φερειπείν μέσα στην κουζίνα, πάνω από μαχαίρια και μπαλτάδες, δεν θα ήταν περίεργο;

Ή αν υπήρχε κάτι τέτοιο εδώ,

Σε κάποιο παιδικό δωμάτιο, πάνω απ’ ένα μικρό κρεβάτι

Για φαντάσου…

Γι’ αυτό σου λέω, κάθε πράγμα έχει τη θέση του,

Όλοι και όλα,

Κι είναι έτσι γιατί κάποιος τα έχει θέσει,

Δεν θα αλλάξουμε εμείς τον κόσμο.

Τώρα θα λες,

Γέρασες, έμεινες μόνη, και σκέφτεσαι τέτοια πράγματα,

Η σκέψη σου πια τριγυρνά μόνο μέσα σ’ αυτό το σπίτι και στ’ αντικείμενά του,

Αλλά θα σε στενοχωρήσω,

Δεν είναι ότι με αφήσαν μόνη,

έμεινα,

Κουράστηκα,

Βαρέθηκα να αντιγράφω ανθρώπους μπροστά σε άλλους ανθρώπους,

Βαρέθηκα να είμαι στην υπηρεσία των ανθρώπων,

Βαρέθηκα συνεχώς να κουβαλώ κάποιαν άλλη για χάρη των άλλων,

Δεν μένει τίποτα από όλα αυτά να ξέρεις,

κάποιοι με θυμούνται ακόμη

κάποιοι λιγότεροι θα με θυμούνται ίσως και πιο μετά

ωστόσο

δεν νοιώθω τίποτα άλλο από κάποιαν που υπηρέτησε απλώς μεγάλα κείμενα, μεγάλους ρόλους,

ολότελα εφήμερη,

παντελώς αδικημένη.

Καμμιά φορά σκέφτομαι,

θα ήθελα ίσως να έχω και το ταλέντο του δημιουργού,

να έχω τη χαρά να φτιάχνω κόσμο απ’ την αρχή, όπως τον θέλω,

αν και πάλι θα τρύπωνε μέσα του το ανθρώπινο μικρόβιο και αργότερα θα χαλούσε, αλλά και πάλι,

θα  ήθελα να μη βαυκαλίζομαι ως μια ζωγραφιά σε έναν πίνακα χωρίς να ξέρω ποιος με δημιούργησε,

γιατί έτσι είναι να ξέρεις, εμείς είμαστε μέρη ενός μεγάλου πίνακα, εγκλωβισμένοι στις δύο διαστάσεις μας,

ενώ οι δημιουργοί ξέρουν και τις τρεις, ίσως και περισσότερες,

βάσει των βλαβών του παρελθόντος δημιουργούν, κολυμπούνε και γεννούνε το παρόν, βλέπουν όμως συνάμα και το μέλλον,

ξέρουν το τελικό αποτέλεσμα της δημιουργίας, είναι σαν να μπαίνουν κι αυτοί στον πίνακα κάπου στο βάθος και να ελέγχουν τα πάντα, περίεργη αίσθηση, πολύ περίεργη.

Όχι δεν μετανιώνω, ίσα ίσα,

Μια χαρά τα κατάφερα ως ηθοποιός,

Το χάρηκα πάρα πολύ όταν μπορούσα,

Ανταπόδωσα όσα γινόταν περισσότερα σε εκείνην τη λατρεία,

Και μη με κατηγορήσεις,

Ξέρεις τι είναι να στέκεσαι κάπου που σε βλέπουν όλοι

και δίχως να το καταλαβαίνουν να σε ερωτεύονται;

δεν μπορείς να με μεμφθείς,

δεν είναι δα κι εύκολο να διαχειριστεί κανείς αυτά τα πράγματα…

Ίσως θα έπρεπε όλα ν’ αρχίζουν ανάποδα,

να ήταν όλη η ζωή ανάποδα,

να γεννιόμασταν γερασμένοι και να μεγαλώνουμε μικραίνοντας, μαθαίνοντας καλύτερα τα ανθρώπινα συναισθήματα

για να είμαστε στο τέλος πιο έμπειροι ως νέοι και ωραίοι,

να είμασταν γενικά ωραίοι…

για σκέψου , να πεθαίναμε έτσι πανέμορφοι και ευειδείς,

η τελευταία θύμηση που θα αφήναμε στη γη να ήταν αυτή ενός ανθρώπου ωραίου μέσα κι έξω, κι όχι κάποιου που νικήθηκε από τη φθορά, τουλάχιστον τη σωματική.

Ίσως η αντιστοιχία τότε ηλικίας και κάλλους να ήταν πιο σωστή,

αλλά τι λέω τώρα, έτσι τα βρήκαμε έτσι θα τα αφήσουμε,

τουλάχιστον για τώρα,

γιατί βλέπω πολύ περίεργα πράγματα να γίνονται ,

αλλά ευτυχώς δεν θα τα προλάβω.

Έτσι τα έκανε ο θεός κι έτσι παλεύουν να τα φέρουν βόλτα κι οι ανθρώποι.

Μόνο, να στο πω πάλι ευγενικά,

Μην πατάς όσο μπορείς στο χαλί, ειδικά στα κρόσσια του,

δεν ήξερα τότε, τα αγόρασα με λευκά κρόσσια,

μετά είδα πόσο δύσκολο είναι να τα καθαρίσεις.

Και μη μείνεις στο χαλί που λερώνεις με τα πόδια σου,

Σκέψου μεγεθυμένα,

φαντάσου πόσα πράγματα μπορεί να λερώνουν οι άνθρωποι με τη περπατησιά τους, με την όποια διαδρομή,

Σου λέω ευγενικά πράγματα που θα έπρεπε να έχεις ήδη σκεφτεί,

Αυτή είναι ακόμα η δουλειά μου,

Σου λέω λόγια που πρέπει εσύ μετά να συνδέσεις για να βρεις

το πίσω κείμενο,

Το κάνω πια όσο πιο διακριτικά μπορώ

Γιατί ξέρεις,

Πρώτα και πάνω απ’ όλα ένας καλλιτέχνης οφείλει να είναι ευγενικός,

ο ρόλος του είναι σπουδαίος,

το κάλλος δεν βασίζεται μόνο στην ομορφιά, πρέπει να υπάρχει κι εσωτερική γαλήνη, αλλιώς

είσαι άλλος ένας ματαιόδοξος που εγκλωβίστηκε στη γοητεία του.

Κι αυτά στα λέω

Επειδή μάλλον σ’ έχω ήδη συμπαθήσει,

Είσαι ο πρώτος μετά από πολύ καιρό, που έρχεται εδώ ανυστερόβουλα, τελευταία δέχομαι μόνο κάποιους δημοσιογράφους που ασχολούνται ακόμη μαζί μου,

Αλλά ξέρεις τι είναι κι αυτοί για έναν μεγάλο ηθοποιό,

Κοράκια,

Σιμώνουν για να δουν τι έχει απομείνει να κατασπαράξουν.

Αλλά εσύ φαίνεσαι αλλιώς,

Θα μπορούσαμε ίσως να κάνουμε και παρέα.

Και το λέω σαν φίλη, μην παρεξηγήσεις, δεν χρειάζομαι κάποιον να του λέω εδώ το σουβέρ, εκεί η κορνίζα,

Αλλά να, είμαι πια μόνη

Και παρότι από επιλογή, η μοναξιά δεν είναι και η καλύτερη σύμβουλος, κάποιες στιγμές μου μπαίνουν στο μυαλό περίεργα πράγματα.

Δύσκολα τη διαχειρίζονται οι άνθρωποι,

ακόμα κι αν καταλήγουν εκεί αυτοβούλως, όπως εγώ,

Που χόρτασα απ’ τους ανθρώπους, τους αληθινούς και τους ψεύτικους,

Συνήθως είμαι καλά, συνήθως, όχι πάντα.

Έρχονται  νύχτες ξέρεις, που κοιμάμαι ολομόναχη μέσα στο απόλυτο σκοτάδι κι η ανάσα μου βαραίνει, σαν να μη μου φτάνει ο αέρας, κι ας έχω ανοιχτό το παράθυρο για να εισέρχεται ο άνεμος

και να κυκλοφορούν ελεύθερες οι σκέψεις κι οι επιθυμίες,

οι δικές μου και των άλλων,

όσων με ξέρουν κι όσων  δεν ξέρω,

αλλά παρόλα αυτά ο αέρας δεν φτάνει,

πνίγομαι,

σαν να ανασαίνουν μαζί μου σε αυτό το δωμάτιο χιλιάδες άλλες ψυχές, από τα παλιά, από τα μελλούμενα, όσοι με είδαν , όσοι με θαύμασαν, όσοι μου λείπουν,

Στριμώχνονται στις γωνίες, κρεμιούνται απ’ το ταβάνι, κρύβονται κάτω απ’ το κρεβάτι και πίσω απ’ τις καρέκλες, πατάνε επάνω μου, κάθονται πάνω μου,

αυτοί τελικά μου στερούνε τον αέρα,

είναι παντού,

με πνίγουν και πνίγονται και αυτοί μαζί μου

Και βλέπω σαν μόνη ελπίδα τη φωτεινή χαραμάδα που δημιουργεί το φως του διαδρόμου κάτω απ’ την κλεισμένη πόρτα

Κάνοντάς τη να μοιάζει μ’ αιχμηρή λεπίδα από κάπου απ’ το διάστημα,

που μου έρχεται να την πιάσω να τη σηκώσω σαν μαινάδα και να σκοτώσω όλους αυτούς που τολμούν να μου στερούν το οξυγόνο, χωρίς να ξεχωρίζω κανέναν,

που τολμούν να μπαίνουν στο δωμάτιό μου τα βράδια και να κάθονται επάνω μου, να με θυμούνται, να τους θυμάμαι…

Εχθές πάλι τα χρειάστηκα,

στάθηκα κατά λάθος μπροστά στον καθρέφτη και τρόμαξα,

με κοίταζα, με κοίταζα,

για ώρες θαρρώ,

σαν κάτι να με είχε παγιδεύσει,

σφήνωνα το βλέμμα μου στην κάθε μου ρυτίδα και βούλιαζα εντός της, σμικρύνθηκα και περπατούσα μέσα τους σαν να ήταν πελώρια φαράγγια,  και δεν ήξερα από πού να πιαστώ,

ένοιωθα τον καθρέφτη να γίνεται το κελί μου,

το καινούργιο κελί του μαρτυρίου μου,

σαν να είχε χέρια και να με τράβαγε μέσα του,

έπειτα είδα αυτό το είδωλο να γίνεται κάτι άλλο που με κοιτούσε αγριεμένο, κάτι απόκοσμο, σαν κάτι απ’ το μέλλον,

με φρικτά άσχημα μαλλιά και χαρακτηριστικά,

με μάτια θηρίου

έτοιμο να ορμήσει να  με κατασπαράξει,

μα στεκόμουν ακόμη εκεί, δεν ήξερα τι άλλο να κάνω,

γιατί αυτό το άλλο

μπορεί και να ήμουν εγώ!

 

Ίσως να ήταν η εκπλήρωση αυτού του ονείρου που είχα δει τότε,

πιο παλιά, στις δόξες μου,

ξέρεις, την εποχή που όλοι νόμιζαν ότι ήμουν ευτυχισμένη,

ότι είχα τα πάντα,

που να ήξεραν κι αυτοί,

μ’ έβλεπα σ΄ εκείνο το όνειρο να μ’ επισκέπτομαι καθώς κοιμόμουν,

ασύλληπτα όμορφη,

να στέκομαι από επάνω μου και να κοιτάζω το χνώτο μου να τρυπά τον αέρα,

μετά έτσι όπως ήμουν ανυπεράσπιστη, αυτός ο άλλος μου εαυτός έκανε ξαφνικά να μου επιτεθεί με κάτι που κρατούσε

ποτέ δεν είδα,

ξύπνησα, τον έπιασα και τον κόλλησα με την πλάτη σ’ εκείνον εκεί το μεγάλο καθρέφτη με τόση δύναμη,

που ορκίζομαι,

άρχισε να μπαίνει μέσα, το γυαλί άρχισε να του τρυπά τη σάρκα και να εισχωρεί θα έλεγες, κάτω απ’ το δέρμα του, σκίστηκε σε πολλά κομμάτια, μετά,

σαν να ήταν ρευστός τον σκέπασε και τον έκανε δικό του, εγκλωβίστηκε, τον έβλεπα…με έβλεπα

να χτυπώ το τζάμι από την άλλη μεριά νευριασμένη, απεγνωσμένη, μου φώναζα να με βοηθήσω, μάτωνα ακόμη, εγώ δεν ανταποκρινόμουν βέβαια, ένοιωθα μιαν ασφάλεια,

εκείνη τότε σταμάτησε σαν να παραιτήθηκε,

-έκανε μια από αυτές τις μεγάλες παύσεις που κάνουμε καμμιά φορά οι ηθοποιοί μετά από έναν μακρύ μονόλογο, έχοντας σωρεύσει τόσα πολλά στο βλέμμα μας που δεν χωράνε καθόλου παραπάνω λόγια-

με κοίταζε που λες σιωπηλή,

σαν τη Κλυταιμνήστρα  την ώρα της θυσίας της κόρης της,

και τα μάτια της φώναζαν

«θα δεις, θα δεις, θα έρθει κι η δική μου η μέρα»

Έπειτα κοίταξε μέσα απ’ το καθρέφτη το τηλέφωνο πίσω μου, το έπιασε απότομα κι ετοιμάστηκε να το πετάξει να σπάσει το μεταξύ μας σύνορο

Κι εκεί πετάχτηκα, ξύπνησα στ’ αλήθεια ιδρωμένη

Από τότε που λες το αποφεύγω, δεν κοιτάζομαι,

Ξέρω πως εκεί παραμονεύει κάποιος άλλος, όχι εγώ,

ίσως κάποιος άλλος εγώ.

Γι’ αυτό μάλλον εστιάζω πια στα αντικείμενα,

Και θέλω να τα κρατώ ακίνητα κι αρτιμελή.

Με βοηθά.

Τα ήρεμα βράδια που είμαι κουρασμένη και μόνη,

έχω αυτήν εκεί τη μικρή μπαλαρίνα που κρέμεται από ένα σκοινί,

μη βιάζεσαι,

δεν έχει κρεμαστεί, κρατιέται απλά και χορεύει,

μην παρασυρθεί κάποτε εκστασιασμένη και φύγει χορεύοντας για κάπου μακριά, να χαθεί μέσα στο σύμπαν,

της βάζω μουσική, ανοίγω το παράθυρο κι αρχίζει να στριφογυρίζει απ’ τον αέρα ,χορεύει στ’ αλήθεια, με τόση χάρη,

με ένα χαμόγελο σαν να είναι η πρίμα μπαλαρίνα όλων των γλυκών μου αναμνήσεων που χορογραφούν τον ύπνο μου…

νά, για εκείνην εκεί λέω, που κρέμεται από το καπέλο του λαμπατέρ,  κοιτάξτε την με πόση χάρη σας γελά…

θα λες ίσως πως είμαι ρομαντική,

αλλά ξαναλέω, μη βιάζεσαι,

όλοι κάπως έτσι καταλήγουν αν έχουν να πιαστούν

μονάχα από μια κουρτίνα που την κουνά μόνον ο αέρας,

από μια μουσική που παίζει μόνο για έναν

κι ένα χορό που μπορεί να κάνει πια μονάχα μια άψυχη μπαλαρίνα…

Τι ήταν αυτό;

Ωχ, θεέ μου, το τηλέφωνό σου, τρόμαξα.

Μπορείς να απαντήσεις αν θες, δεν κινδυνεύουν τα μυστικά σου…

Ναι, συγγνώμη, τρομάζω,

δεν μπορείς να κάνεις κι αλλιώς σε μια πόλη σαν κι αυτή

τρομάζω πολύ, τρομάζω εύκολα, θα πεις, εσύ που γνώρισες τόσους ανθρώπους, εσύ που έπαιξες σε τόσα έργα κι είδες τι μπορεί να γίνει, μέχρι πού μπορούν να φτάσουν,

κι όμως,

φοβάμαι,

βλέπω κι αυτά τα όνειρα ειδικά αυτό το συγκεκριμένο που στέκομαι στην αρχή ενός σκοτεινού διαδρόμου και κοιτάζω τρεις γυναίκες να με πλησιάζουν ντυμένες στα μαύρα,

μαύρα νυφικά,

αλλά το πέπλο τους τις κάνει να μοιάζουν με καλόγριες, ξέρεις, αυτές τις μαυροφορούσες που μας τρόμαζαν παιδιά,

η πρώτη κάτι κρατά κι έρχονται κατά πάνω μου σαν να μην περπατούν, το πόδια τους κρύβονται από τα μαύρα τούλια,

σαν να ίπτανται, έρχονται σ’ εμένα ανατριχιαστικά σαν κάτι να θέλουν να μου δώσουν ή να μου πουν,

δεν ξέρω, ξυπνάω πάντα λίγο πριν με φτάσουν,

καμμιά φορά όμως σε κάτι θολά απογεύματα, νομίζω πως τις βλέπω πάλι να στέκονται εκεί στην άκρη αυτού του διαδρόμου,

αδιάφορες, αμέριμνες, κουτσομπολεύοντας,

πως έκαναν παλιά οι γυναίκες στα χωριά ή στις γειτονιές,

η μία φαίνεται σαν κάτι να πλέκει, η άλλη κρατά ένα ψαλίδι, η Τρίτη ένα ραβδί και κοιτάζει αναίσθητα έξω απ’ το παράθυρο σαν κάτι ή κάποιον να ψάχνει, κάποιον να περιμένει,

στέκονται εκεί σαν να με περιμένουνε να κοιμηθώ για να με βασανίσουν πάλι

τρομάζω,

όχι μόνο με αυτά που βλέπω, μα ίσως πιο πολύ με το ότι τα βλέπω,

γιατί τελικά η φαντασία  κανενός,

μπορεί να είναι πιο τρομακτική από ένα φάντασμα…

και τώρα που σου ξανοίχτηκα,

συγγνώμη που σε ταλαιπωρώ με το χαλί, αν είναι καλύτερα, μπορούμε να τραβήξουμε την πολυθρόνα λίγο πιο πίσω, απλώς θυμήσου να την ξαναβάλουμε στη θέση της.

όχι, δεν είναι εμμονές,

δεν έχω εμμονές,

ούτε είμαι τρελλή,

πίστεψέ με, ξέρω πώς είναι οι τρελλοί,

πέρασα άλλωστε τη ζωή μου στα θέατρα,

αλλά να,

συμβαίνουν αυτά τα πράγματα και δεν ξέρω,

μάλλον είδα πολλά στη σκηνή για να φοβάμαι την αληθινή ζωή,

τις προάλλες μαγείρευα κι ένοιωσα στον σβέρκο μου μιαν ανάσα, γύρισα και μαχαίρωσα κάποιον αόρατο στον τοίχο,

ή είδα ένα γράμμα που πετάξανε κάτω απ’ την πόρτα κι έτρεξα και μπήκα πίσω απ’ την κουρτίνα σαν αυτό το γράμμα να ήταν έτοιμο να εκραγεί

λογαριασμός ήταν βέβαια, κανείς δεν με θυμάται πια.

Φταίω εγώ, φταίνε οι καιροί δεν ξέρω…

Εγώ ίσως φταίω για τους δικούς μου δαίμονες, τους αυστηρά δικούς μου, τους ρόλους μου που με επισκέπτονται ένας ένας,

ρόλοι που θα έπρεπε να μένουν αυστηρά κλεισμένοι στα έργα τους και να περιμένουν τώρα κάποιον άλλον να τους δώσει πνοή

κι όμως,

βλέπω τον Κρέοντα όρθιο εκεί στη σκάλα με τον χιτώνα του να πέφτει πλούσιος στα σκαλοπάτια

να με δείχνει με το δεξί του χέρι τεντωμένο,

και το βλέμμα του με κολλάει εδώ σε αυτήν την καρέκλα σαν να δικάζομαι,

ακούω βήματα έξω απ’ την πόρτα μου σαν κλείνει η πόρτα του ασανσέρ και διπλοκλειδώνω, νομίζω πως με βρήκε ο Ορέστης,

-την απέναντί μου βλέπεις την λένε Ηλέκτρα-

ακούω το σκυλί του γείτονα που γαυγίζει και νομίζω πως ήδη μεταμορφώθηκα σαν την Εκάβη,

σκύβω που και που να πιάσω κάτι κι ακούω τον Τεύκρο να μου μιλά και του φωνάζω, «δεν πήγα ποτέ στην Τροία, δεν πήγα ποτέ στην Τροία»

ή πάλι

κλαίω τα βράδια βλέποντας εδώ καταμεσής του δωματίου τον Άμλετ να μου λέει πως δεν με αγαπά

ή ξυπνώ υπνοβατώντας και νομίζω πως βλέπω τα χέρια μου καταματωμένα ενώ ο Μάκμπεθ κοιμάται,

αυτά είναι τα φαντάσματα που δεν μπορώ να αποφύγω κοντά στα άλλα τα δικά μου, τα πιο δικά μου,

ξέρεις, όσοι ήρθαν για λίγο, άλλοι που έμειναν πολύ, άλλοι που δεν ήρθαν και καθόλου…

Αλλά μάλλον σε κούρασα με αυτά,

Είσαι καλύτερα εκεί; Αν θες μπορούμε ίσως να κουνήσουμε και το τραπεζάκι.

Κοιτάς όμως επίμονα τις φωτογραφίες, τι ζητάς να βρεις;

Θα απορείς βέβαια που με πλαισίωναν πάντα ωραίοι άνδρες, πώς αλλιώς, έτσι πρέπει,

Η κάθε γυναίκα να φωτογραφίζεται με ωραίους άνδρες,

Δεν θα μπορούσα να είμαι ανάμεσα σε άλλες όμορφες γυναίκες, δεν γίνεται, και δεν είμαι και η μόνη,

Κάτι τέτοιο συνέβη ελάχιστες φορές στους κύκλους μας , κι αυτό κατά τύχη.

Δεν έχω τίποτα να κρύψω.

Ναι, πήγα με πολλούς άνδρες, και λοιπόν;

Πώς αλλιώς να μάθεις τους ανθρώπους;

Ξέρεις η δουλειά του ηθοποιού, είναι πρώτα απ’ όλα και πάντα να παρατηρεί, να βλέπει συνέχεια  τους ανθρώπους,

Κι όταν χρειαστεί σε κάποιο ρόλο να τους δείξει κάτι που είδε,

να πει,

Δες, μπορεί να γίνεις και αυτό,

Ή μπορεί να κάνεις κάποτε κι εκείνο,

Ίσως τελικά να είμαστε,

και πρέπει να είμαστε,

οι μεγαλύτεροι εξερευνητές του ανθρώπινου τοπίου.

Εκτός ίσως από τους συγγραφείς ή τους ποιητές, δεν ξέρω.

Πρέπει να συνηθίσεις λοιπόν να ζεις μέσα στους ανθρώπους σαν κάποιος από αυτούς, κι ύστερα να ξεχωρίζεις, να απομονώνεσαι, και να τους θεωρείς από σκηνής,

αφήνοντάς τους βέβαια να πιστεύουν πως αυτοί σε επιθεωρούνε πρώτοι.

Πρέπει να τους ξέρεις, να τους σπουδάσεις, αλλιώς όλη σου η προσπάθεια μες στις δραματικές σχολές θα πάει στράφι.

Δεν μαθαίνεται η ζωή από τα βιβλία ή τα λόγια αλλωνών.

Πρέπει ν’ ανοίξεις τη δική σου δεξαμενή και να τη γεμίζεις με αμέτρητες ανθρώπινες εμπειρίες.

Και ποιος καλύτερος τρόπος απ’ το να ερωτευτείς; Ή απλώς να ερωτοτροπήσεις; Δεν υπάρχει καλύτερη αίθουσα διδασκαλίας από μια κρεβατοκάμαρα.

Ξέρεις τι ανταλλαγές γίνονται στον έρωτα; Πόσα πράγματα μπορεί να ειπωθούν με μιαν αθόρυβη ανάσα;

Μη με κατηγορήσεις λοιπόν,

Ό,τι έκανα, το έκανα για την τέχνη μου.

Κι η ίδια η ζωή αν το σκεφτείς είναι τέχνη.

Απλώς εγώ, απ’ ότι λένε, υπήρξα ίσως παραπάνω ερωτική.

Άρα και ερωτεύσιμη. Αξιέραστη.

Είχα βέβαια, και μια κάποια γοητεία,

Που ίσως το γνωρίζεις ήδη,

καμμιά σχέση δεν έχει με την ομορφιά,

Έχει αυστηρά να κάνει με το ποιος είσαι, τι έχεις να πεις,

Μπορεί πάλι να ήξερα πολύ καλά πώς να σαγηνέψω κάποιον,

-Άλλωστε κυκλοφορούσα σε ρόλους πολύ αισθησιακών γυναικών,

όλο και κάτι θα μου είχε μείνει-

Αλλά δεν έπεσα ποτέ στην παγίδα, ξέρεις,

που λένε η τάδε ή ο τάδε πήγε με πολύ κόσμο, και λοιπόν;

Ίσα ίσα,

έδωσα και πήρα χαρά, τίποτα άλλο,

κι έμαθα τον άνθρωπο καλύτερο απ’ τον καθένα

-ίσως γι’ αυτό πια να μένω μακριά τους-

χωρίς βέβαια να κάνω εκπτώσεις,

αλλά έμαθα νωρίς από τον κόσμο των καλλιτεχνών,

πως είναι ασφαλέστερο να σε θυμούνται ως κεκτημένο παρά ως απωθημένο,

δεν ξέρεις που μπορεί καμμιά φορά να οδηγήσει μια άσβεστη ανικανοποίητη επιθυμία, ένας ασίγαστος πόθος.

Χωρίς βέβαια ξαναλέω να κάνω ποτέ εκπτώσεις ή συμβιβασμούς.

Μη ξεχνάς και ποια ήμουν.

Δεν ξέρω τελικά ποιος ήταν το έπαθλο για ποιον, είναι όπως και να έχει μια συναλλαγή…

Βρήκα όμως τελικά κάποιον που ταιριάξαμε απόλυτα.

Κι αυτός γνωστός και σπουδαίος,

απ’ άλλον βέβαια χώρο, την ξέρεις φαντάζομαι την ιστορία,

Συμβιβάστηκα κι εγώ με τα θέλω της κοινωνίας που απαιτούν ο τάδε διάσημος να ερωτεύεται κάποιον άλλον διάσημο,

Αυτόν τον άνδρα τον αγάπησα πραγματικά,

Ίσως να ήταν και ο μόνος που με είδε στ’ αλήθεια,

Ήταν κι εκείνος έμπειρος, χορτασμένος απ’ τους ανθρώπους, γνωστός για την ευγλωττία του ως πολιτικός,

Ήταν όμως από εκείνους τους λίγους, τους ειλικρινείς, ήθελε στ’ αλήθεια να κάνει κάτι, αλλά τί περιμένεις τώρα σε αυτή τη γωνιά της γης που μαϊμουδίζουμε ακόμα καπηλευόμενοι την όποια ιστορία, παραβλέποντας την παντελή απουσία κοινωνικής συνείδησης…

Κάποιοι δημιούργησαν ένα ψεύτικο σκάνδαλο για να τον κάνουν στην άκρη, χρησιμοποίησαν κι εμένα σε αυτό, τους βόλεψε η αλήθεια πολύ ο πρότερός μου βίος,

Σε λίγο καιρό ο κακομοίρης πέθανε από τη στενοχώρια του,

Να, αυτό εκεί ήταν το γραφείο του,

Κι εκείνη εκεί η πολυθρόνα που πήγες με βιάση να καθίσεις,

Ήταν η δική του

Καθόταν εκεί ήρεμος και διάβαζε

Αυτή δεν έχει κουνηθεί ποτέ έκτοτε, για κανένα λόγο,

Μπορεί από κάτω να φωλιάζει ένα παχύ στρώμα σκόνης,

αλλά όχι,

δεν θα την κουνήσω για να μαζέψω τη σκόνη που έτσι κι αλλιώς,

θα καλύψει κάποτε τα πάντα.

Έρχεται κι εκείνος καμμιά φορά στον ύπνο μου,

Ευτυχώς,

Κι ίσως τα δικά του όνειρα, οι δικές του οπτασίες να με κρατάν ακόμα στη ζωή,

-Άκου τώρα ε; να κρατιέσαι στη ζωή από οπτασίες-

Αλλά σε εκείνον ζει ακόμη το όποιο κομμάτι αλήθειας που είχα,

αν τον αφήσω να πεθάνει, χάθηκα,

Γι’ αυτό κρατώ ίσως ακόμα το σπίτι όπως ακριβώς το άφησε,

με τις κορνίζες, τα έπιπλα και τα μαξιλάρια στη θέση τους,

γι’ αυτό αφήνω τα υπόλοιπα φαντάσματα να κυκλοφορούν εδώ μέσα, ξέροντας πως κι αυτά ακόμη θα σεβαστούν τη χωροταξία,

ξέροντας πως εκείνος, ό,τι κι αν γίνει, θα με προστατέψει,

Θα γυρίσει εδώ το βράδυ, θα κάτσει σε εκείνην την πολυθρόνα και θα δει μέσα μου όχι τα κομμάτια μου,

Αλλά εμένα,

Αυτήν που στ’ αλήθεια ήμουν και είμαι,

Όχι τα σπαράγματα των ρόλων των άλλων γυναικών,

εμένα,

ως γυναίκα που φορούσε τις ζωές άλλων για να κρύψει καλά τη δική της,

Που τα βράδια έκλαιγε και κλαίει ακόμη για όσα δεν κλαίει ο κόσμος όλος,

Μπαίνοντας στο ρόλο των υπόλοιπων ανθρώπων,

όχι όπως είναι,

όπως θα έπρεπε να είναι,

κάποιος πρέπει να κλαίει, ακόμη κι αν παίζει θέατρο,

είναι καιροί που αυτή η γη

ίσως χρειάζεται και τα δάκρυα

μπορεί να χρησιμέψουν σε κάτι καινούργιο να φυτρώσει.

Κλαίω όμως ακόμη από σκηνής, τα φώτα ακόμη με τυφλώνουν, ποτέ δεν ξέρω αν μαζί μου κλαίει και κάποιος άλλος από κάτω. Απλά το ελπίζω.

Πρέπει να φύγεις λοιπόν;

Έχεις δίκιο, πέρασε η ώρα,

πέρασε κι ο καιρός κι όλα φαίνονται τα ίδια, παρά τις όποιες αλλαγές…

Το παλτό σου;

Να το εκεί, στην Τρίτη κρεμάστρα στο πορτ-μαντό,

Αυτή είναι η θέση για τα πανωφόρια των επισκεπτών,

Μόνο να βάλουμε την πολυθρόνα σου στη θέση της,

Μη ξεχνιόμαστε , ας κρατήσουμε ό,τι μπορούμε στη θέση του…