Άρθρο: Φωτεινή Μαυρογιώργη
ψυχολόγος

Επιμέλεια: Κωνσταντίνος Χασαπλαδάκης
φιλολογος


Στην κωμωδία του William Shakespeare “Ο έμπορος της Βενετίας”, η ηρωίδα Πορσία τραγουδά:

“Πέστε ο πόθος πού φυτρώνει
στην καρδιά ή στον νου ριζώνει”. 

     Αυτό το ερώτημα ταλάνιζε την ανθρώπινη σκέψη απαρχής κόσμου. Από τους αρχαίους Αιγύπτιους και τον Πλάτωνα, που απέδιδαν το συναίσθημα και την αγάπη στην καρδιά, και τον Γαληνό, που πρότεινε ότι το ψυχικό πνεύμα κατοικούσε στις κοιλίες του εγκεφάλου και μέσω των νεύρων δεχόταν τις αισθητηριακές πληροφορίες και έλεγχε τους μύες, η διαμάχη καρδιάς-εγκεφάλου κυριαρχούσε μέχρι την αυγή της σύγχρονης επιστήμης. Η αντίληψη ότι η αγάπη δεν κατοικεί στην καρδιά αλλά στον εγκέφαλο έχει πλέον καθιερωθεί, με συνεχώς αυξανόμενες έρευνες που αφορούν τη σχέση αγάπης και εγκεφάλου. Πάμε να δούμε τί έχουν δείξει οι μέχρι τώρα έρευνες.

     Η αγάπη είναι εθιστική. Όταν σκεφτόμαστε τον/την αγαπημένο/η μας, ιδιαίτερα στις καινούριες σχέσεις- πυροδοτείται δραστηριότητα στο κοιλιακό καλυπτρικό πεδίο του εγκεφάλου, από το οποίο απελευθερώνεται ο νευροδιαβιβαστής ντοπαμίνη (η λεγόμενη χημική ουσία “της ευχαρίστησης”) στα κέντρα ανταμοιβής (ή ευχαρίστησης) του εγκεφάλου-κερκοφόρο πυρήνα και  επικλινή πυρήνα. Αυτό ασκεί στον ερωτευμένο μία έντονη επίδραση ναρκωτικών και είναι ιδιαίτερα εθιστικό. Ταυτόχρονα, παρατηρείται μία αύξηση της ορμόνης του στρες, νορεπινεφρίνης, η οποία αυξάνει τον καρδιακό ρυθμό και την πίεση του αίματος, με αποτελέσματα παρόμοια με εκείνα που βιώνουν οι άνθρωποι που χρησιμοποιούν ισχυρά διεγερτικά όπως μεθαμφεταμίνες.

     Η αγάπη είναι εμμονή. Ο εγκέφαλος του ερωτευμένου βιώνει μία πτώση του νευροδιαβιβαστή σεροτονίνη. Η σεροτονίνη παρέχει μία αίσθηση απόλυτου ελέγχου. Προστατεύει από το άγχος της αβεβαιότητας και της αστάθειας. Όταν μειώνεται, μειώνεται και η αίσθηση ελέγχου και αποκτούμε εμμονές για πράγματα που κλυδωνίζουν την βεβαιότητα και την σταθερότητά μας- και από τη στιγμή που η αγάπη είναι εξ ορισμού απρόβλεπτη, βρίσκεται στο στόχαστρο της εμμονής. Ο όρος “τρελά ερωτευμένος” δεν είναι πολύ μακριά από την πραγματικότητα.

     Η αγάπη είναι επιρρεπής στην απερισκεψία. Ο προμετωπιαίος φλοιός- η έδρα της λογικής σκέψης- “πέφτει” σε λειτουργία όταν είμαστε ερωτευμένοι. Την ίδια στιγμή, η αμυγδαλή, ένα από τα βασικά συστήματα απειλής-ανταπόκρισης του εγκεφάλου, επίσης λειτουργεί σε χαμηλότερους ρυθμούς. Ο συνδυασμός αυτών των επιδράσεων οδηγεί σε μία προθυμία για ανάληψη περισσότερων κινδύνων.

     Οι ερωτευμένοι άνδρες είναι περισσότερο οπτικοί τύποι. Ο εγκέφαλος των ερωτευμένων ανδρών παρουσιάζει μεγαλύτερη δραστηριότητα στον οπτικό φλοιό σε σύγκριση με εκείνον των ερωτευμένων γυναικών. Προσθέστε αυτό στο γεγονός ότι οι άνδρες φαίνεται να διεγείρονται περισσότερο οπτικά ερωτικά από τις γυναίκες.

     Οι ερωτευμένες γυναίκες θυμούνται τις λεπτομέρειες. Ο εγκέφαλος αυτών των γυναικών  δείχνει μεγαλύτερη δραστηριότητα στον ιππόκαμπο, μία περιοχή που σχετίζεται με τη μνήμη, σε  σχέση με εκείνον των ανδρών. Προσθέστε σε αυτό ότι ο ιππόκαμπος μίας γυναίκας καταλαμβάνει μεγαλύτερο ποσοστό του εγκεφάλου της από ό, τι στον αντίστοιχο αρσενικό.

     Η αγάπη και ο πόθος συνυπάρχουν στον εγκέφαλο, και όχι απαραίτητα για το ίδιο πρόσωπο. Η αγάπη και ο πόθος φαίνεται να είναι ξεχωριστές αλλά επικαλυπτόμενες νευρωνικές απαντήσεις στον εγκέφαλο. Και οι δύο είναι εθιστικές και επηρεάζουν πολλά από τα ίδια μέρη του εγκεφάλου, αλλά είναι αρκετά διακριτές ώστε είναι πιθανό να είσαι ερωτευμένος με ένα άτομο και να ποθείς κάποιον άλλο. Με την πάροδο του χρόνου, οι διαφορές γίνονται πιο σημαντικές. Για παράδειγμα, οι εγκέφαλοι των ανθρώπων σε μακροχρόνιες σχέσεις αγάπης δείχνουν αυξημένη δραστηριότητα στην κοιλιακή ωχρά σφαίρα, μία περιοχή πλούσια σε υποδοχείς οξυτοκίνης και βασοπρεσίνης που διευκολύνουν την προσκόλληση σε μία μακροπρόθεσμη σχέση.

     Η επαφή με τα μάτια είναι η μαγεία ενός εραστή. Τα νεογνά και οι ερωτευμένοι έχουν το εξής κοινό: περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο παράγοντα, η επαφή με τα μάτια είναι ο κύριος “δρόμος” για συναισθηματική σύνδεση. Όταν οι ερωτευμένοι μιλούν για το “μαγευτικό βλέμμα” των συντρόφων τους, αυτό δεν είναι απλά μία ρομαντική ιδέα – είναι μία βιολογική πραγματικότητα. Η βλεμματική επαφή και το χαμόγελο αποτελούν έναν ιδιαίτερα ισχυρό συνδυασμό. Μόνο οι αλληλεπιδράσεις μέσω της φωνής καταφέρνουν σε κάποιο βαθμό αυτό που καταφέρνει το βλέμμα. Η φωνή μας μεταφέρει περισσότερες πληροφορίες από ό, τι νομίζουμε και μπορεί να διευκολύνει μία συναισθηματική σύνδεση, αλλά εξακολουθεί να κατατάσσεται δεύτερο, με σχέση με ο βλέμμα.

      Όπως και να έχει, δεν έχει σημασία τι μαθαίνουμε για την αγάπη. Θα συνεχίσει να είναι μία από τις πιο σημαντικές και ισχυρές δυνάμεις του πλανήτη, όπως θα έπρεπε να είναι. Άλλωστε, ο Albert Einstein το έχει διατυπώσει εξόχως:

“Πώς στο καλό θα καταφέρετε να εξηγήσετε με όρους χημείας και φυσικής ένα τόσο σημαντικό βιολογικό φαινόμενο όπως η πρώτη αγάπη;”


Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Zeki, S. (2007). The neurobiology of love. FEBS Letters, 581 (14). 2575–2579