Άρθρο: Χριστίνα Βαϊζίδου
Ψυχίατρος-Ψυχοθεραπεύτρια

Επιμέλεια: Θεοδώρα Βαγιώτη
Φιλόλογος

Προφανώς η Amy Winehouse δεν είχε αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα στο μυαλό της τραγουδώντας τους παραπάνω στίχους: Εν έτει 2017 δε μιλάμε πλέον μόνο για εξάρτηση από τυχερά παιχνίδια, από το διαδίκτυο, από τα βιντεοπαιχνίδια. Όχι. Προχωρήσαμε στην εξάρτηση από τα “έξυπνα” κινητά τηλέφωνα-smartphones και μάλιστα υφίστανται ήδη προγράμματα απεξάρτησης. Το επιπλέον τρομακτικό μάλιστα στοιχείο της υπόθεσης είναι ότι το πρότυπο κέντρο απεξάρτησης από μορφές της τεχνολογίας “Restart Life” στο Redmond των Ηνωμένων Πολιτειών ενέταξε πρόσφατα νέο πρόγραμμα απεξάρτησης για εφήβους από 13 ετών. Υπάρχουν ακόμη online ομάδες αλληλοϋποστήριξης, ιατρεία απεξάρτησης από τεχνολογικά μέσα (π.χ. στο Nightingale Hospital του Λονδίνου) καθώς και διαδικτυακές ή έντυπες οδηγίες με βήματα απεξάρτησης. Και για να μη μένουμε εκτός τεχνολογίας, αναπτύχθηκε εφαρμογή (app) για το κινητό τηλέφωνο η οποία σε αποσυνδέει από το ίντερνετ ή απενεργοποιεί το κινητό σου τηλέφωνο σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, ενημερώνοντας βέβαια πρώτα τον κύκλο σου για την παράτολμη πράξη σου να αποσυνδεθείς (Digital Detox). Τέλος, υπάρχει και National Day of Unplugging, η τρίτη Μαρτίου, θεσμοθετημένη από την ανάγκη να υπενθυμιστεί σε ορισμένους ότι μπορούν να επιστρέψουν για λίγο στη χωρίς smartphone ζωή.

Με την πάροδο των ετών, την πρόοδο της τεχνολογίας και την εξοικείωσή μας με αυτή, η μέση ηλικία στην οποία τα παιδιά αποκτούν δικό τους κινητό, πέφτει ολοένα και πιο κάτω ενώ ήδη από την ηλικία των 2-3 ετών τα παιδιά αρχίζουν να εξοικειώνονται με τη χρήση smartphone και tablet των γονιών τους. Σε έρευνα μάλιστα διαπιστώθηκε ότι 19% παιδιών ηλικίας 2-5 ετών ήξεραν να χρησιμοποιήσουν ένα smartphone, ενώ μόνο 9% ήξερε να δέσει τα παπούτσια του (AVG research, Online survey of 6,017 parents in the UK, US, France, Germany, Spain, Czech Republic, Australia, Brazil, Canada and New Zealand, November and December 2013). Το πρόβλημα βέβαια δεν έγκειται στην κατάκτηση της γνώσης της τεχνολογίας αλλά στην υπερβολική χρήση των ηλεκτρονικών αυτών συσκευών.

Τα κινητά τηλέφωνα καλύπτουν διαφορετικές ανάγκες ανάλογα με την ηλικιακή ομάδα στην οποία απευθύνονται αλλά και δημιουργούν πολλάκις ψευδείς, νέες. Τείνουν λοιπόν από τη μία να αντικαταστήσουν τις φυσικές ανάγκες των παιδιών για εξερεύνηση, για παιχνίδι αλλά και για κοινωνική αλληλεπίδραση. Η ανάγκη κοινωνικοποίησης μαζί με την εκπλήρωση ναρκισσιστικών αναγκών μέσω της προβολής π.χ. της διασκέδασης, της καλοπέρασης, του lifestyle και γενικά ενός ψευδούς συχνά κακέκτυπου του εαυτού μας μέσα από τη χρήση των social media ικανοποιούνται αδιάλειπτα στους ενήλικες. Δε χρειάζεται πλέον να στερούμαστε ούτε λεπτό της δυνατότητας να κάνουμε like, να δηλώσουμε το που βρισκόμαστε αλλά και να τσεκάρουμε το πόσο αρεστοί γίναμε, καθώς το θαυματουργό μηχάνημα βρίσκεται πάνω μας και δε μας εγκαταλείπει ποτέ. Αυτή η πανταχού παρουσία (ubiquity) των smartphones δημιουργεί την ψευδαίσθηση της αναγκαιότητας να είμαστε διαρκώς προσβάσιμοι, να δηλώνουμε την παρουσία μας, να ενημερωνόμαστε και να ζητάμε τη βοήθεια του έξυπνου φίλου μας.

Η ολοένα αυξανόμενη ανάγκη διερεύνησης της συμπεριφοράς χρήσης κινητών τηλεφώνων, οδήγησε στην ανάπτυξη ερωτηματολογίου, το οποίο διευκολύνει τη διάγνωση της πιθανής εξάρτησης (Questionnaire of Dependence of Mobile Phone/Test of Mobile Phone Dependence (QDMP/TMPD), Chóliz, M., 2012, Progress in Health Science). Έγινε τέλος μία προσπάθεια να οριστεί η εξάρτηση από τα κινητά τηλέφωνα ή η υπερβολική χρήση αυτών: Πρόκειται για ένα σύνδρομο εξάρτησης, σχετιζόμενο με συγκεκριμένες προβληματικές συμπεριφορές, όπως η υπερβολική κατανάλωση χρόνου η χρημάτων για το κινητό τηλέφωνο και η χρήση αυτού σε κοινωνικά ή σωματικά ακατάλληλες συνθήκες, όπως π.χ. μία κοινωνική συνάθροιση ή κατά την οδήγηση αυτοκινήτου. Η αυξανόμενη χρήση ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση του χρόνου “κινητής” επικοινωνίας, σε αρνητικές επιπτώσεις στις σχέσεις και σε συμπτώματα άγχους κατά τον αποχωρισμό από το αγαπημένο μας smartphone.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι αναπτύχθηκε ο όρος “Nomophobia”, αναλυτικά “no-mobile-phobia” για να περιγράψει τα συναισθήματα πανικού που προκαλεί σε μία μεγάλη πλειοψηφία η μη προσβασιμότητα στο κινητό τους τηλέφωνο. Μάλιστα είχε γίνει πρόταση να συμπεριληφθεί στη νέα κατάταξη ψυχικών νόσων DSM- V. 53% των Βρετανών σε έρευνα ανέφερε συμπτώματα άγχους σε καταστάσεις στις οποίες αναγκάστηκε π.χ. είτε λόγω αποφόρτισης της μπαταρίας είτε λόγω αφηρημάδας να αποχωριστεί το κινητό του τηλέφωνο  (“Nomophobia is the fear of being out of mobile phone contact – and it’s the plague of our 24/7 age”, Evening Standard. April 1, 2008). Οι έφηβοι θεωρούνται δυστυχώς ως η πιο επιρρεπής ηλικιακή ομάδα. Σε ορισμένες μελέτες, η εμφάνιση αγχώδους συμπτωματολογίας λόγω έλλειψης του κινητού τηλεφώνου συνδέθηκε με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας, όπως για παράδειγμα με χαμηλή αυτοεκτίμηση είτε αντίθετα με έντονη εξωστρέφεια (Adriana Bianchi, James G. Philips, Psychological Predictors of Problem Mobile Phone Use, Cyber Psychology & Behavior, February 2005). Όπως και να έχει πάντως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η προσκόλληση στο κινητό μας τηλέφωνο αποτελεί πλέον μία μαθημένη και ίσως πλέον αντανακλαστική συμπεριφορά.

Και ενώ μπορεί η επίδραση της εξάρτησης από τα κινητά τηλέφωνα στη σωματική υγεία του ατόμου να είναι ακόμη αντικείμενο επιστημονικών συζητήσεων, αξίζει να σταθούμε στην επίδρασή της υπερβολικής χρήσης τους στις κοινωνικές δεξιότητες, στις σχέσεις και στον τρόπο σκέψης μας. Διότι τα smartphones έχουν κατορθώσει από τη μία αναμφισβήτητα να διευκολύνουν διάφορες πτυχές της ζωής μας, έχουν προκαλέσει όμως προβλήματα σε άλλες. Δεδομένης της ανολοκλήρωτης διαδικασίας διαμόρφωσης της προσωπικότητας, οι επιδράσεις αυτές είναι συχνά εμφανέστερες στους μικρότερους ηλικιακά χρήστες smartphones. Έχουν παρατηρηθεί γενικότερα συμπεριφορές αν όχι προβληματικές, σίγουρα άρρηκτα συνδεδεμένες με την κατάχρηση της κινητής τηλεφωνίας και οι οποίες αφορούν ως επί το πλείστον στις κοινωνικές δεξιότητες των ατόμων: τα άτομα αποφεύγουν συχνά τη βλεμματική επαφή ή και την αλληλεπίδραση με άλλους, π.χ. σε ένα μπαρ ή σε άλλο εξωτερικό χώρο, παριστάνοντας ότι μιλούν στο κινητό τους ή εκμεταλλευόμενοι τις άπειρες δυνατότητές του. Στις πιο “ακραίες” περιπτώσεις, τα άτομα αγνοούν τους συνδαιτυμόνες τους, προσηλώνονται στο φανταστικό έξυπνο κόσμο του smartphone και δεν επικοινωνούν, αντικαθιστώντας κατά αυτόν τον τρόπο την επικοινωνία πρόσωπο με πρόσωπο με την επικοινωνία με τη διαμεσολάβηση της οθόνης. Οι συνεννοήσεις των νέων είναι πιο αυθόρμητες αλλά και λιγότερο σταθερές, καθότι όλα δύνανται να αλλάξουν την τελευταία στιγμή εις βάρος πολλές φορές της συνέπειας, της δέσμευσης.

Συνολικά δεν μπορούμε να αγνοούμε το γεγονός ότι η πρόσωπο με πρόσωπο επαφή είναι πολυαισθητηριακή, παρέχοντας τη δυνατότητα να δούμε, να ακούσουμε, να αγγίξουμε και να μυρίσουμε τον άλλο, κάτι το οποίο έχει εξαλειφθεί, καθώς αντικαθιστούμε την παρουσία του συνομιλητή μας με την οθόνη. Σε παιδιά και νέα άτομα ενδέχεται η μετατροπή αυτή στην επικοινωνία να έχει επιπτώσεις και στην ανάπτυξη των νευρωνικών συνδέσεων. Υπολείπονται έτσι πολλές φορές αργότερα σε κοινωνική νοημοσύνη, σε κοινωνικές δεξιότητες απαραίτητες για τη συναναστροφή στον πραγματικό κόσμο. Οι επαφές τους έτσι τους προκαλούν πολλές φορές έντονο άγχος, με αποτέλεσμα να ολοκληρώνουν το φαύλο κύκλο καταφεύγοντας για άλλη μια φορά στην οθόνη.

Πέρα από τις επικοινωνιακές επιπτώσεις, έχει παρατηρηθεί αύξηση των διαταραχών του ύπνου σε νεαρά άτομα, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις συσχετίστηκαν με τη χρήση των κινητών τηλεφώνων μέχρι αργά το βράδυ, καθώς τα άτομα σερφάρουν στο ίντερνετ, τσεκάρουν τα mail τους ή μιλάνε στο τσατ ακόμη και στο κρεβάτι, οδεύοντας προς την αγκαλιά του Μορφέα. Αγνοούν βέβαια πως τέτοιου είδους δραστηριότητες οδηγούν σε αυξημένο επίπεδο γνωστικής αφύπνισης και σε μεταβολές στα επίπεδα μελατονίνης, με αποτέλεσμα τη δυσκολία επέλευσης του πολυπόθητου ύπνου.

Μέσω του smartphone υπάρχει η δυνατότητα διαρκούς πρόσβασης στο διαδίκτυο, κάτι το οποίο οδηγεί στα ακριβώς αντίθετα από τα επιθυμητά αποτελέσματα στα παιδιά και στους νέους. Αντί δηλαδή οι γονείς να έχουν τη δυνατότητα ελέγχου ως προς το που βρίσκεται το παιδί τους, χάνουν πλήρως τον έλεγχο ως προς τη διαδικτυακή τοποθεσία τους, η οποία μπορεί να σχετίζεται σε ακραίες περιπτώσεις με ακατάλληλα chat rooms, με σελίδες στις οποίες υπάρχουν συμβουλές γύρω από την ανορεξία, τον αυτοτραυματισμό, την αυτοκτονία ή με σελίδες σεξουαλικού περιεχομένου, οι οποίες δημιουργούν μία τελείως διαστρεβλωμένη εικόνα της σεξουαλικής ζωής. Η ροή πληροφοριών λοιπόν έχει ξεφύγει πλήρως από τον έλεγχο των ενηλίκων.

Η προσβασιμότητα επιπλέον σε βάση 24/7 οδηγεί συχνά σε μία κατάσταση διαρκούς εγρήγορσης και αυξανόμενου επιπέδου άγχους καθότι το άτομο δεν μπορεί να αποδεσμευτεί έστω και υποσυνείδητα από την αίσθηση και το ενδεχόμενο να διακοπεί ο ύπνος του ή οποιαδήποτε στιγμή χαλάρωσης π.χ. από ένα επαγγελματικό τηλεφώνημα.

Οι θεραπευτικές προσεγγίσεις που προτείνονται στα κέντρα και στις κλινικές απεξάρτησης, σχετίζονται κυρίως με τη γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία, αν και υπάρχουν ήδη και προτάσεις συνταγογράφησης αντικαταθλιπτικών, όπως και στη θεραπεία της εξάρτησης από το διαδίκτυο (Przepiorka, A., Blachnio, A., Miziak, B., & Czuczwar, S., Clinical approaches to treatment of Internet addiction.Pharmacological Reports, 2014). Όσον αφορά στη θεραπεία των παιδιών προτεραιότητα δίνεται στη συμβουλευτική των γονιών, οι οποίοι καλούνται να αποτελέσουν το “καλό παράδειγμα” ενώ μεγάλη σημασία δίνεται στην ανάπτυξη εξωτερικών δραστηριοτήτων.

Τελικά η παντοδυναμία των smartphones έγκειται στο ότι είναι πάντα εκεί για να σου λύσουν τα χέρια. Μπορείς να τηλεφωνήσεις, να στείλεις μήνυμα, να μπεις στο βασίλειο του διαδικτύου, στα social media και ανά πάσα στιγμή να μάθεις τα πάντα για την κατεύθυνση που αναζητάς, για τον καιρό αύριο, για το τι κάνουν οι φίλοι σου όταν εσύ λείπεις, για το που έκανε check in ο έρωτάς σου, για το τι συμβαίνει στον κόσμο. Όλο αυτό δημιουργεί μια ψευδαίσθηση απόλυτης ελευθερίας και τελικά προσωπικής παντοδυναμίας. Αρκεί να συνειδητοποιήσουμε αυτό για να μπορέσουμε στη συνέχεια να αναλογιστούμε τι επιπτώσεις θα είχε, ειδικά σε ένα νέο παιδί που μεγαλώνει με το smartphone στο χέρι, αν έξαφνα του αφαιρούσαμε αυτή την προέκταση του χεριού του. Πώς θα αντέξει να μην ξέρει τι κάνουν οι άλλοι? Πώς θα αντέξει να μην επικοινωνεί διαρκώς? Πώς θα ανακαλύψει τι συμβαίνει στον κόσμο, ζώντας αυτήν τη φορά μέσα σε αυτόν?

Στις διακοπές κάντε το πείραμα: απενεργοποιείστε το ίντερνετ, αφήστε το κινητό στο ξενοδοχείο το βράδυ. Πάρτε στο χέρι ένα βιβλίο αντ’ αυτού στην παραλία. Κοιτάξτε από το παράθυρο για να δείτε τι καιρό κάνει. Και να είστε σίγουροι, ότι ο κόσμος θα στέκεται εκεί και θα σας περιμένει να γυρίσετε.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία

James E. Katz, Mark Aakhus, Perpetual contact: mobile communication, private talk, public performance,  Cambridge University Press, 2002, ISBN 0521002664.

King, A. L. S., A. M. Valenca, A. C. O. Silva, T. Baczysnki, M. R. Carvalho & A. E. Nardi, Nomophobia: Dependency on virtual environments or social phobia, Computers in Human Behavior, Volume 29, Issue 1, January 2013.

Roberts, James A., TOO MUCH OF A GOOD THING: Are You Addicted to Your Smartphone?, Sentia Publishing, 2015, ISBN 978-0996300476

Walsh, S. P., K. M. White, R. McD Young, Needing to connect: The effect of self and others on young people’s involvement with their mobile phones,  Australian Journal of Psychology, Volume 62, Issue 4, December 2010.