Άρθρο: Άννα Ζανιδάκη
Συγγραφέας

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Κουράστηκα, βαρέθηκα να ακούω συνέχεια να λένε πολλές φορές, διαμαρτυρόμενα άτομα που θέλησαν να αποδείξουν στους άλλους και στους εαυτούς τους πως η καλοσύνη είναι μια αξιέπαινη αρετή, αλλά δυστυχώς στις μέρες μας ή ακόμα και κάποια χρόνια πριν, σκληρά και αγωνιώδη, η καλοσύνη έχει αποδειχθεί μειονέκτημα παρά προτέρημα.

Όλοι θέλουν το καλό παιδί, να το έχουν κοντά τους να τους καλύπτει σε διάφορους τομείς, εργασιακούς ακόμα και διαπροσωπικούς, μα κανένας δε θέλει να είναι αυτός, αλλά ο άλλος.

Αυτός που θα μπορεί να ευνουχίσει, να διαχειρισθεί και να συστρατευθεί το καλό παιδί, σύμφωνα με τις ανάγκες, τις προτεραιότητες και τις καθοδηγήσεις του.

Βλέπετε είναι πολύ εύκολο και αρεστό σε κάποιους να κινούν νήματα, να διακινούν ακόμα και κατευθυντήριες γραμμές υποκίνησης και παρακίνησης διάφορων στάσεων και θέσεων για τη ζωή, τον προγραμματισμό της, καθώς και για διάφορες διεξοδικές πορείες και συναντήσεις.

Είτε αφορά τη δική τους ζωή είτε των άλλων.

Η τραγικότητα των στιγμών που υπεισέρχεται όταν διαγνώσει και αντιληφθεί κάποιος πως εύκολα χειραγωγήθηκε, αφού ο ίδιος το επέτρεψε και καθήλωσε το βλέμμα του και τις αγωνίες του ως πρόβατον επί σφαγήν, εφόσον αφαίρεσε απ’ τον ίδιο του τον εαυτό το δικαίωμα της γνώσης και της κατάθεσης αυτής, μα κυρίως επειδή έζησε και συμπορεύτηκε εντελώς αφαιρετικά και άδικα προς τον ίδιο του τον εαυτό.

Το καλό παιδί που όλοι το θέλουν στην παρέα να τους εξυπηρετεί αλλά ταυτόχρονα και να υπηρετεί τις δικές τους ανάγκες, προτεραιότητες είτε υπέρ του είτε κατά του.

Μα αυτό το καλό το παιδί το αναθρέψαμε με στοργή, αγάπη, νοιάξιμο, αλλά αφήσαμε να μείνει σε εκείνο το στάδιο στάσιμο, σύμφωνα με τις επιταγές και τις διαταγές της εποχής μας που απαιτεί κακία, δόλο, φθόνο, μοχθηρία, μίσος, αλληλοφάγωμα.

Ένας κανιβαλισμός που ελπίζαμε να μην επαναπροσδιορισθεί στα δικά μας χρόνια, στα δικά μας χρονικά πλαίσια και όρια που θα ‘πρεπε να θέσει και να καταθέσει ο καθένας μας με ακρίβεια και προσοχή.

Κι όμως, αυτό το καλό παιδί ξύπνησε απ’ το λήθαργο, τη χειμερία νάρκη και άρχισε να διεκδικεί, να προτρέπει τον εαυτό του να ζήσει, να γευτεί και να απολαύσει στιγμές που του άνηκαν και παλιά, αλλά επίμονα και λανθασμένα τις είχε βγάλει απ’ τη ζωή, απ’ την καθημερινότητά του.