Κείμενο: Κωνσταντίνος Αλσινός Αμπατζίδης
Συγγραφέας

Επιμέλεια: Μαρία-Ανδρονίκη Τραυλού
Φιλόλογος-Γλωσσολόγος


Χαίρετε, ελάτε…

Περάσατε; Καθίστε παρακαλώ, όπου βρείτε,

μόνο μιλήστε μου για να έρθω κοντά σας.

Ναι, είμαι αρκετά χρόνια πια εδώ, ξέρετε, έλειπα καιρό.

Έπρεπε να φύγω.

Υπάρχουν καταστάσεις που η μόνη λύση είναι η φυγή, κι ας λένε οι διάφοροι εξυπνάκηδες ότι όλα αντιμετωπίζονται,

πλάνη, μεγάλη πλάνη, σκοτάδι,

και σας το λέω πλέον από πείρα,

μαύρο σκοτάδι.

Έφυγα με το τρένο. Ναι, πάντα μου άρεσε,

απλώς μπαίνεις και δεν έχεις το άγχος της επιλογής, η διαδρομή είναι ήδη προκαθορισμένη από άλλον, χωρίς εναλλακτικές.

Εκτός πια αν συμβεί κάτι τρομακτικό, που κι αυτό από πείρα σας βεβαιώνω πως έχει μια κάποια πιθανότητα, ακούστε με,

αλλά ευτυχώς τις περισσότερες φορές ακολουθείται η κανονικότητα.

Ταξίδευα βόρεια, όλο και πιο μακριά.

Άλλο δεν ήθελα τότε απ’ το να φύγω…έφτασα κάποτε σε μέρη που είχε τόσο χιόνι απλωμένο, σαν να είχε αδειάσει ο κόσμος,

ή κάπου εκεί να τελείωνε.

Γιατί τι νόημα να έχει ο κόσμος αν κάποτε δεν τελειώνει κι αν πάλι,

δεν βρίσκεται κάποιος άνθρωπος γύρω να τον παρατηρεί˙ δεν έβλεπα κανέναν γύρω, κι αν υπήρχε, σίγουρα κάπου θα είχε κρυφτεί.

Μια απέραντη λευκότητα. Όπως τώρα.

Μήπως πέρασε η ώρα;

Δεν έχει σημασία για μένα ειδικά,

δεν βλέπω διαφορά ανάμεσα στη μέρα και στη νύχτα,

για μένα τις περισσότερες φορές είναι μονάχα νύχτα,

άσχετο αν μέσα μου βασιλεύει μια άσβεστη λιακάδα,

ένα φως ανέσπερο που λέτε κι εσείς,

μια περιστρεφόμενη λευκότητα που τίποτα δεν λυπάται, τίποτα δεν αφήνει όρθιο, τα παρασέρνει όλα σε μιαν αοριστία, άλλωστε τι να προσπαθήσουμε να ορίσουμε πια,

ποιο το νόημα…

ξέρετε, όσο και να σου στερήσουνε το φως, μπορείς πάντοτε να βρεις κάπου μέσα σου έναν ήλιο, αυτόν που αν τον βρεις, δεν μπορεί μετά να σου τον πάρει κανένας, φτάνει να τον βρεις…

Κι απ’ την άλλη, μαθαίνει κανείς καλύτερα τους ανθρώπους αν δεν τους βλέπει…φαντάζεται και κρατιέται απ’ ένα τους χαμόγελο που μπορεί να θυμάται, μια γλυκιά τους ματιά, ένα τους τραγούδι που φτάνει νότα νότα να σφηνωθεί στον εγκέφαλό του.

Νιώθει καλύτερα τις καρδιές που χτυπούν, σαν να τις ακούει,

να ένα προνόμιο της μειωμένης όρασης,

η ενισχυμένη ακοή,

ακούω που λέτε, γιατί οι καρδιές χτυπούν είτε τις βλέπουμε είτε όχι,

και τα σπουδαιότερα πράγματα δεν είναι αυτά που μπορεί να δει κανείς.

Έλεγα λοιπόν, πως περιφέρομαι σε μιαν αδιάκοπη νύχτα, όχι ως αστέρας, παρά ως κομήτης, να, κοιτάχτε την κόμη μου,

τα μαλλιά μου τα νιώθω τουλάχιστον όπως ήταν,

σίγουρα θα έχουν αλλάξει κι αυτά χρώμα, αλλά δεν μπορώ να τα δω,

ιδού άλλη μία ευδοκία.

Περιφέρομαι λοιπόν αδιάκοπα σε αυτήν τη νύχτα…

Νύχτα , νύχτα, νύχτα,

και δε μιλώ τόσο για το σκοτάδι,

Παρά για τον χρόνο που περνά στα σκοτεινά.

Για εκείνες τις νύχτες σας μιλώ, τις πιο μεγάλες, αυτές που κλαις και δεν σ’ ακούει κανείς, τις απέραντες, που λες, θα είναι νύχτα για πάντα, που φαίνεσαι να κλαις εσύ μονάχα για όλον τον κόσμο που κοιμάται,

για αυτές σας λέω,

σε κάποιον ποταμό, σε κάποια σταγόνα της βροχής

ή σε μιαν ακίδα ομίχλης,

κάπου σίγουρα έχει φωλιάσει ένα κρυφό μου δάκρυ…

Μα μόνο τη νύχτα θα το δείτε,

γιατί τις μέρες ξυπνά ο κόσμος κι εξαφανίζεται

ίσως το δείτε να γυαλίζει κάποτε στην υγρή μεθόριο

των ματιών μιας μάνας που θυμάται το παιδί που ξενιτεύτηκε

ή που χάθηκε κάπως αλλιώς

ή σαν μια πρωινή δροσοσταλιά σε ένα ματωμένο τριαντάφυλλο

ή σαν μια σταγόνα που αυτοκτονεί απ’ ένα τσίγκινο στέγαστρο…

Στέκομαι εδώ τις νύχτες και κλαίω με δάκρυα που δεν βλέπω,

αλλά τα νιώθω έτσι διπλά,

στέκομαι κι εγώ εδώ όπως συχνά συμβαίνει

άνθρωποι να στέκονται και να γερνούν,

πράγματα να στέκονται και να γερνούν,

δείτε

πώς σαπίζουν τα παγκάκια κι οι παλιές ξυλόπορτες απ’ τις βροχές,

πώς τα χρώματα στους τοίχους και τις σημαίες ξεθωριάζουν,

πώς τα κάγκελα και τα κλειδιά σκουριάζουν,

δείτε,

μια σκάλα π’ ανεβαίνει μόνη της, σιδερένια, σκαλιστή, επιβλητική, επιβλητικά μονάχη,

άσχετα αν θα την ανέβει κανείς ή θα την κατέβει,

εκείνη στέκεται,

με όλον της τον σκελετό αποκαλυμμένο,

αν κάνεις πως την ανεβαίνεις τελικά,

θα είναι σαν να πατάς ένα προς ένα όλα της τα οστά…

Συμβαίνει καμιά φορά να προχωράμε στη ζωή με μία διαδρομή θανάτου, πατώντας πάνω σε νεκρούς, ή πράγματα νεκρών,

μην τρομάζετε,

δεν θα τους ανησυχήσω, έχω συμφιλιωθεί, τους βλέπω να κυκλοφορούν ανάμεσά μας, κάποτε κάποτε σκουντιόμαστε μάλιστα έτσι που περπατούμε ανακατεμένοι, δεν τους ενοχλώ,

αφήνω τους νεκρούς να είναι νεκροί, κι ίσως εντέλει,

μπορεί και να είναι απαραίτητο, αυτός που τα σχεδίασε έτσι κάτι θα ήξερε, γιατί,

για φανταστείτε να μην πέθαινε κανείς, να είχαμε μόνο γέννες και πράγματα καινούρια, κανένας να μην έλειπε, τίποτα να μη χανόταν, ποιο θα ήταν το ενδιαφέρον;

Θα πήζαμε στη ζωή, θα χάναμε το νόημά της,

ενώ τώρα, είναι όλα κανονικά…

Πέρασε η ώρα;

Κουράστηκα να την υπολογίζω…

Οι ώρες, οι ώρες, οι πανταχού παρούσες, αυτές που ορίζουν κι επηρεάζουν τόσο πολύ τις ζωές μας, κι ωστόσο αν το σκεφτείς,

ανύπαρκτες,

μα πάλι, παντού τριγύρω, σε όλο το πριν, το τώρα και το μετά του καθενός κι όμως πουθενά συγκεκριμένα,

άπιαστες, παμπόνηρες,

πόσο θέλω κάτι βράδια να τις αρπάξω απ’ τα μαλλιά να τις βροντήξω στον τοίχο,

που τολμούν να με μετρούν με το αδιάφορο βήμα τους σαν γυναίκες με ψηλά τακούνια,

που μπορούνε να μετρούν

τη μοναξιά μου,

τις ακούω να περνούν καμιά φορά στον διάδρομο, κάνοντας θόρυβο με τους ξύλινους πάτους τους και να καταλήγουν όλες μαζί εκεί, γύρω απ’ το μεγάλο ρολόι της τραπεζαρίας, σαν να ήταν ένα κυκλικό τραπέζι ή μια ροτόντα,

τις φαντάζομαι στυγνά όμορφες να περπατάν αποφασιστικά στα τακούνια τους σαν δικηγόροι, ή πολιτικοί,

πάντως σίγουρα γυναίκες με εξουσία,

και να μαζεύονται εκεί, σαν να συνεδριάζουν, να κοιτάν πίσω προσεχτικά μη τις κοιτώ, να συνωμοτούν, να σχεδιάζουν κάτι.

Δεν τις βλέπω, απλά τις ακούω, το βήμα τους δεν χάνει ποτέ, δεν σταματά, τακ τακ, τακ τακ, με ενοχλούν, με νευριάζουν,

ναι, πόσο θα ήθελα να είναι χειροπιαστές, να μπορώ να εκδικηθώ!

Στέκομαι χρόνια εδώ ακούγοντας τον λεπτοδείκτη και κοιτάζω απλά το παράθυρο…όσο μπορώ πια,

μην σας ξαναμιλήσω για το σκοτάδι,

να ξέρατε μόνο πόσες φορές μου ήρθε να τρέξω και να κάνω μια περήφανη βουτιά στον δρόμο από κάτω, όπως κάνουν αυτοί οι δύτες στις πισίνες, όλο φιγούρες,

έτσι κι εγώ να πάρω μια ανάσα,

ν’ ανοίξω τα χέρια σαν ν’ αγκαλιάζω όλες τις τελευταίες μου στιγμές και να πέσω,

έτσι από επιλογή, ν’ αγκαλιάσω την ίδια την επιλογή μου

να γίνω για λίγο θέμα συζήτησης,

όπως γίνονται πάντα αυτοί που αυτοκτονούν ή αυτοί που φεύγουν ξαφνικά, κι όλοι θυμούνται ξαφνικά τι καλοί άνθρωποι που ήταν και πόσο τους αγαπούσαν,

καθαρό κουτσομπολιό, τρελαίνονται,  γίνεται ο δρόμος ίδιο μελίσσι,  ακούστε τώρα, πόση ζωή μπορεί να δώσει σε μια γειτονιά ένας θάνατος.

Βλέπω αυτόν τον δρόμο πριν το ηλιοβασίλεμα να λάμπει χρυσός τα καλοκαίρια, ίσα που το καταφέρνω πια,

ξετυλίγεται θα έλεγες στο άπειρο,

εκεί που σβήνει ο ήλιος ταπεινωμένος που θα τον νικήσει η νύχτα,

-Όπως ακριβώς τα νικάει όλα-

Λίγο πριν πάρει να ματώνει,

κόσμος πάει κι έρχεται επάνω του, να, δες τους, εσύ που μπορείς,

εγώ απλά τους νιώθω,

αυτοί τσακώνονται, ο άλλος τρέχει σαν τρελός κάτι να προλάβει, ίσα που δεν πατά κάποιον, φωνές, κόρνες φασαρία, κακό,

σαν ν’  απλώνονται κι αυτοί και να ξετυλίγονται μέχρι το άπειρο,

απλώνεται το ανθρώπινο σαν πύθωνας που τρέχει να κρυφτεί στην ιστορία,

όμως εγώ κοιτάζω πέρα, ψάχνω πάντα να βρω το τέλος αυτού του ολόχρυσου δρόμου που σκοτεινιάζει ολοένα,

πρώτα βέβαια βάφεται κόκκινος,

σαν εκεί στην άκρη του να συμβαίνει κάποια μεγάλη μάχη σώμα με σώμα και όλα να αιμορραγούν,

μετά όσο πάει μενεξεδίζει και ύστερα σαν να χάνεται εντελώς από το βλέμμα, δε μοιάζει πια με δρόμο που ξετυλίγεται με τους ανθρώπους του, μοιάζει με το δικό μου μονοπάτι που με περιμένει,

όσο βραδιάζει γυαλίζει από το φεγγαρόφωτο σαν ασημένιο,

εκπίπτει βέβαια σε ποιότητα μετάλλου αλλά όχι και προοπτικών,

τούτη η ασημένια οδός είναι η δική μου οδός προς την αθανασία,

το δικό μου βήμα περιμένει να ταξιδέψουμε μαζί στο άπειρο,

το ασύντελο

χωρίς φωνές, χωρίς φασαρία, εγώ κι ο δρόμος μου,

εγώ, μια σκιά που περπατά μόνη και γύρω μου υγρό ασήμι,

κυλάμε μαζί να χυθούμε στα πέρατα της γης,

εκεί που κανένας δεν φωνάζει, κανένας δεν κορνάρει, κανένας δεν σε κοιτά, κανένας δεν σκέφτεται, κανένας δεν θυμάται,

χαμένη κάπου στη γαλήνια μοναξιά των άστρων και της σιωπής,

ξεχασμένη, σαν νύχτα

εκεί πάω με τον νου μου τα βράδια και βλέπω από την άλλη άκρη το σώμα μου να με κοιτά και να περιμένει, να όπως τώρα,

όρθια, με το δεξί χέρι να τραβά την κουρτίνα και το βλέμμα μου ατενές στον ορίζοντα, σαν κάποια άλλη Φαίδρα που κοίταζε κρυφά τον Θησέα όταν έφευγε απ’ την Κρήτη με την αδελφή της, ωστόσο,

άλλο ένα κάδρο κρεμασμένο στον αδιάφορο τοίχο, άλλο ένα παράθυρο ανοιχτό σε μια πολυκατοικία, άλλη μια θολή ματιά στην αχανή πόλη,

τίποτα παραπάνω από μια σκιά, τίποτα παραπάνω απ’ το τίποτα.

Στέκομαι εδώ πια και μοναχά θυμάμαι.

Ξέρετε, είχε ένα τέτοιο ηλιοβασίλεμα τη μέρα που παντρευόμουν,

σαν να είχε πυρώσει όλος ο ουρανός, κάποια σύννεφα τον στόλιζαν εδώ κι εκεί σαν καπνοί από πλοία που δεν προλάβαμε

ή απ’ το ίδιο το καμίνι που έψηνε το στερέωμα,

κι όλοι έλεγαν ότι εκείνη τη στιγμή, απ’ εκείνο το πύρωμα,

σαν να καμώθηκαν δυο νέοι άνθρωποι, σαν να μας έφτιαξε ο ίδιος ο ουρανός.

Μετά, ξαπλώναμε το βράδυ ανάσκελα, κοιτάζοντας το ταβάνι,

του έπιανα σφιχτά το χέρι και συντονίζονταν οι ανάσες μας,

ακινητούσαμε,

σαν ν’ αφουγκραζόμασταν τον ουρανό, σαν η ματιά μας να τρυπούσε το σκυρόδεμα από επάνω μας και να εκτοξευόταν στ’ αστέρια, και μετά πίσω απ’ τ’αστέρια, πέρα απ’ το φεγγάρι, στο άπειρο, εκεί που ακόμα και οι ιδανικότερες παράλληλοι μπορεί να συναντηθούν.

Δεν κουνιόμασταν καθόλου,

κι ύστερα κλείναμε τα μάτια, σαν νεκροί,

κι έλεγα, ας ήταν κάπως έτσι να νικούσαμε τον χρόνο.

Όμως τον έβλεπα να κλαίει συχνά τα βράδια, ήταν τόσο εύθραυστος, έκλαιγε συχνά, σαν εκείνα τα τριαντάφυλλα που δακρύζουν τα χειμωνιάτικα πρωινά σκύβοντας κάτω.

Όταν έκλεινε τελικά τα μάτια του να κοιμηθεί, συνέχιζα να του κρατώ το χέρι, σαν στον ύπνο του να ξεκινούσε για το πιο επικίνδυνο ταξίδι, ποιος ξέρει πόσα ένστικτα ή κρυφές επιθυμίες θα ξυπνούσαν μέσα του όσο αυτός κοιμόταν, ας ήταν τουλάχιστον κάποιος κοντά.

Πρέπει να σέβεται κανείς αυτόν που κοιμάται,

είναι τόσο ανυπεράσπιστος και σαφής, μάλλον γι’ αυτό ανυπεράσπιστος,

κάθε του μυώνας, κάθε του κύτταρο φωνάζει ένα μεγάλο τίποτα,

ούτε αίσθημα, ούτε διάθεση, ούτε κίνητρο, ούτε ενέργεια,

μόνον ύπνος, σαφής, ασάλευτος, ανυπεράσπιστος.

Εκεί μπορεί να του είπα και τις μεγαλύτερες αλήθειες- ποια ασφαλέστερη ώρα;- κανένας δεν θα τις θυμόταν, έκλεινε τα μάτια του κι εγώ μιλούσα χαμηλά, σίγουρη πως ό, τι έλεγα δεν θα τ’  άκουγε κανείς,

ή πάλι, θα πήγαινε και θα φυτευόταν σαν μικρό μικρό κομπάκι σε κάποια σκοτεινή γωνιά του υποσυνείδητου ή της κρυφής κατασταλμένης μνήμης, κανείς δεν θα το έβρισκε,

ωστόσο μιλούσα σ’ έναν άνθρωπο, αλάφρωνα,

η κάθε επόμενη μέρα ήταν μια καινούρια αρχή.

Στέκομαι εδώ και ξαναζώ όσα έζησα, ενίοτε κι όσα δεν έζησα.

Γυρίζω πίσω σ’ εκείνο το ταξίδι με το τρένο που σας έλεγα πριν, πώς τρυπούσε τον χιονιά που μας περιέζωνε, πώς προχωρούσε αθόρυβα να φύγει μακριά, να ταξιδεύει στο λευκό μέχρι να γίνει κι αυτό κάτι αόριστο μες στην αοριστία του.

Τόση λευκότητα γύρω, τόση ασάφεια, σαν να υπογράμμιζε τη δική μου μοναχική φιγούρα ή μάλλον,

πόσο μαύρη μπορεί να φαινόταν η μοναξιά μου μες στον λευκό του κόσμου.

Ύστερα, καταμεσής της λευκής πεδιάδας που όλο και απλωνόταν, ένα σκελετωμένο δένδρο σαν μουτζούρα, σαν από αυτό να ξεκίνησε να φτιάχνεται όλη η απεραντοσύνη γύρω του,

και γύρω από αυτό να γυρνούν τα σύννεφα κι ο ουρανός και τ’ αστέρια,

πάνω σ’ αυτό να κάθεται κι από εκεί να εφορμά η σιωπή, σαν κάποια νεαρά που έκανε το σώμα της κορμό και τα μαλλιά της μικρά λεπτεπίλεπτα κλαδιά που σηκώνονται κι ανεμίζουν προς τα εκεί που φυσά ο αέρας,

σαν να ήταν η ίδια η κόρη του χειμώνα, ή η ίδια η θλίψη του χειμώνα,

η πρώτη δηλαδή απείραχτη παρθένα της ιστορίας.

Σιωπή-μουσική, διαχυμένη μουσική σε μιαν απέραντη ολόλευκη σιωπή,

τι θα μπορούσε να τη γεμίσει;

ούτε ανάσες, ούτε λέξεις, ούτε καν γόοι ασίγαστων ερωτικών πράξεων,

τίποτα,

μονάχα αυτή, της σιωπής η μουσική, η ανήκουστη.

Τ’ αφήσαμε πίσω ‘κείνο το δένδρο τελικά, προχωρούσαμε κι άλλο, πιο κει, μες στο λευκό, υπήρχε ένας παλιός ξύλινος φράχτης, δεν καταλάβαινες γύρω του προς τα πού ήταν η γη και πού ο ουρανός, ήταν όλα νυφιάτικα,

μόνο λευκό,

κι ο φράχτης ήταν σαν να φιλούσε αυτήν την απλότητα, να εμπόδιζε το λευκό να πάει παραπέρα, να καλύψει τα πάντα, το εμπόδιζε με τα ίδια του τα ξύλα.

Μετά τον φράχτη κάποια άλλα δένδρα, όχι σκελετωμένα, με ένα άσπρο σκούφο πάνω πάνω, σαν τα έντυνε ο χιονιάς, σαν να γερνούσαν σιγά σιγά, ενώ η απλωσιά γύρω τους γυάλιζε σε κάποια σημεία της, σαν κάποιος να είχε σκορπίσει ασημόσκονη ή κρυσταλλένιο χαρτοπόλεμο,

ή μπορεί και να ήταν μικρά μικρά κοφτερά γυαλιά από κάτι πολύ μεγάλο θρυμματισμένο εδώ κι αιώνες.

Κάποτε πλησιάζαμε σε πόλη, είδα μες στο χιόνι δυο τσιμινιέρες εργοστασίων να καπνίζουν, ο καπνός τους ανακατευόταν με τα σύννεφα βιαστικά, και με τόσα νεκρά δένδρα γύρω κι ένα λευκό επιθετικό, κι έναν ήλιο εγκλωβισμένο να φέγγει αχνά πίσω από τα γκρίζα νέφη,  έμοιαζαν όλα τόσο δυσοίωνα, σαν προεπισκόπηση το κόσμου όταν θα καταστραφεί. Γιατί ξέρετε, κάποτε

θα καταστραφεί.

Συγγνώμη, περνάμε την ώρα μας μιλώντας γι’ αυτά, για αυτήν τη ρημάδα τη λευκότητα, αλλά βλέπετε αυτό είναι πια η ζωή μου, αυτό είναι ό,τι μπορώ να βλέπω,

μακάρι να ρευστοποιούταν και η μνήμη μου ομοιοτρόπως,

να κατέληγε μια λευκή σελίδα που λέμε,

να μη θυμάμαι τίποτα απ’ όλα αυτά.

Ξέρετε, το προσπαθώ καιρό. Στέκομαι εδώ στο παράθυρο και συγκεντρώνομαι, παλεύω να ξεχωρίσω το ψέμα απ’ την αλήθεια, τι έζησα πραγματικά, μπερδεύονται όλα δυστυχώς αν δεν έχεις σημεία αναφοράς, από κάπου να πιαστείς,

εδώ δεν μπορώ να ξεχωρίσω τη μέρα από τη νύχτα.

Θυμάμαι μιαν άλλη βραδιά, όταν πια κατέβηκα από εκείνο το τρένο, σε κάποια γωνιά εκείνης της χιονισμένης παντοκρατορίας,

όλα χιονισμένα, τα σπίτια, τα δένδρα, τα βουνά,

ακίνητα, ασημένια,

έλαμπαν κάτω απ’ ένα τεράστιο ολόγιομο φεγγάρι, αδιάψευστο, αδιαμφισβήτητο, στεκόταν πάνω απ’ όλα κι έφεγγε αφειδώλευτα,

σαν να φώτιζε και να διαλεύκανε την πιο μεγάλη αλήθεια, σαν όλα αυτά να ήταν η μόνη σιωπηλή αλήθεια, ή να έκρυβαν έτσι συνωμοτικά μιαν άλλην, αυτήν που υπήρχε πριν από τα σπίτια, τα δένδρα, τα βουνά και το παγωμένο φεγγάρι,

την αλήθεια πίσω απ’ την κάθε αλήθεια.

Δυο-τρεις διάττοντες εγκατέλειπαν το πόστο τους για ν’ αυτοκτονήσουν, δεν θα μπορούσαν να διαλέξουν καλύτερη βραδιά, ή τώρα ή ποτέ,

ύστερα κάτι κάτω στη χιονισμένη πεδιάδα φάνηκε να περπατά, να σαλεύει, δε φαινόταν τι, άνθρωπος, κάποιο ζώο της νύχτας, ή κάτι μυθικό…

Θα μπορούσε να ήτανε και άνθρωπος,

έτσι κι αλλιώς κάπως έτσι βαδίζουμε, μόνοι και σκοτεινοί σε μια χιονισμένη ολόλευκη πεδιάδα,

τα όποια χνάρια σε λίγο σβήνουν ή λιώνουν, χάνονται,

πάντως οπωσδήποτε ξεχνιούνται…

Θα ορκιζόμουν πως το φεγγάρι είδε την κίνηση, το είδα να τρέμει λίγο κι αυτό προς τα εκεί, σαν να ήθελε να ξεκολλήσει και να πέσει από τον ουρανό,

να γλιστρήσει στον αστρόφορτο λοφίσκο και ν’ αρχίσει να κυλά στην πεδιάδα, πώς έκαναν παλιά με το τσέρκι τα παιδιά, θυμάστε;

Μήπως και σπάσει κάπως αυτήν την ασάλευτη παγωμένη σιωπή, που ήταν όλα τόσο ενοχλητικά όμορφα και σιωπηλά, σαν γυάλινα,

τ’ αστέρια που ξεδιπλώνονταν σαν κορδέλες για να χαθούν στο άπειρο, τα βουνά που στέκονταν σαν κορμιά κουρασμένα μετά από έρωτα κάτω από μια νυφιάτικη κατάλευκη κουβέρτα, τα δένδρα που υπέμεναν το χιόνι στους ώμους τους σαν τους πιο στιβαρούς σκοπούς, τα μικρά λουλούδια που είχαν λυγίσει κάτω απ’ το ίδιο τους το πεπρωμένο, τα χόρτα που είχαν χαθεί κάτω από μια πάλλευκη άγνοια σαν να μην υπήρξαν ποτέ.

Τι γλυκιά νύχτα! Τι γλυκό παγωμένο φεγγάρι! Πόσο αθόρυβα πάγωσε ο κόσμος σε μια γλυκερή ραδιούργα σιωπή!

Μια τέτοια νύχτα θα διάλεγε κανείς για να πεθάνει, αργά, ανεπαίσθητα,

να ξαπλώσει στο χιόνι να κοιμηθεί, μπαίνοντας όλο και πιο βαθιά σε μια λευκή γαλήνη με όλα γύρω του να γίνονται όλο και πιο φωτεινά…

Αργά αργά, αποδεχόμενος το γεγονός του θανάτου, ίσως και να τ΄ απολαύσει ακόμη, πως στέκεται κάποιος και βλέπει το ηλιοβασίλεμα, έτσι, ν’ αφήσει αργά και θαρρετά το σώμα του και να πλεύσει προς το φως,

μια τέτοια νύχτα, μ’ ένα τέτοιο παγωμένο φεγγάρι, με τόση παγωμένη αλήθεια γύρω…

Όχι, δεν είμαι προσκολλημένη σε όλα αυτά, ακόμα κι όλα αυτά μπορεί να καταποντιστούν, φτάνει να πιστεύει κανείς στη δύναμη του ανθρώπου.

Σαν αυτή η νύχτα με καλύψει, αρκεί ένα μου μονάχα βήμα, ένα μικρό μου βήμα στον πάγο, που πυροδοτεί απανωτές εκρήξεις, σαν να ενεργοποιεί το ρήγμα που θα τα γκρεμίσει όλα, το ένα μετά το άλλο,

γκρεμίζονται, στο χιόνι ζωγραφίζεται η ρωγμή μου σαν κεραυνός, τρέχει, απλώνεται, καταστρέφει τα πάντα, σαν φωσφορίζον δηλητήριο που κυκλοφορεί στις φλέβες του κόσμου,

τα ρημάζει όλα, τη χιονισμένη πεδιάδα, τα δένδρα, τα βουνά, ό,τι ακουμπά στη γη, όλα γκρεμίζονται, αυτό ήταν,

μυριάδες παγωμένα κομμάτια, δισεκατομμύρια χιονονιφάδες, τέλος,

είμαι πια εγώ μοναχή μου με τ’ αστέρια,

και τα βλέπω όλα από ψηλά, δεν χιονίζει πια, δεν έχει κρύο, δεν βγαίνει η ανάσα μου σαν αχνός, δεν έχω ανάσα,

είμαι εγώ μοναχή μου με τ’ αστέρια

κι είναι η αλήθεια κάτω μου σκορπισμένη, φωτισμένη σε κομμάτια, και τότε πράγματι,

κυλάω το φεγγάρι μου σαν τσέρκι, τρέχω στους δρόμους του ουρανού μου και γελώ, παίζω με τη Μικρή Άρκτο πεντόβολα και βάζω στην τσέπη μου σαν πυγολαμπίδα τον Σείριο,

και πετώ και χάνομαι,

σε μια δικιά μου νύχτα, όπως ακριβώς την θέλω.

Στέκομαι, ανάμεσα στο λευκό και το λευκό.

Ψάχνοντας ποιο είναι το πιο αληθινό.

Στέκομαι και θυμάμαι.

Έρχονται όλα όμως ατάκτως ερριμμένα.

Πριν το ταξίδι που σας είπα, και πριν φτάσω εκεί που πήγα, προτού καν φύγω, θυμάμαι έναν άλλον χειμώνα, που ήμουνα μικρό παιδί,

και φοβόμουν τότε με τ’ οτιδήποτε,

είχε χιονίσει πάλι, κι ήταν πάλι όλα άσπρα γύρω, τα τρία μεγάλα δένδρα που είχαμε στην αυλή ήτανε μαραμένα,

τρεις λεύκες γυμνές που έσκιζαν τον χειμωνιάτικο ουρανό, τρεις λεύκες που μαυρίσανε απ’ τον καιρό και το λίγο φως, στέκονταν εκεί έξω απ’ το σπίτι μου σαν μοίρες,

σαν σκελετωμένες γριές βαθιά μπηγμένες στη γη, και μου φωνάζανε,

μπορεί πάλι να ήταν απλά ο αέρας που σφύριζε, αλλά είμαι σίγουρη ότι μου μιλούσαν και μάλιστα γελούσανε φρικιαστικά,

έπειτα ένας γέροντας φάνηκε να περπατά από μακριά μ’ ένα ραβδί,

έμεινα ακίνητη από τον φόβο μου, τον έβλεπα να περπατά από μακριά σαν να ήξερε ότι αυτή η στιγμή δεν θα τελείωνε αν δεν έκανε αυτό που είχε να κάνει,

έφτασε κοντά, με κοίταξε μέσα στα μάτια, κι έπειτα μου τα σκέπασε με το χέρι του, αυτό ήταν,

όταν ξανάνοιξα τα μάτια μου έλειπαν όλα, και ο γέροντας, και τα δένδρα, κι ο χιονιάς, και ο ίδιος ο χειμώνας.

Θυμάμαι πάλι τις πρωτοχρονιές αυτόν που θα έμπαινε πρώτος στο σπίτι.

Να σπάει με δύναμη ένα ρόδι στο πάτωμα και τους σπόρους του να σκορπίζουν σαν εκσπερμάτιση παντού,

τους έχετε παρατηρήσει ποτέ;

Αν τους δείτε στο φως, μοιάζουν με μικροσκοπικούς αμνιακούς σάκους,

ήτανε τότε σαν να σκοτώνονταν ακαριαία εκατοντάδες παιδιά,

έμοιαζε το ρόδι με Ηρώδη,

προτού καν γεννηθούν, προτού μάθουν το γιατί, μπορεί να ήταν και καλύτερα πάλι έτσι,

εγώ όπως και να είχε έκλαιγα, δεν μου άρεσε,

ακούστε τώρα να θεωρείται κάτι τέτοιο σημάδι γονιμότητας κι ευδαιμονίας.

Θυμάμαι, θυμάμαι, κουράστηκα…

Πέρασε η ώρα;

Μπορεί και να έχετε δίκιο, δεν το καταλαβαίνω, συγγνώμη, ξέρετε,

δεν μπορώ να βλέπω τον χρόνο να περνά,

κι έτσι είναι ακόμη πιο δύσκολο,

γιατί αυτός όπως και να ‘χει πάντοτε περνά,

έχω νικηθεί, το παραδέχτηκα πια, έπαψα να ζητώ πράγματα που δεν θα μπορώ να έχω, όχι ότι δεν πονώ ή αδιαφορώ, απλώς προφυλάσσομαι.

Παλιά το έκανα,

πόθησα κάποιον και τον είχα για λίγο, άργησα να καταλάβω αποφάσεις ανωτέρων που τα είχαν σχεδιάσει αλλιώς,

ξαναλέω, όχι ότι δεν πονώ, αλλά πρέπει πια να προφυλάσσομαι.

Το έκανα τότε, ατυχώς,

όπως προτιμά κάποιος να κόψει ένα λουλούδι παρά να το αφήσει εκεί που στέκει, να κάνει δική του την ομορφιά του κι ας μαραθεί παρά να αφήσει να υπάρχει αλλού ή για κάποιον άλλον, έτσι κάνουμε καμιά φορά κι εμείς με τους ανθρώπους, πιστεύοντας πως οι επιθυμίες μας ταιριάζουν πάντα με των αλλωνών,

Πλάνη σας ξαναλέω, σκοτάδι, χειρότερο του τωρινού μου.

Ήταν σωστή τραγωδία.

Να με αρνηθεί κάποιος για αυτόν τον λόγο.

Κι απορώ μάλιστα πώς δεν ασχολήθηκαν οι αρχαίες τραγωδίες με κάτι τέτοιο,

ξέρεις τι είναι για μια γυναίκα αυτό;

Μάλλον, μπορεί και ν’ ασχολήθηκαν, βλέπεις,

όλη η κακοδαιμονία των Λαβδακιδών ξεκίνησε από μια κατάρα στον Λάιο για τον έρωτά του στον Χρύσιππο, χωρίς αυτήν τίποτα δεν θα είχε γίνει,

ούτε ο Οιδίποδας θα τραβούσε ό,τι τράβηξε, ούτε μετά τα παιδιά του, ούτε θα είχαμε και ποτέ αυτά τα περίφημα συμπλέγματα με τ΄ όνομά του,

αμφίβολο κιόλας αν ισχύουν,

δεν γίνεται κάτι τέτοιο, δεν χωρά στον νου μου,

ποια Μήδεια, ποια Κλυταιμνήστρα, ποια Αντιγόνη,

καμιά δεν είχε τέτοια μοίρα,

γιατί δεν είναι να σε απατήσει, να σου πει δεν σ΄αγαπώ,

είναι ένα μεγάλο «σ’ αρνούμαι»

μαζί με όλον σου τον ρόλο,

πάω ενάντια σε όλη τη φύση, στο πεπρωμένο,

αρνούμαι τις προδιαγραφές ολόκληρου του κόσμου

με αιχμή του δόρατος εσένα,

σε ρίχνω κάτω και σε πατώ,

σε καταλύω,

σε καταπατώ.

Όχι, όχι, πρέπει πια να προφυλάσσομαι.

Βλέπετε, μες στο σκοτάδι του κανείς μπορεί να δει καλύτερα τα πράγματα, κι ίσως αυτή μου η απώλεια τώρα, να ήταν η συνέχεια της άλλης, γιατί πολλοί παράγοντες μπορεί να τυφλώσουν έναν άνθρωπο,

ο έρωτας, πρώτος και πάνω απ’ όλα, οι θεωρίες, οι θρησκείες, τα δόγματα, οι φανατισμοί, οι επιθυμίες…

Οπότε μπορεί και να είμαι μια χαρά στο δικό μου σκοτάδι

ή τη δική μου λευκότητα, ό,τι προτιμάτε,

για μένα πια, είναι το ίδιο και το αυτό.

Θα σας κούρασα όμως, θα έχει περάσει σίγουρα η ώρα…