Κείμενο: Ραφαήλ Αρετάκης


Την θυμάμαι σαν χθες. Την θυμάμαι στις ηλιόλουστες Κυριακές που πηγαίναμε για πικ-νικ με τους γονείς μου στο δάσος. Η αδερφή μου και εγώ κυνηγιόμασταν για ώρες. Κυλιόμασταν στις πεσμένες πευκοβελόνες και το χώμα και καταλήγαμε ανάσκελα να κοιτάμε τον ουρανό, παρατηρώντας τα σύννεφα που διέσχιζαν τη μπλε “θάλασσα”. Πιστεύαμε πως αυτό το μπλε ήταν η αντανάκλαση μας. Η αντανάκλαση όλων των ανθρώπων που δεν την είχαν χάσει ακόμα. Τη θυμάμαι όταν έχωνα τα πόδια μου μέσα στην άμμο. Τα σκέπαζα και περίμενα καρτερικά το επόμενο κύμα που θα μου τα ξεπλύνει. Μου άρεσε να τα μετράω. Έβρισκα πολύ γοητευτική τη θάλασσα. Κάθε ένα ήταν διαφορετικό και μου προκαλούσε διαφορετική αίσθηση στο δέρμα μου. Τη θυμάμαι την πρώτη φορά που είπα σ’ αγαπώ στη μητέρα μου, ζωγραφίζοντας πάνω στον τοίχο. Είχα κάνει μια μεγάλη ζωγραφιά. Ήταν πουλιά που πετούσαν μέχρι να φτάσουν στη φράση που της αφιέρωσα, εκεί, στην γωνιά του τοίχου. Με μάλωσε, αλλά όταν τη διάβασε με αγκάλιασε και ένιωθα στο κεφαλάκι μου τις τύψεις και τη συγγνώμη να κυλάνε από τα μάτια της.

Το δωμάτιο δεν είχε παράθυρα. Ένα μονό στρώμα στο πάτωμα, ένα αναποδογυρισμένο καφάσι και μια λάμπα. Δεν φώτιζε για να μπορέσεις να δεις. Φώτιζε για να κρύβει τη στιγμή της μονόπλευρης ηδονής και του μονόπλευρου πόνου. Το χρώμα της ήταν κόκκινο. Αγκάλιαζε τους τοίχους και τους έδινε ένα ξεφτισμένο ερυθρό χρώμα που με στοίχειωνε τις νύχτες και τις μέρες που περνούσα εκεί μέσα.

Έχω ξεχάσει πότε ήταν η τελευταία φορά που το στόμα μου έβγαλε μιλιά. Νομίζω ήταν όταν τσίριζα, όταν ούρλιαζα και έμπηγα τα νύχια μου στο δέρμα του, προσπαθώντας να ξεφύγω. Πίεζε το χέρι του στο πρόσωπό μου, μέχρι που οι κραυγές μου έσβηναν στην παλάμη του. Όταν έκλεισαν τα μάτια μου, σταμάτησαν όλα. Από εκείνο το απόγευμα την είχα χάσει. Βρισκόταν πλέον κρεμασμένη με θηλιά στο υπόγειο κάποιου. Ποτέ δεν τον γνώρισα. Δεν άκουσα ποτέ το όνομά του. Θυμάμαι μόνο τα μαλλιά του να ιδρώνουν, όσο με πίεζε μέχρι να “κοιμηθώ”.

Ήμουν πάντα ναρκωμένη. Ό,τι ένιωθα ήταν θολό. Η μυρωδιά του φτηνού τσιγάρου και της βρόμικης ανάσας, μου σκάλιζε το κορμί. Ήθελα να αντιδράσω. Ήθελα να σφηνώσω τα δάχτυλά μου στο κρανίο του και να του γδάρω τον εγκέφαλο. Ίσως τότε να έσωζα έναν από αυτούς. Το σάλιο του ήταν και αυτό φτηνό. Ένιωθα να παγώνω όταν η ανάσα του έπεφτε πάνω του. Με κάθε του κίνηση, έσπρωχνε μέσα μου όλα του τα απωθημένα. Κάθε αρρωστημένη δημιουργία του μυαλού του, εισχωρούσε μέσα μου και σχημάτιζε ένα σάπιο κόσμο. Μια απόκοσμη πραγματικότητα που έπρεπε να αποδεχτώ. Περίμενα με το βλέμμα καρφωμένο στην πόρτα. Είχα την ελπίδα πως κάποιος θα μπει και θα με λυτρώσει με το αίμα του. Το μόνο που έμπαινε, όμως, ήταν ο επόμενος. Ο επόμενος που θα έσταζε τον ιδρώτα του στο σαπισμένο μου κορμί.

-Μη φοβάσαι, θα τελειώσει γρήγορα μικρή μου.

Ναι, ήμουν μικρή. Η ψυχή μου όμως είχε αποχωρήσει από το σώμα μου μαραμένη. Δεν άντεξε άλλο. Αποφάσισε να ανέβει χαμηλά και να αναζητήσει άλλο σώμα για να μπει. Πως μια μολυσμένη ψυχή θα βρεθεί σε ένα αθώο κορμί;

Α, ναι. Στον τοίχο υπήρχε και ένας καθρέπτης. Όταν μπορούσα να σταθώ, κοίταζα το πρόσωπό μου. Κάθε φορά φαινόταν και πιο παλιό. Σαν παλιό έπιπλο που περνάει από χέρι σε χέρι. Όσο και αν το τρίψεις, τα χνότα του κάθε ιδιοκτήτη παραμένουν πάνω του. Γίνονται ένα με το ξύλο. Δεν μπορείς πλέον να αναγνωρίσεις το αρχικό του χρώμα.

Μια δυνατή φωνή ξέρασε κάτι σε γλώσσα που δεν ήξερα. Ένα χαστούκι με λιποθύμησε και άφησε στο μάγουλό μου ένα σημάδι να θυμάμαι… λες και μπορούσα να ξεχάσω. Η ίδια μελωδία έπαιζε ξανά και ξανά. Ο ίδιος γαμημένος ρυθμός, οι ίδιες γαμημένες νότες. Δεν ξέρω από που προέρχονταν, όμως τις ένιωθα από τις δονήσεις γύρω μου. Ζαλίζομαι. Βυθίζομαι στο στρώμα και βλέπω τον μικρόκοσμο μέσα του. Είναι και άλλες εδώ, πριν από εμένα. Το έχουν αποδεχτεί πλέον. Δεν υπάρχει διαφυγή. Σε κάθε χτύπο της πόρτας εμφανίζεται και ένα “γιατί”. Γιατί μου το κάνεις αυτό; Λίγα λεπτά πριν δεν υπήρχα για σένα. Λίγα λεπτά μετά, θα είμαι μερικές σταγόνες σε μαντίλι και μια στάμπα στην ψυχή σου. Γιατί; Κάθε μου δάκρυ μπλέκεται με τον ιδρώτα σου. Γι’ αυτό δεν το βλέπεις. Αν προλάβεις να θυμηθείς τη δική σου αθωότητα, ίσως να σώσεις τη δική μου. Βρίσκεται μέσα σου. Σε παρακαλώ, ψάξε να τη βρεις. Ίσως σωθούμε και οι δυο.

Μου άρεσε να τρώω παγωτό. Ήθελα να είμαι μόνη μου πάντα. Ήταν τόσο απολαυστικό όπως έλιωνε στο στόμα μου. Ήταν φορές που δανειζόμουν λεφτά από την τσέπη του πατέρα μου για να πάω μέχρι το περίπτερο και να αγοράσω ένα. Κάποια μέρα θα του το έλεγα και θα του επέστρεφα όλα τα χρήματα. Ξέρω πως θα χαμογελούσε και θα περνούσε την παλάμη του στο μέτωπό μου. Ήταν τόσο όμορφη αίσθηση. Ένιωθα πως βλέπει όλο μου τον κόσμο. Δεν θα ξανανιώσω ποτέ το χάδι του πατέρα μου. Δεν θα τυλίξω ποτέ ξανά τα χέρια μου στο λαιμό της μάνας μου, μέχρι να αποκοιμηθώ στη μυρωδιά της. Η αδερφή μου δεν θα πετάξει ποτέ ξανά γρασίδι στο προσωπάκι μου. Δε θα μπορέσει να μου χτενίσει ποτέ τα μαλλιά. Τώρα βρίσκονται ματωμένα στο χέρι σου, κάθε φορά που τα ξεριζώνεις από πάνω μου.

Ήμουν μόνη μου, ξαπλωμένη πάνω στις λέξεις που με σκέπαζες. Ήμουν μόνη μου, πάνω στο βλέμμα σου. Ήμουν μόνη μου, πάνω στο άρωμά σου. Ήμουν μόνη μου, πάνω στο νοσηρό σου εαυτό που τελείωνε στο σώμα μου. Ήμουν μόνη μου, πάνω σε ένα θεό που δεν υπάρχει.

Κοιτάχτηκα στον καθρέπτη. Το πρόσωπό μου δεν ήταν εκεί. Ήσουν εσύ, και εσύ, και εσύ, και όλοι όσοι άφησαν από μια στιγμή τους πάνω μου.

-Πως μ’ αγαπάς;
-Κάνοντάς σου κακό.


Εμπνευσμένο από το κομμάτι “Quiet Riot” του Alex Dimou.
https://youtu.be/r5zad9gv_g4

Η σελίδα στο Facebook του αναγνώστη μας και στην προκειμένη περίπτωση συντάκτη μας για αυτό το κείμενο είναι https://www.facebook.com/raphaelaretakis.officialpage/