Κείμενο: Νεόφυτος Βασιλείου
Ηλεκτρολόγος Μηχανικός

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Πάντα μου άρεσε να περπατάω στην βροχή. Να χάνομαι στις σκέψεις και να ονειρεύομαι ξύπνιος, περπατώντας στην βροχή που κατακλύζει τα πάντα. Η κάθε σταγόνα βροχής που πέφτει απάνω στο πρόσωπό μου, το κάθε κτύπημα, με κάνει να νιώθω ξανά ότι υπάρχω. Ότι είμαι ένας άνθρωπος, ζωντανός, σώος και περπατάει στην βροχή… Ότι είμαι ακόμα εδώ, σε αυτή τη γη, παρά τις αντίξοες συνθήκες διαβίωσης και τις δύσκολες μέρες που συναντώ…

Δεν με νοιάζει αν βρέχομαι, ούτε αν με αρπάξει καμία ίωση… Με νοιάζει να καθαρίζει η κάθε σταγόνα το κάθε δάκρυ μου, να απαλύνει τον πόνο της ψυχής και την καρδιά μου που κατακαίγεται. Δεν χρειάζομαι ομπρέλες, αυτές δεν κάνουνε τίποτα. Είχα τόσες ομπρέλες στο διάβα της ζωής, κάτι φίλους που έλεγαν ότι θα με σκεπάζουν από τις δυνατές βροχές, από τις κακουχίες της ζωής αλλά τα λόγια τους εξανεμίστηκαν όλα στον αέρα. Μα όλα, από την πρώτη μέχρι και την τελευταία λέξη. Δεν χρειάζομαι πια τέτοιους φίλους, έχω τόσες σταγόνες βροχής να με συντροφεύουν στο κάθε δύσκολό μου βήμα.

Η βροχή είναι το καταφύγιο μου, πέφτει, κουτουλάει η κάθε σταγόνα στη γη, η μια μετά την άλλη. Ο ήχος που ακούγεται δίνει μια παρηγοριά στην ψυχή μου! Μετά την βροχή έρχεται η λάμψη, το φως και το πιο μαγευτικό από όλα˙ το ουράνιο τόξο.