Άρθρο: Γιώργος Μπρεκουλάκης
Ψυχολόγος, M.Sc. Ψυχολογίας Παντείου Πανεπιστημίου
Attached at the Heart Parent Educator, Attachment Parenting International

Επιμέλεια: Μαρία-Ανδρονίκη Τραυλού
Φιλόλογος-Γλωσσολόγος


Στη γαλλοβελγική κινηματογραφική ταινία “la famille Bélier” η πρωταγωνίστρια, η 16χρονη  Πόλα, έχει αναλάβει τη δουλειά του διερμηνέα για τους κωφούς γονείς της και τον αδελφό της και ειδικότερα σε ζητήματα που αφορούν την οικογενειακή τους φάρμα. Η Πόλα ερωτεύεται έναν συμμαθητή της και τον ακολουθεί στο μάθημα της χορωδίας, όπου εκεί ξεδιπλώνεται το ταλέντο της. Με την ενθάρρυνση του δασκάλου της χορωδίας, που ανακαλύπτει το ταλέντο της, αποφασίζει να συμμετάσχει σε έναν μουσικό διαγωνισμό που θα τη φέρει μπροστά στο δίλημμα του αποχωρισμού της από την οικογένειά της.

Ο Bowen (1974), καθηγητής ψυχιατρικής και από τους πρωτοπόρους της οικογενειακής ψυχοθεραπείας, αναφέρθηκε στη διαφοροποίηση του εαυτού (Differentiation) ως την ικανότητα ενός ατόμου να ξεχωρίσει τη συναισθηματική και γνωστική του λειτουργία από αυτήν της οικογένειάς του. Η διαδικασία της συναισθηματικής διαφοροποίησης είναι σημαντική γιατί μέσω αυτής το άτομο αποχωρίζεται ουσιαστικά τις σχέσεις στην οικογένεια προέλευσης και μπορεί να δημιουργήσει τις δικές του αυτόνομες, ενήλικες, σχέσεις.

Τα άτομα με χαμηλή συναισθηματική διαφοροποίηση συνήθως αποτελούν τους συναισθηματικούς συντρόφους των γονιών τους. Αυτό σημαίνει ότι κινούνται από μια εσωτερική ανάγκη να μείνουν συναισθηματικά συνδεδεμένοι στους γονείς τους, με το να ενδιαφέρονται πολύ για τη σωματική και ψυχική υγεία των γονιών τους και με τον τρόπο αυτόν να χάνουν τη δυνατότητα της φροντίδας των ατομικών τους αναγκών και στόχων. Επίσης, οι γονείς λόγω του εσωτερικού φόβου που αισθάνονται να είναι ανεξάρτητοι δεν βοηθούν στη συναισθηματική αυτονόμηση των παιδιών τους. Η οικογενειακή οικειότητα μπορεί να έχει τέτοια συναισθηματική ένταση ώστε τα μέλη μιας οικογένειας να νομίζουν ότι γνωρίζουν τα συναισθήματα, τις φαντασιώσεις και τα όνειρα των άλλων με αποτέλεσμα την υπεροικειότητα και την ταυτόχρονη απόρριψη των μελών. Στα άτομα με χαμηλή συναισθηματική διαφοροποίηση παρατηρούνται σχέσεις εξάρτησης οι οποίες καλύπτουν έντονα συναισθήματα θυμού, λύπης, φόβου και άγχους με αποτέλεσμα την έλλειψη ουσιαστικής συναισθηματικής διαπραγμάτευσης.

Συναισθηματική διαφοροποίηση σημαίνει να μπορεί ένας άνθρωπος να αναγνωρίζει συνειδητά κάθε φορά τα συναισθήματά του και να τα διαπραγματεύεται ή όχι σε όλες του τις σχέσεις. Η διαδικασία της συναισθητικής αναγνώρισης και διαφοροποίησης ξεκινάει στα παιδικά και εφηβικά χρόνια όταν ο γονέας προσπαθεί να βοηθήσει το παιδί του στη συναισθηματική επικοινωνία. Στα πρώτα χρόνια της ζωής ο εγκέφαλος του παιδιού είναι συναισθηματικά ανώριμος γι’ αυτό και χρειάζεται έναν ενήλικα – γονέα για να μπορέσει να καλύψει τον ρόλο του εξωτερικού ρυθμιστή του εγκεφάλου του παιδιού του. Στα παιδικά καθώς και στα εφηβικά χρόνια το παιδί χρειάζεται τον γονέα για την ψυχοσυναισθηματική ωρίμανσή του. Σε μια υγιή ψυχικά και διαφοροποιημένη οικογένεια ένας έφηβος ξεκινάει να αναπτύσσει στενές σχέσεις με ομότιμούς του και σταδιακά αναπτύσσει περισσότερο ενήλικες σχέσεις εκτός της οικογένειας καταγωγής του.

Στην κινηματογραφική ταινία βλέπουμε ότι με τη συμμετοχή της Πόλα στη χορωδία και τον έρωτα που νιώθει για έναν συμμαθητή της αρχίζει σταδιακά να διαφοροποιείται από τις οικογενειακές σχέσεις με πορεία έναν δρόμο περισσότερο κοντά στην καρδιά της, κοντά στη σεξουαλικότητα και δημιουργικότητά της. Το τραγούδι στο τέλος της ταινίας, Je vole («Πετώ»), δείχνει την προσπάθεια συναισθηματικής διαφοροποίησης της Πόλα από την οικογένειά της.

 

Πετώ

Αγαπητοί μου γονείς, φεύγω

Σας αγαπώ, μα φεύγω

Δεν θα έχετε πλέον παιδιά

Απόψε

Δεν δραπετεύω, πετώ

Καταλάβετέ το καλά, πετώ

Χωρίς καπνό, χωρίς αλκοόλ

Πετώ, πετώ

Με παρατηρούσε χθες

Ανήσυχη, προβληματισμένη, η μητέρα μου

Σαν να το είχε αισθανθεί

Πράγματι, αμφέβαλε

Άκουγε

Είπα ότι ήμουν καλά

Όλα έμοιαζαν γαλήνια

Έκανε σαν να μη συνέβη τίποτα

Και ο αβοήθητος πατέρας μου

χαμογέλασε

Μην επιστρέψεις

Απομακρύνσου λίγο ακόμα

Υπάρχει ένας σταθμός, άλλος ένας σταθμός

Και τελικά ο Ατλαντικός

Αγαπητοί μου γονείς, φεύγω

Σας αγαπώ, μα φεύγω

Δεν θα έχετε πλέον παιδιά

Απόψε

Δεν δραπετεύω, πετώ

Καταλάβετέ το καλά, πετώ

Χωρίς καπνό, χωρίς αλκοόλ

Πετώ, πετώ

Στον δρόμο ρωτώ τον εαυτό μου

αν οι γονείς μου υποψιάζονται

ότι τα δάκρυά μου έχουν βυθίσει

τις υποσχέσεις και την επιθυμία να προχωρώ

Στη ζωή μου να πιστεύω μόνο

ό,τι μου είχε υποσχεθεί

Γιατί, πού και πώς

Μέσα σε αυτό το τρένο που απομακρύνεται

κάθε στιγμή

Είναι παράξενο, αυτό το κλουβί

που εμποδίζει το στήθος μου

Δεν μπορώ να αναπνεύσω πια

Με εμποδίζει στο να τραγουδώ

Αγαπητοί μου γονείς, φεύγω

Σας αγαπώ, μα φεύγω

Δεν θα έχετε πλέον παιδιά

Απόψε

Δεν δραπετεύω, πετώ

Καταλάβετέ το καλά, πετώ

Χωρίς καπνό, χωρίς αλκοόλ

Πετώ, πετώ

Λαλαλαλα…

Πετώ

Πετώ


Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Bowen, M. (1974). Toward the Differentiation of Self in One’s Family of origin. Family Therapy in Clinical Practice (reprint ed.), Lanham, MD: Rowman & Littlefield (published 2004), pp. 529–54.