Άραγε τι μας ωθεί να διαβάζουμε λογοτεχνία; Τι απολαμβάνουμε; Ποια είναι η φύση της ευχαρίστησης, για τον αναγνώστη;

Σε ένα μυθιστόρημα, είτε είναι ιστορικό, είτε ψυχολογικό, είτε κοινωνικό, το «εγώ» του αναγνώστη ταυτίζεται με τα «εγώ» των ηρώων του λογοτεχνήματος καθώς αυτά αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον και μεταξύ τους. Καθώς, δε, η ιστορία ξετυλίγεται και παρουσιάζονται οι ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες προκύπτουν τα γεγονότα, τα κοινωνικά πρότυπα που ακολουθούνται, οι νόρμες και τα συναισθήματα των χαρακτήρων, ο αναγνώστης διακινείται συγκινησιακά και παίρνει θέση στην ιστορία.

Ένα λογοτεχνικό κείμενο, συνεπώς, βιώνεται καθώς η ανάγνωση απαιτεί την ενεργή νοητική συμμετοχή του αναγνώστη και τη δημιουργική σκέψη του. Για την ανάγνωση ενός κειμένου, επίσης, απαιτείται η συγκέντρωση του νου, η εστίαση της προσοχής και πάνω από όλα η ικανότητα στοχασμού και αυτοπαρατήρησης του αναγνώστη.

Μελέτες, εν τω μεταξύ, δείχνουν ότι όσο πιο υψηλή είναι η γλώσσα έκφρασης και όσο πιο δύσκολες συντακτικά οι προτάσεις, τόσο περισσότερο ενεργοποιούνται τα εγκεφαλικά κέντρα του αναγνώστη, καθώς αυτός τείνει να κατανοήσει και να ανταποκριθεί στα βαθύτερα νοήματα που οι προτάσεις του κειμένου μεταφέρουν.

Ιδιαίτερη προσοχή φαίνεται να απαιτείται στην ανάγνωση έργων ποίησης, που αφ’ ενός τονώνουν σημαντικά τη δραστηριότητα στο δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου, το οποίο, μεταξύ άλλων, σχετίζεται με την κατανόηση μεταφορικών εννοιών, τη συναισθηματική φόρτιση και μελωδία λόγου και αφ’ ετέρου τονώνουν την ενδοσκόπηση, καθώς ο αναγνώστης προσπαθεί να αντιληφθεί και αναλύσει συμβολισμούς και αφηρημένες έννοιες. Η ποιοτική λογοτεχνία και ποίηση, συνεπώς, είναι μέσα ουσιαστικής γνωστικής και συναισθηματικής εμπειρίας, που συμβάλλουν στην ενίσχυση των μηχανισμών ανάπτυξης της προσωπικότητας του αναγνώστη.

Η ευεργετική δύναμη της ποιοτικής λογοτεχνίας, συνίσταται και στη δημιουργία νέων σκέψεων και νοητικών σχημάτων πολλαπλασιάζοντας τις νέες συνδέσεις των νευρώνων του εγκεφάλου, αυξάνοντας τη δημιουργικότητα, την αναπαράσταση και την προβολή στο μέλλον.

Αυτό συμβαίνει γιατί με την ανάπτυξη νέων νοητικών και συναισθηματικών ικανοτήτων, ο αναγνώστης διευκολύνεται στην ανάπτυξη υγιέστερων διαπροσωπικών σχέσεων και ως εκ τούτου στηρίζουν την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας.

Ως αναγνώστες, ανάμεσα στις γραμμές ενός λογοτεχνικού κειμένου ή ενός ποιήματος, ανακαλύπτουμε δικές μας κρυμμένες πτυχές, σκέψεις, συναισθήματα, ενώ η προσεκτική ανάγνωση μας πληροφορεί για την οπτική γωνία κάποιου άλλου προσώπου μέσα στην ιστορία. Μέσα από ένα κείμενο, μας επιτρέπεται να αναγνωρίσουμε το καλό και το κακό, να αναλογιστούμε τις συνέπειες των πράξεων των ηρώων, εάν και πως θα μπορούσαν να εξελιχθούν τα γεγονότα, σε ποια βάση αξιών εκτυλίσσεται η ιστορία, ποιες συνθήκες βοηθούν ή εμποδίζουν την έκφραση και την αυτοπραγμάτωση των ηρώων.

Ορισμένες λογοτεχνικές περιγραφές, μάλιστα, μας δίνουν την εντύπωση πως ο συγγραφέας γνωρίζει καλύτερα τον εαυτό μας, από ότι τον γνωρίζουμε εμείς οι ίδιοι, καθώς οι συγγραφείς βρίσκουν τις κατάλληλες λέξεις για να περιγράψουν εσωτερικές συγκρούσεις, δυσκολίες, χαρές και άλλες ιδιαίτερες εμπειρίες της ανθρώπινης ζωής. Οι ποιοτικοί συγγραφείς, έχουν την ικανότητα να μας βοηθούν σε ένα ταξίδι στον εσωτερικό μας εαυτό, αλλά και τη δύναμη να τοποθετούν, γνωστά σε εμάς, χαρακτηρολογικά στοιχεία, σε κοινωνικές κι ιστορικές συνθήκες που μας βοηθούν στην κατανόηση και την επεξεργασία της δικής μας πραγματικότητας.

Η λογοτεχνία για εμάς είναι ένα «ψυχολογικό ενδιάμεσο», καθώς είναι ένα δημιούργημα που μας επιτρέπει να συμμετέχουμε σε μία ανθρώπινη ιστορία, μας βοηθά στην ανάγνωση και την εξέταση των συνθηκών που διαδραματίζονται τα γεγονότα, αλλά και να συγκινηθούμε έχοντας συνειδητή επίγνωση πόσο κοινές είναι οι ανθρώπινες επιθυμίες, έννοιες κι αγωνίες.

Μέσα από την ανάγνωση βιώνουμε μία ασφαλή ψυχική ένταση, την οποία μπορούμε να απολαύσουμε και να εκφορτίσουμε μέσω της συνέχειας της ιστορίας. Ανάλογα, δε, με τη δεκτικότητα μας και ακολουθώντας τη δομή του δημιουργήματος, ανακαλύπτουμε τα προσωπικά νοήματα και μοτίβα που διακινούν τα νήματα της δικής μας ζωής.

Εάν δε αποφασίσουμε να εντρυφήσουμε περισσότερο, η λογοτεχνία, μπορεί να γίνει το μέσο μελέτης, νοηματοδότησης κι επεξεργασίας του εσωτερικού μας κόσμου και πώς αυτός αλληλεπιδρά με τον εξωτερικό, κοινωνικό χώρο.

Κάπως έτσι, οι ήρωες μπορεί να μας τροφοδοτήσουν κοινωνικά, συναισθηματικά, αλλά και να γίνουν μάρτυρες της δικής μας απόφασης για αλλαγή κι αυτοπραγμάτωση!

 

Μερικά από τα κείμενα εργασίας με τις ομάδες του «Βιο-Αναγνωστηρίου»:

Σαπφώ: Επίλεκτα Λυρικά

Ο κύριος όγκος της λυρικής παραγωγής της Σαπφούς αποτελείται από ερωτικά ποιήματα. Λόγω της φόρμας της Αρχαίας Ελληνικής ποίησης (σύντομη, με ιδιαίτερα επιλεκτικό λεξιλόγιο), η ποιήτρια εκφράζει με λακωνικό τρόπο τον εσωτερικό κόσμο. Αυτή η πρόκληση -το ονοματιστούν τα συναισθήματα με ακρίβεια- αποτελεί ζητούμενο για το σύγχρονο άνθρωπο, ο οποίος εκφράζεται συνήθως με παρομοιώσεις και μεταφορές: “αισθάνομαι σαν…”, “είμαι διαλυμένος”. Η γνώση των συναισθημάτων και των ιδιαίτερων αποχρώσεών τους αποτελεί ζητούμενο στην ψυχανάλυση, επειδή δηλώνει την επιμελή επεξεργασία τους, την κατανόησή τους και τη σχέση αιτίας-αιτιατού μεταξύ ερεθίσματος και ψυχικού αποτελέσματος.

Geoffrey Chaucer: Ιστορίες του Canterbury

Ο Chaucer θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Αγγλικής λογοτεχνίας. Το επικών διαστάσεων έργο του, “Ιστορίες του Canterbury”, αποτελείται από σπονδυλωτές ιστορίες, οι οποίες αφορούν σε ένα πλήθος θεμάτων και αντικατοπτρίζουν την κοινωνική δομή της μεσαιωνικής Αγγλίας. Μαζί με άλλα της μεσαιωνικής λογοτεχνίας, εστιάζουν στη δυναμική της αφήγησης εντός της ομάδας, όπου η προσωπική εμπειρία μοιράζεται με το σύνολο και αποτελεί αφορμή για διάλογο και επεξεργασία. Αυτή η πρακτική -την οποία έχουν υιοθετήσει και αρκετές ψυχαναλυτικές σχολές- προσφέρει στο άτομο τη δυνατότητα να επεξεργαστεί εκ νέου τις εμπειρίες του, με διττό τρόπο: α) να τις συντάξει με λογική δομή (αρχή, μέση, τέλος) και β) να δεχτεί την κριτική και την οπτική του τρίτου προσώπου, ως δημιουργικό έναυσμα για την αντιμετώπιση του βιώματος.

Charles Pierre Baudelaire: Τα Άνθη του Κακού

Μέλος του κινήματος των “Καταραμένων ποιητών”, ο Baudelaire σπάζει τα δεσμά του ρομαντισμού και της αστικής επεξεργασίας του συναισθήματος, επιστρέφοντας στην πηγή του. Κινείται από το λυρισμό στην ωμότητα, χωρίς να λογοκρίνει τις εμπειρίες του, αλλά επεξεργαζόμενός τις. Από την αγάπη ως το σεξ και από την ιπποτική συμπεριφορά ως την κριτική της αστικής ηθικής, ο Baudelaire απελευθερώνεται από τα στερεότυπα και προσπαθεί να εκφράσει ρεαλιστικά τον εσωτερικό κόσμο και την πάλη ανάμεσα στην ηδονή και στο θάνατο. Ομοίως, ο αναγνώστης καλείται να επεξεργαστεί τις δικές του επιθυμίες, πέρα από τα στεγανά της οποιασδήποτε “ομάδας” (οικογένεια, εργασία, κοινωνία) και να αναγνωρίσει τις ορμές του καθώς και τις ροπές του προς την (αυτο)καταστροφή. Με αυτή την αντιπαραβολή, έρχεται η αναγνώριση της σκοτεινής πλευράς της επιθυμίας και η δυνατότητα να μετουσιωθεί σε δημιουργική δύναμη.

Georges Bataille: Ερωτισμός

Χρησιμοποιώντας κυρίως τις εκφραστικές μεθόδους του Σουρεαλισμού, αλλά εμβαθύνοντας και σφυρηλατώντας μία νέα φιλοσοφία της επιθυμίας και του ερωτισμού, ο Bataille ασχολείται ιδιαίτερα με τη σύγκρουση του “θέλω” και την αστική ηθική που κυριαρχεί στη δυτική κοινωνία. Στο έργο του ο κοινωνικός ιστός λειτουργεί ασφυκτικά προς τις βασικές ροπές του ατόμου, το οποίο καλείται να υπερκεράσει τα εμπόδια ακολουθώντας την έκφραση της επιθυμίας: αυτή αναλύεται μέσω αρχετυπικών συμβόλων, τονίζοντας την προαιώνια παρουσία της. Ασχέτως αν κάποιος ταυτίζεται πλήρως με την ιδεολογία του Bataille, η προκλητική έκφρασή του καθώς και οι ιδέες του τονίζουν το δίλημμα που αντιμετωπίζει και σήμερα το άτομο: έκφραση του ψυχισμού ή συμμόρφωση με την καθεστηκυία ηθική. “Ερωτισμός είναι η μέχρι θανάτου επιδοκιμασία της ζωής”. Αυτό το απόφθεγμά του λειτουργεί ως διέγερση προς τη σκέψη και αποτελεί και πρόκληση για μία εκ νέου ανάγνωση της επιθυμίας, ως το ζωοδόχο στοιχείο της ύπαρξης.

Ανδρέας Εμπειρίκος: Ο Μέγας Ανατολικός

Το μοναδικό πεζό ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες σουρεαλιστές. Κατά μία έννοια, το οκτάτομο αυτό έργο αποτελεί το opus magnum του Εμπειρίκου, αφού μέσα από τις σπονδυλωτές του ιστορίες συνοψίζει και αναλύει τις βασικές του θέσεις για τον έρωτα, τη σεξουαλικότητα, την επιθυμία, τη ζωή και την (προσωπική) επανάσταση. Αν και αποτελεί έργο που ξύπνησε το διχασμό μετά την έκδοσή του, οι περισσότεροι μελετητές το αντιμετωπίζουν ως ένα κατ᾽ αρχήν σουρεαλιστικό δημιούργημα, το οποίο -πιστό προς τις αρχές του κινήματος- αποζητά να εκτινάξει την επιβληθείσα πραγματικότητα και να επεκτείνει τα όρια της αντίληψης του ατόμου, μέσω της πρόκλησης. Ομοίως, ο αναγνώστης καλείται να υπερβεί τα όριά του και να οικειοποιηθεί ή να απορρίψει αυτά που διαβάζει, τηρώντας ανοιχτό μυαλό και συνάμα προσπαθώντας να διαχωρίσει αυτά που είναι με αυτά που του επιβάλλεται να είναι.

γράφουν η Μαριανίκη Δορμπαράκη και η Χαρίκλεια Μανουσάκη

Βιο-Αναγνωστήριο

Πηγή: tovivlio.net