Άρθρο: Μένη Κουτσοσίμου
Ψυχολόγος
Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας ΜΔΕ στην Κοινωνική Ψυχιατρική-Παιδοψυχιατρική
Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Παν/μίου Ιωαννίνων
Μεταδιδάκτωρ Ιατρικής Παν/μίου Ιωαννίνων στην Ποιότητα Υπηρεσιών


… γράφει η συσκευασία του καταστήματος Μπουτίκ για Αυτόχειρες που πουλά φίλτρα, σκοινιά, δηλητήρια, σφαίρες και όπλα, μαχαίρια κι όλους τους πιθανούς τρόπους να πεθάνει κανείς αποτελεσματικά… αφού όπως επιβεβαιώνει και η ιδιοκτήτρια «κανείς δεν επιστρέφει».
Φανταστείτε λοιπόν μια μικρή επιχείρηση που εδώ και δέκα γενιές πουλάει ό,τι χρειάζεστε για να… αυτοκτονήσετε. Καλώς ήρθατε στο “Μαγαζάκι των αυτοκτονιών” με σλόγκαν: “Αποτύχατε στη ζωή σας; Με εμάς θα έχετε έναν πετυχημένο θάνατο!” Ο πατέρας, Μισίμα Τιβάς, με ειδικότητα στους βίαιους θανάτους, διευθύνει την επιχείρηση με πυγμή. Η μητέρα, ειδήμων στα δηλητήρια, κατασκευάζει θανατηφόρα μείγματα. Ο πρωτότοκος γιος ονειρεύεται να δημιουργήσει ένα ξεχωριστό λούνα παρκ με θέμα την αυτοκτονία. Η αδελφή του, που περνάει δύσκολη εφηβεία, θα ήθελε πολύ να δώσει τέλος στην άχαρη ζωή της, αλλά οι γονείς της τη συγκρατούν υπενθυμίζοντάς της διαρκώς ότι κάποιος πρέπει να κρατάει το μαγαζί. Η μοίρα όμως επιφυλάσσει ένα βαρύ πλήγμα σε τούτη τη δυστυχισμένη οικογένεια· τη γέννηση του γιου τους Άλαν. Ο Βενιαμίν της οικογένειας Τιβάς είναι καταδικασμένος με ένα φρικτό ελάττωμα: Πάσχει από… χαρά της ζωής! Ο Άλαν σκορπίζει παντού το γέλιο και την αισιοδοξία και παρηγορεί τους υποψήφιους αυτόχειρες, θέτοντας σε κίνδυνο το μέλλον της οικογενειακής επιχείρησης και οδηγώντας το δύσμοιρο πατέρα του στην απόγνωση…
Όλα αυτά είναι λογοτεχνίας πλοκή εγκωμίου, το οποίο μεταφέρθηκε και στο σινεμά με μεγάλη επιτυχία, δυστυχώς όμως στη ζωή αποδεικνύεται πως το χιούμορ δεν εναλλάσσεται ούτε με την πρόθεση ούτε όμως και με το αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει παρά ένα μονάχα φιλοσοφικό πρόβλημα πραγματικά σοβαρό: το ζήτημα της αυτοκτονίας. Τη στιγμή που αποφασίζεις πως η ζωή αξίζει ή δεν αξίζει τον κόπο να τη ζήσεις, απαντάς στο βασικό πρόβλημα της φιλοσοφίας… τάδε έφη ο Albert Camus.
Ο άνθρωπος τείνει από τη φύση του να αποφεύγει και να εξαλείφει τον πόνο. Είτε η παρουσία του (ψυχικού/ψυχολογικού και σωματικού) είτε η βεβαιότητα της επέλευσής του στη ζωή του ανθρώπου αποτελούν αίτια, πολλές φορές, της αυτοκτονίας, μέσω της οποίας ευελπιστεί τη λύτρωση. Υπάρχουν, ωστόσο, και άτομα τα οποία καταφεύγουν στον τερματισμό της ζωής τους, μέσω της αυτοκτονίας, συνειδητά και, συνήθως, μέσα από φιλοσοφικές πεποιθήσεις, θέση η οποία είναι, σαφώς, περισσότερο πολύπλοκη ως προς την προσέγγισή της. Τα άτομα που καταφεύγουν στην αυτοκτονία και ανήκουν σ’ αυτή την περίπτωση, τη θεωρούν, κατά παρόμοιο τρόπο με την προηγούμενη, ως μία ευνοϊκότερη κατάσταση, μέσω της οποίας πραγματώνουν τα «πιστεύω» τους, γεγονός που λειτουργεί, κατ’ επέκταση, εξαγνιστικά για τους ίδιους. Μία πρώτη τοποθέτηση πάνω στο ζήτημα, λοιπόν, θα ήταν πως η αυτοκτονία αποτελεί ένα φαινόμενο που εμφανίζεται είτε σε άτομα με ψυχολογικές παθήσεις, τα οποία οδηγούνται εξαιτίας αυτών στην αυτοκτονία, είτε σε άτομα διανοητικά και ψυχικά υγιή, που επιλέγουν συνειδητά να τερματίσουν τη ζωή τους για προσωπικούς λόγους.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι το αδιέξοδο εκείνο που θα οδηγήσει έναν άνθρωπο στην αυτοκτονία. Στις ανθρώπινες κοινωνίες κάθε εποχής – πολύ περισσότερο της σημερινής – απουσιάζει σε μεγάλο βαθμό η μεγαλοψυχία και η συμπαράσταση προς το συνάνθρωπο για τα άγχη και τις αγωνίες στη ζωή του. Αντιθέτως, αυτό που κυριαρχεί είναι η φιλοδοξία και η ακόρεστη διάθεση για κατάκτηση. Χάνεται, έτσι, ο διάλογος τόσο με τον ίδιο μας τον εαυτό, όσο και με τους συνανθρώπους μας και η κοινωνική και προσωπική αποξένωση γίνεται βίωμα. Το ζήτημα της αυτοκτονίας απασχόλησε και απασχολεί ανά τους χρόνους τόσο το σύνολο της κοινωνίας, όσο και τον επιστημονικό κόσμο και τη θρησκεία. Ο πολυεπίπεδος αυτός χαρακτήρας του ζητήματος οδήγησε σε διαφορετικές προσεγγίσεις της αυτοκτονίας, ακόμα και στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης κοινωνίας. Ο Γάλλος ακαδημαϊκός Georges Minois στο βιβλίο του με τίτλο History of Suicide: Voluntary Death in Western Culture παρατήρησε πως σε όλες τις κοινωνίες υπάρχουν δύο μέτρα και δύο σταθμά αναφορικά με το δικαίωμα κάποιου να αφαιρεί την ίδια του τη ζωή. Ως παράδειγμα αναφέρει την αρχαία Ρώμη, όπου υπήρχε η λεγόμενη «αυτοκτονία των ευγενών» ως λύση μετά από πολιτικές αποτυχίες (Βρούτος, Κάσσιος, Κλεοπάτρα κ.λπ.), υπογραμμίζοντας την αντιφατική διάκριση, για την ίδια εποχή και την ίδια κοινωνία, πως οι δούλοι ως μη κύριοι της ζωής τους δεν είχαν δικαίωμα στην αυτοχειρία. Το ίδιο ίσχυε, κατά τον ίδιο, και στην αρχαία Ελλάδα.
Μία διαφορετικού τύπου προσέγγιση του φαινομένου γίνεται και από τον καθηγητή του Πανεπιστημίου του San Diego, Howard I. Kushner, ο οποίος υποστηρίζει πως «Όταν η κατάθλιψη και η αυτοκτονία θεωρείται αποτέλεσμα χημικής ανισορροπίας τότε θα έχουμε αυξημένες αυτοκτονίες» και πως «η αυτοκτονία έχει νομιμοποιηθεί γιατί θεωρείται βιολογικό φαινόμενο». Να σημειωθεί εδώ και η παρατήρησή του πως μαθαίνουμε πολλά για τις αυτοκτονίες από την Ιαπωνία, επειδή εκεί η πράξη επιδοκιμάζεται, συμπεραίνοντας, έτσι, πως η κοινωνική συμπεριφορά είναι αυτή που καθορίζει πόσες αυτοκτονίες βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Ενδεικτική είναι και η αναφορά στο βιβλίο του με τίτλο Self Destruction in the Promised Land στην ιαπωνική παράδοση του «χαρα-κίρι», η οποία είναι αποδεκτή ως τιμητική πράξη υπευθυνότητας προς τους άλλους. Αντιθέτως, κατά τον ίδιο, στις δυτικές κοινωνίες η αυτοκτονία επιφέρει αρνητικές κριτικές: «Όταν κάποιος αυτοκτονεί, η αντίδρασή μας είναι θυμός, θλίψη, ευθύνη».
Υπάρχει, βέβαια, και η οπτική του ζητήματος μέσα από τη θρησκεία μας, όπου στις περισσότερες περιπτώσεις είναι αρνητική απέναντι στην πράξη της αυτοκτονίας. Έτσι, θα μπορούσε να κάνει κανείς λόγο για τη διάσταση χριστιανικής και φιλοσοφικής προσέγγισης, όπου η αυτοκτονία γίνεται αποδεκτή από τη θρησκεία μόνο στα πλαίσια της μαρτυρικής δήλωσης της πίστης. Κατά τη διάρκεια της ιστορίας και μέσω του Διαφωτισμού ως σταθμού στην πρόοδο της ανθρώπινης σκέψης, η θρησκευτική με την κοσμική αντίληψη διασπάστηκαν. Έτσι, ενώ μέχρι και την περίοδο του μεσαίωνα η μία επηρέαζε την άλλη, ακολούθως το ζήτημα της αυτοκτονίας θεωρούταν, πλέον, από τους πουριτανούς ως έργο του Σατανά, ενώ από φιλοσόφους όπως ο David Hume ως πράξη ατομικής ελευθερίας.
Με αφορμή λοιπόν τα όσα συμβαίνουν καθημερινά στη ζωή μας… πώς προσεγγίζεται το ζήτημα της αυτοκτονίας, ξεκινώντας από το στάδιο του προσδιορισμού και της αναγνώρισής της, φτάνοντας ως τον ηθικό προβληματισμό, που ταλαντεύεται ανάμεσα στο δικαίωμα και την ελευθερία αυτής της πράξης, δίχως να υφίσταται τις συνέπειες της αποδοκιμασίας (αποδοκιμασία μέσω οποιασδήποτε μορφής);
«Ο θάνατος είναι, όπως κι η γέννηση, ένα μυστήριο της φύσης: σύσταση από τα ίδια στοιχεία και διάλυση στα ίδια. Διόλου δεν θα ’πρεπε να προκαλεί αίσθημα ντροπής, γιατί δεν είναι ενάντιος στη φύση του έλλογου όντος, ούτε παραβαίνει τη λογική της δημιουργίας του». Τάδε έφη ο Μάρκος Αυρήλιος… «Only you can know if you had that intention» τονίζεται πολύ εύστοχα από τον Wittgenstein στο έργο του με τίτλο Philosophical Investigations, αναφερόμενος στο υποκείμενο της αυτοκτονίας και τον προβληματισμό των ξεκάθαρων σκοπών και προθέσεων.
Σε μία πρώτη βάση, λοιπόν, μια πράξη θα οριζόταν ως αυτοκτονία, αν προερχόταν από την εκούσια και συνειδητή απόφαση του υποκειμένου να θέσει τέλος στη ζωή του. Όσον αφορά στα κίνητρα που οδηγούν στο φαινόμενο της αυτοκτονίας, στο έργο του με τίτλο Κοινωνικές αιτίες της αυτοκτονίας, το οποίο αποτέλεσε βάση για επόμενες επιστημονικές μελέτες επί του θέματος, ο Emile Durkheim επιχειρεί να εξετάσει τις μορφές της εκκινώντας από κοινωνικά αίτια. Έτσι, εντάσσει στην έννοια της αυτοκτονίας όλες τις περιπτώσεις όπου ο θάνατος οφείλεται σε κάποια πράξη ή παράλειψη πράξης από το δρών υποκείμενο, το οποίο γνωρίζει πως μέσω αυτής της πράξης ή της παράλειψης μιας πράξης θα επέλθει, στο ίδιο, ο θάνατος. Ξεχωρίζει, λοιπόν, την πραγματική αυτοκτονία από τον τυχαίο θάνατο. Στη συνέχεια, μελετώντας στατιστικές για τις αυτοκτονίες σε διάφορα ευρωπαϊκά κράτη σε συνδυασμό με διάφορα δημογραφικά μεγέθη και δείκτες, κατέληξε στη διαπίστωση πως οι αυτοκτονίες παρουσίαζαν μία σταθερότητα μέσα στο χρόνο. Επιχειρώντας να κατανοήσει τις μορφές της αυτοκτονίας από κοινωνιολογική άποψη, τις κατηγοριοποίησε σε τρία είδη, στηριζόμενος στο βαθμό της απουσίας ή της υπερεμφάνισης δύο κοινωνικών δυνάμεων: «της κοινωνικής συμμετοχής» και «των ηθικών κανόνων». Στην περίπτωση της «κοινωνικής συμμετοχής», διακρίνει την «εγωιστική αυτοκτονία», όπου τα άτομα έχουν ελάχιστους δεσμούς με το κοινωνικό σύνολο, δεν λαμβάνουν καμία υποστήριξη ή καθοδήγηση και τα κίνητρά τους πηγάζουν από υπερβολικό ατομικισμό, καθώς και την «αλτρουιστική αυτοκτονία», κατά την οποία τα άτομα θυσιάζουν τη ζωή τους για το κοινωνικό καλό, υποτάσσοντας, έτσι, την ατομικότητά τους στο συλλογικό αγαθό. Ως προς την περίπτωση των «ηθικών κανόνων», ο Durkheim ξεχωρίζει την «ανομική αυτοκτονία», όπου τα κίνητρα είναι αποτέλεσμα της διάστασης σκοπών και μέσων. Συσχετίζεται, δηλαδή, η έλλειψη ισορροπίας ανάμεσα στους στόχους και τα διαθέσιμα μέσα για την επίτευξή τους, όπως αυτά συναντώνται είτε σε παραδοσιακούς και σύγχρονους θεσμούς της κοινωνίας είτε στο μικροκοινωνικό πλαίσιο του γάμου και της οικογένειας: «Κανένα ζωντανό όν δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένο εκτός εάν οι ανάγκες του αναλογούν με επάρκεια στα μέσα του».
Όσον αφορά στους λόγους που αποτελεί επιλογή, βασικός παράγοντας αποτελεί η ηλικία και το φύλο – η μεγαλύτερη συχνότητα εμφανίζεται σε ηλικίες μεταξύ 25 και 55 και στα δύο φύλα, ενώ συγκρίνοντας τα δύο φύλα μεταξύ τους διαφαίνεται πως οι γυναίκες αυτοκτονούν στις μικρότερες ηλικίες, αντιστρόφως αντίθετα από τους άντρες – οι νευρικές διαταραχές και ψυχικές ασθένειες, η ανία ή έλλειψη ιδανικών, οι αποτυχίες, η προσβολή των ηθικών αξιών, οι οικογενειακές τραγωδίες, η κατάχρηση ουσιών, οι θρησκευτικές πεποιθήσεις, λ.χ. η πίστη πως με τον τρόπο αυτό κερδίζουν τη μετά θάνατο ζωή, με αποτέλεσμα τις ομαδικές αυτοκτονίες ή τις επιθέσεις αυτοκτονίας, η υπερεθνικιστική ιδεολογία π.χ. επιθέσεις καμικάζι, η αυτοθυσία… για να «σωθεί» κάποιος άλλος/κάποιοι άλλοι (π.χ. χριστιανισμός: η σταύρωση του Ιησού για το καλό της ανθρωπότητας, η θυσία των πολεμιστών/αγωνιστών σε περιπτώσεις πολέμου, για να σωθεί η πατρίδα και να προστατευθούν τα γυναικόπαιδα σε περιπτώσεις επίθεσης του εχθρού).
Βέβαια, είναι αλήθεια ότι η υποχρέωση του ανθρώπου να προσφέρει στην κοινωνία προϋποθέτει μία αμοιβαιότητα, κατά την οποία ο άνθρωπος δέχεται και απολαμβάνει όσα του προσφέρει η κοινωνία και ταυτόχρονα αναλαμβάνει την ευθύνη να υπερασπίζεται και να προάγει τα συμφέροντά της. Ωστόσο, ακόμα και η υποχρέωση του ανθρώπου να πράττει το καλό απέναντι προς την κοινωνία χαρακτηρίζεται από ορισμένα όρια. Έτσι, ένας άνθρωπος που κάνοντας ένα μικρό καλό αναγκάζεται να προκαλεί οδυνηρές συνέπειες στον ίδιο, δεν υποχρεώνεται επουδενί να επιδιώκει να πράττει αυτό το καλό. Επομένως, δεν είναι υποχρεωμένος να παρατείνει την αθλιότητα της ύπαρξής του, προκειμένου να προσφέρει ένα πιθανό μικρός όφελος στο κοινωνικό σύνολο. Αντί, λοιπόν, να αποσύρεται από την κοινωνία και τις υπηρεσίες του προς αυτή, με σκοπό να φροντίζει για το υπόλοιπο της ζωής του να ανακουφίζει και να αντιμετωπίζει όσο μπορεί αποτελεσματικότερα τις συμφορές, τα δεινά και τον πόνο που θα του επιφέρουν στο μέλλον, έχει κάθε δικαίωμα να διακόψει ριζικά και οριστικά αυτή την αξιοθρήνητη κατάσταση μέσω της αυτοκτονίας, η οποία εξάλλου δεν προκαλεί μεγαλύτερη βλάβη στο κοινωνικό σύνολο. Μάλιστα, στην περίπτωση κατά την οποία ένας άνθρωπος αδυνατεί, πλέον, να προασπίσει και να προάγει τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου, προκαλώντας δυσχέρειες και αποτελώντας ουσιαστικά βάρος σ’ αυτό, ενώ ταυτόχρονα προκαλεί εμπόδια και σε άλλους συνανθρώπους του να προσφέρουν χρήσιμα πράγματα στην κοινωνία, η αυτοκτονία θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μία πράξη που δεν είναι μόνο αθώα, αλλά άξια επαίνων.
Ακόμη, η αυτοκτονία δεν παραβιάζει ούτε και το καθήκον προς τον ίδιο τον εαυτό του αυτόχειρα, ο οποίος επιλέγει τη συγκεκριμένη πράξη ως λυτρωτική λύση από δυσμενείς καταστάσεις της ζωής του (γήρας, αρρώστια κ.λπ.), επιχείρημα που το αναγάγει ο Hume (θέλοντας να υποστηρίξει το αίτημα της αυτοκτονίας) και σε επίπεδο προσωπικής ελευθερίας. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις μία τέτοια πράξη συμφωνεί όχι μόνο με το χρέος, αλλά και με το συμφέρον που επιτάσσεται απέναντι προς τον εαυτό του. Αυτό γίνεται αποδεκτό από όλους εκείνους που αναγνωρίζουν ότι οι διάφορες συμφορές που εμφανίζονται στη ζωή ενός ανθρώπου, όπως αρρώστιες, κακοτυχία κ.τ.λ., αλλά και η ηλικία του είναι ικανές, ώστε η ζωή του όχι μόνο να αποτελέσει βάρος, αλλά και να γίνει πολύ χειρότερη ακόμα και από το θάνατο.
Στο μέτρο λοιπόν που επιχειρείται η δικαιολόγηση της αυτοκτονίας, ανακύπτει ένας πρώτος ηθικός προβληματισμός, ο οποίος αφορά τις επιπτώσεις αυτής της πράξης στους άλλους. Πράγματι, υπάρχει η άποψη πως η αυτοκτονία αποτελεί μία πράξη εγωιστική. Στην περίπτωση όπου ο αυτόχειρας προκαλεί ηθικές και οικονομικές βλάβες σε εξαρτώμενα από αυτόν πρόσωπα μέσω της αυτοκτονίας του, αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως παραβίαση υποχρεώσεων απέναντί τους. Κατ’ επέκταση, από μία ωφελιμιστική άποψη, επειδή μία κοινότητα εξαρτάται από την παραγωγικότητα και την οικονομία των μελών της, τα μέλη είναι υποχρεωμένα να συνεισφέρουν στην κοινωνία που ανήκουν. Επομένως, η αυτοκτονία θα αποτελούσε πράξη παραβίασης αυτών των υποχρεώσεων.
Από το συγκεκριμένο επιχείρημα, ωστόσο, αποκλείεται η υποκειμενική οπτική γωνία του ατόμου που αυτοκτονεί και το ενδεχόμενο να αποτελούσε μία τέτοια πράξη λύτρωση για τον ίδιο υπό ορισμένες συνθήκες. Παράλληλα, ανακύπτει και το ζήτημα της αμοιβαιότητας μεταξύ του ατόμου και της κοινωνίας, σύμφωνα με το οποίο μία κοινωνία θα πρέπει να παρέχει στο κάθε μέλος της τα απαραίτητα αγαθά για μία αξιοπρεπή και ποιοτική ζωή, ώστε και το ίδιο το άτομο να ανταποδίδει λειτουργώντας μέσα στα πλαίσια της κοινωνίας, διατηρώντας αυτή τη «σύμβαση». Επομένως, αν μία κοινωνία δεν παρέχει όλα αυτά στους πολίτες, τότε κι εκείνοι, με τη σειρά τους, δεν καθίστανται ηθικά υποχρεωμένοι να ζήσουν και να προσφέρουν στα πλαίσιά της.
Πέρα από τον αντίκτυπο και την αξιολόγηση της πράξης της αυτοκτονίας σχετικά με τις επιπτώσεις της, η μη, στους άλλους, υπάρχει και η οπτική του ατόμου ως αυτόνομου και έλλογου δρώντα. Ωστόσο, προκύπτει το ερώτημα πότε κρίνεται ορθολογική η αυτονομία σε μία τέτοια πράξη. Μία πρώτη απάντηση θα ήταν: με την προϋπόθεση πως η αυτοκτονία επιλέγεται βάσει τεκμηριωμένων αξιολογήσεων. Συγκεκριμένα, ένας άνθρωπος που σκέφτεται να αυτοκτονήσει οφείλει να αξιολογήσει αν είναι ικανοποιημένος τόσο από τις υπάρχουσες συνθήκες της ζωής του, όσο και από τις πιθανές μελλοντικές και αυτές οι αξιολογήσεις να είναι λογικά βάσιμες. Επομένως, από αυτό συνεπάγεται πως απαραίτητη προϋπόθεση για την αξιολόγηση της αυτοκτονίας ως έλλογης πράξης είναι το υποκείμενο να διέπεται από πλήρη αυτονομία.
Σύμφωνα με τη φιλόσοφο Margaret Pabst Battin, υπάρχουν τρείς γνωστικές προϋποθέσεις που ορίζουν μία αυτοκτονία ορθολογική: α) το άτομο να έχει τη δυνατότητα να συμπεραίνει και να αιτιολογεί λογικά, β) να κατέχει μία ρεαλιστική θεώρηση του κόσμου και γ) να έχει τα επαρκή διαπιστευτήρια, τα οποία θα πιστοποιούν πως μέσω του θανάτου παρέχεται η δυνατότητα να αποφευχθούν μελλοντικές δυσχέρειες και, επιπλέον, πως ο θάνατος είναι σύμφωνος με τα πιο στοιχειώδη συμφέροντα και υποχρεώσεις του ατόμου που τον προκαλεί. Γίνεται κατανοητό, έτσι, πως πρέπει να συμπεριληφθούν κριτήρια ψυχικής υγείας, που να προσδιορίζουν το άτομο, ώστε να αποκλειστούν περιπτώσεις όπου η αυτοκτονία αποτελεί αποτέλεσμα ψυχικών διαταραχών, καθώς, επίσης, και εκείνες οι ενδείξεις που βεβαιώνουν πως ο αυτόχειρας δεν αυτοκτόνησε λόγω συναισθηματικής έντασης και, επιπλέον, πως είχε απόλυτη συνείδηση του αμετάκλητου του θανάτου. Η παραδοχή, λοιπόν, μιας πράξης αυτοκτονίας ως ορθολογικής είναι σπάνια, αφού οι προϋποθέσεις είναι περιοριστικές και συνήθως δεν εμφανίζονται συχνά. Ο αυτόχειρας θα πρέπει να είναι απόλυτα συνειδητοποιημένος γι’ αυτό που σχεδιάζει· να γνωρίζει τα αίτια, να αξιολογεί τα πιθανά αποτελέσματα της τέλεσης της πράξης και της μη τέλεσής της και να έχει απόλυτη συνείδηση του θανάτου και της φύσης του (να γνωρίζει, δηλαδή, τι επιφέρει, καθώς και το αμετάκλητό του). Είναι, επομένως, φανερό από αυτή την άποψη πως η αυτοκτονία, ως αυτόνομη πράξη, μπορεί να είναι σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις ορθολογικά τεκμηριωμένη και ηθικά επιτρεπτή. Θα πρέπει, δηλαδή, να πληροί προϋποθέσεις, για να δικαιολογείται από ηθική άποψη, όπως η ελευθερία της πράξης που απορρέει μέσα από την αυτονομία του υποκειμένου, η σκοπιμότητα της προτίμησης και επιλογής της πράξης και η επαρκής δικαιολόγησή της μέσω ενός αξιακού συστήματος του αυτόχειρα.
Και το αισιόδοξο μήνυμα της ημέρας γιατί κι εγώ χαλώ την πιάτσα, όπως ο μικρός της οικογένειας Τιβάς.
«Τα ξυράφια πονάνε, τα ποτάμια έχουν λάσπες, το οξύ αφήνει σημάδια, τα δηλητήρια φέρνουν σπασμούς, τα όπλα δεν είναι νόμιμα, οι θηλιές ξεχειλώνουν, το αέριο μυρίζει απαίσια. Καλύτερα, τελικά, να ζήσεις»
Dorothy Parker 1893-1967, Αμερικανίδα συγγραφέας και κριτικός


Προτεινομενη βιβλιογραφία

Durkheim E. (1942). Κοινωνικές αιτίες της αυτοκτονίας, μτφρ. Μανώλης Μαρακάκης, εκδ. Αναγνωστίδης, Αθήνα.

Καμύ Α. (2007). Ο μύθος του Σίσυφου. Δοκίμιο πάνω στο παράλογο, μτφρ. Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ, Μαρία Κασαμπάλογλου-Ρομπλέν, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα.

Minois G. (2006). Ιστορία της αυτοκτονίας. Η δυτική κοινωνία αντιμέτωπη με τον εκούσιο θάνατο, μτφρ. Ξανθίππη Τσελέντη, εκδ. Πολύτροπον, Αθήνα.
«New Millenium», Τύπος της Κυριακής, 12/9/1999, άρθρο: «Η ιστορία της αυτοκτονίας».

Σέλερ Μ. (2003). Φύση και μορφές της συμπάθειας. Συμβολή στη μελέτη των νόμων της θυμικής ζωής, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Καστανιώτης, Αθήνα.

Bertolote J.M. – Fleischmann A. – De Leo D. – Wasserman D. (2004). «Psychiatric diagnoses and suicide: revisiting the evidence», Crisis, vol. 25, σσ. 147–155.
Brandt Richard B. (1975). The morality and rationality of suicide. A Handbook for the study of suicide
, edited by Seymour Perlin, Oxford University Press, New York.
Campbell Rombert & Collinson Dianne (επιμ.) (1988). Ending Lives, Blackwell Pub, U.K.

Rosenfeld B. (2004). Assisted Suicide And The Right To Die – The interface of social science, public policy, and medical ethics, American Psychological Association, Washington D.C.