Κείμενο: Γεωργία Κιζιρίδου
Σχολική-Εξελικτική Ψυχολόγος
Επιμέλεια: Μαρία Παπαστεφανάκη
Γλωσσολόγος


“Με τον Κώστα είμαστε μαζί τρία χρόνια. Δεν είναι λίγες οι φορές που ξεσπάει πάνω μου όταν είναι νευριασμένος. Με υποτιμάει συχνά και μου λέει πως είμαι πολύ κατώτερή του εμφανισιακά και οικονομικά. Μου υπενθυμίζει ότι είμαι πολύ τυχερή που είμαστε μαζί, γιατί άλλος δε θα με ανεχόταν. Κάποιες φορές με έχει χτυπήσει κιόλας δημοσίως. Μετά, κλαίει και με ρωτάει γιατί τον αναγκάζω να βγάζει τον κακό του εαυτό προς τα έξω. Αν με ρωτήσετε γιατί παραμένω μαζί του, θα σας πω κάτι που σίγουρα δεν το καταλαβαίνει ο κόσμος: γιατί απλώς τον αγαπώ, κι ας έχει ένα σωρό ελαττώματα.”

Η σχέση αυτή μοιάζει με σχέση θύτη–θύματος, που σε καμία περίπτωση δεν είναι ισότιμη. Θυμίζει το σύνδρομο της Στοκχόλμης, που οι όμηροι μιας τραπεζικής ληστείας στη Σουηδία το 1973, μετά από μία εβδομάδα ομηρίας και κακομεταχείρισης, ανέπτυξαν έντονο συναισθηματικό δεσμό με τους δράστες και παρουσίασαν μέχρι και στοιχεία εξάρτησης από αυτούς μετά τη λήξη όλων. Αντιστοίχως, και στις κακοποιητικές ερωτικές σχέσεις το θύμα αναπτύσσει μια σχέση εξάρτησης και συναισθηματικής προσκόλλησης, όπως το βρέφος με τη μητέρα του. Μοιάζει να βρίσκεται σε κατάσταση ύπνωσης και παγώματος, σαν αυτή των ζώων που τα κυνηγούν τα άγρια θηρία: προκειμένου να επιβιώσουν, παριστάνουν ότι είναι ήδη νεκρά για να μην προκαλούν κι άλλο την τύχη τους. Η κατάσταση αυτή της ολοκληρωτικής παθητικότητας ονομάζεται μαθημένη αβοηθησία, κατά την οποία το άτομο έχει μάθει, και σταδιακά έχει εδραιώσει, την πλήρη αποδοχή της άδικης συμπεριφοράς του θύτη απέναντι του. Είμαστε, ωστόσο, όλοι μας δυνάμει θύτες και θύματα στις προσωπικές μας σχέσεις;

Οι θύτες συνήθως είναι άτομα με ναρκισσιστικά στοιχεία. Δεν ενδιαφέρονται για την ικανοποίηση του συντρόφου τους παρά μόνο για τον έλεγχο αυτών. Αντλούν πραγματική ικανοποίηση με την υποτίμηση του άλλου και τη μείωση της αυτοεκτίμησής τους. Δεν θα υπήρχαν όμως θύτες χωρίς τα πιστά τους θύματα. Το θύμα αρχικά προσπαθεί να κερδίσει την εύνοια του θύτη για να επιβιώσει συναισθηματικά και ψυχικά. Φοβάται πως ανά πάσα στιγμή ο θύτης θα εκτελέσει τις απειλές που εξαπολύει ανά διαστήματα. Στην περίπτωση των ερωτικών σχέσεων, η μεγαλύτερη απειλή είναι ο χωρισμός. Εν προκειμένω, το εξαρτημένο θύμα υποτάσσεται πλήρως για να αποφύγει την εκτέλεση των απειλών. Η διαστρέβλωση αυτή είναι πιο έντονη όταν ο θύτης έχει καταφέρει να απομονώσει το θύμα από τον περίγυρό του για να ενισχυθεί ακόμα παραπάνω ο ίδιος ως άτομο. Τόσο ο θύτης όσο και το θύμα είναι πολύ πιθανό να προέρχονται από οικογενειακά περιβάλλοντα στα οποία η κακοποίηση και η κακομεταχείριση ήταν τρόπος ζωής. Μάλιστα, το θύμα συνήθως έχει ανατραφεί από νάρκισσο γονέα, άρα του φαίνεται αρκετά οικείο όλο αυτό το πλαίσιο. Μπορεί ποτέ το θύμα να ξεφύγει πραγματικά από μια τέτοια σχέση;

Μπορεί να μη φαίνεται λογικό στους άλλους, όμως το θύμα πολλές φορές δίνει την εντύπωση πως παραμένει με δική του πρωτοβουλία. Δεν είναι λίγες οι φορές που, όταν ο θύτης παρατάει το θύμα, το κακοποιημένο άτομο είναι αυτό που απειλεί πως δεν θα αντέξει να ζήσει χώρια του. Έχει εσωτερικεύσει σε τέτοιο βαθμό τα αρνητικά σχόλια του θύτη που έχει όντως πειστεί ότι είναι ανάξιο αγάπης κι αποδοχής από τους άλλους. Δεν είναι λίγες οι φορές που προξενούν σοκ και έκπληξη προς τον περίγυρο, όταν ανακαλούν τα θετικά του βασανιστή τους ως ανθρώπινη ύπαρξη και επιμένουν ότι η επανασύνδεση είναι μονόδρομος. Ο περίγυρος μπορεί να παρέμβει σε αυτή την περίπτωση;

Το σύνηθες λάθος που γίνεται σε αυτές τις περιπτώσεις είναι να ασκείται έντονη κριτική προς το θύμα για την όλη κατάσταση. Σε κάποιες περιπτώσεις, το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον διακόπτει οποιαδήποτε επαφή με το θύμα, για να το τιμωρήσει για τη λανθασμένη επιλογή του. Έτσι, το ήδη κακοποιημένο άτομο αναπτύσσει επιπλέον άμυνες για τη δική του επιβίωση. Βοηθάει λοιπόν, η ανοιχτή επικοινωνία και η ενεργητική ακρόαση των σημαντικών άλλων με το θύμα, ώστε να χτιστεί εμπιστοσύνη στη σχέση με το κοινωνικό πλαίσιο. Ενδεχομένως τότε το θύμα να νιώσει την ανάγκη να εξωτερικεύσει σκέψεις και συναισθήματα που αφορούν τη σχέση του με το «δυνάστη» του. Ίσως με αυτόν τον τρόπο, σιγά – σιγά μπορεί το θύμα να αντιληφθεί τις ρεαλιστικές διαστάσεις της σχέσης αυτής και να επιθυμήσει να διακόψει από μόνο του.

Σε κάθε περίπτωση, καλό είναι ήδη από τις πατρικές οικογένειες να υπάρχει πρόληψη μέσα από την ευαισθητοποίηση σχετικά με τα σημάδια της κακοποίησης σε μια σχέση, για να μπορέσει το άτομο να τα αναγνωρίσει και να προστατέψει τον εαυτό του. Η αγάπη δεν έχει καμία σχέση με την υποταγή και την εκμετάλλευση!


Ενδεικτική βιβλιογραφία

Κεβόπουλος, Σ. (2012). Το σύνδρομο της Στοκχόλμης. Αθήνα: Διώνη