Κείμενο: Παναγιώτα Νταλκίτση
Φοιτήτρια Ψυχολογίας ΑΠΘ

Επιμέλεια: Μαρία-Ανδρονίκη Τραυλού
Φιλόλογος-Γλωσσολόγος


Ψυχή, animus-anima κατά τον Jung. Ψυχή, χωράφι σπαρμένο με συναισθήματα. Καλλιεργημένο από τον κάτοχο και τους σημαντικούς άλλους που ο ίδιος ορίζει δυνάμει διαχειριστές-καλλιεργητές του. Ένα χωράφι που με το πέρας του χρόνου αρχίζει να δείχνει την ανοχή του σε λαθεμένες καλλιέργειες. Αρχικά μοιάζει να στερεύει σθένους και δυναμικής, μη μπορώντας να συγχρονίσει τη συνειδητότητα με τα γεγενημένα, μα τελικώς αναγεννάται από τους ίδιους σάπιους σπόρους που σπάρθηκαν από ανηλεείς και ανίδεους διαβάτες.

«Καμιά χαρά δεν κάνει ό,τι ο πόνος στην ψυχή»* έγραψε κάποτε ένας θλιμμένος ποιητής. Καμιά χαρά, καμιά ιλαρότητα, καμιά στιγμή αμιγούς ευτυχίας δεν σκαλίζει τόσο περιτέχνως σαν τον ταλαντούχο γλύπτη την ψυχή. Δε σημαδεύει το σώμα, δε στολίζει το είναι με άλγη και μνήμες. Δε διευρύνει, δεν παραχωρεί τη δύναμη της γνώσης. Ο πόνος μεταμορφώνεται σε ακριβοδίκαιο κι αυστηρό δάσκαλο που διδάσκει την αλήθεια της ζωής. Μας παίρνει από το χέρι σαν αζώητα παιδιά και μας αποκαλύπτει το κεκαλυμμένο ψέμα που φωλιάζει σε μασκαρεμένα γελαστά μάτια. Σε μελωδικά λόγια, σε αναλγητικά χάδια, σε ανειλικρινώς «αληθινά» βλέμματα, σε επικίνδυνα «ιερά» χέρια. Σπαράζει η ψυχή μας, τερματίζεται το είναι μας, μα κάποια μύχια πτυχή του νου μας, μειδιά σαν μια γερασμένη σοφή γερόντισσα. Χαίρεται, γιατί πλέον γνωρίζει πως ζει αληθινά, πως πλέον φέρει πάνω της τα σημάδια της γνώσης, πως έπειτα από την τελμάτωση επέρχεται η αναγέννηση μέσα από τις στάχτες του ψέματος έχοντας τα εχέγγυα της πνευματικής ωρίμανσης, της ανενθουσιώδους αισιοδοξίας, της πηγαίας σοφίας.

Έτσι λοιπόν, ταξιδιώτες στον χρόνο, γευσιγνώστες του άλγους, γινόμαστε κάθε άλλο παρά στείρα γη. Στερεύουμε από εφήμερο ενθουσιασμό μα όχι από συναισθηματική γνησιότητα. Τα συναισθήματα σαν βολβοί τουλίπας ζουν μέσα μας, καρποφορώντας κι ανθίζοντας τη στιγμή που ο κατάλληλος διαβάτης τρυφερά θα φροντίσει το γερασμένο κομμάτι γης μας. Και τότε τα άνθη μοιάζουν πολύτιμα αποκτήματα και η γη μας θυμίζει κάτι από τη γη της Επαγγελίας.

*Παντελής Ροδοστόγλου, στο μελοποιημένο ποίημα του από τα Διάφανα Κρίνα «Μνήμες του νερού».