Άρθρο: Μάνθος Μυριούνης
Ψυχολόγος/Ψυχοθεραπευτής

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Πρόσφατες νέες γνώσεις για τον εγκέφαλο και την λειτουργία του μας αποκαλύπτουν ότι είναι ένα εξόχως εύπλαστο και δυναμικά διαφοροποιούμενο σύστημα το οποίο διαθέτει την ικανότητα να αυτοεκπαιδεύεται. Έχει την δυνατότητα να αναλύει τις νεοεισερχόμενες πληροφορίες που συλλέγει από το σώμα και το περιβάλλον και να διεκδικεί την καλύτερη προσαρμογή του στις αλλαγές του περιβάλλοντος στο οποίο διαβιώνει.

Με τον όρο πλαστικότητα μπορούμε να ορίσουμε την δυνατότητα του εγκεφάλου να μεταβάλλεται και να αλληλεπιδρά με το περιβάλλον δημιουργώντας νέες δομές και νέες συνάψεις* που θα τον βοηθήσουν να έχει μια καλύτερη και ομαλότερη προσαρμογή στις νέες συνθήκες.

Σε μια εποχή στην οποία οι προκλήσεις που καλούμαστε να διαχειριστούμε είναι ολοένα περισσότερο πολύπλοκες και πρωτόγνωρες, ο εγκέφαλός μας έχει την δυνατότητα να απεγκαθιστά κάποιες ήδη δημιουργημένες δομές και συνάψεις ή και να τις απενεργοποιεί μερικώς, αντικαθιστώντας τες με νέες και πιο προσαρμοσμένες στα γεγονότα και τις προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει. Μπορεί, δηλαδή, να αυτοπρογραμματίζεται και να αυτοοργανώνεται ανάλογα με τα κελεύσματα που το περιβάλλον τον καλεί να διαχειριστεί.

Από τα παιδικά μας χρόνια έχουμε εγκατεστημένους μηχανισμούς αντίδρασης και επεξεργασίας σε ορισμένα ερεθίσματα που, όμως, δεν γνωρίζουμε αν θα μας είναι χρήσιμοι σε όλη μας την ζωή -τουλάχιστον με την μορφή που τους αποκτήσαμε- και γι’ αυτό ο εγκέφαλος έχει την δυνατότητα να τους αναδιαμορφώνει και να τους τροποποιεί σύμφωνα με τις νέες του ανάγκες.

Λαμβάνει τις προσλαμβάνουσες του περιβάλλοντός του και ανάλογα επαναδομεί τις αντίστοιχες νευρωνικές συστοιχίες -τις συνάψεις- με τρόπο που να επαναπρογραμματίζεται διαρκώς προσθέτοντας νέες δομές ή και τροποποιώντας και εμπλουτίζοντας τις υπάρχουσες.

Ο τρόπος που υπάρχουμε σήμερα έχει να κάνει σε μεγάλο βαθμό με αυτά που μας έχουν συμβεί και πάντα βέβαια σε συνδυασμό με τα γονίδιά μας. Η βιωμένη εμπειρία διαμορφώνει και την βιολογία μας, τον τρόπο δηλαδή που επιβιώνουμε, έτσι ώστε να ανταποκρινόμαστε  θετικά και προσαρμοστικά προς την εξέλιξη.

Ο εγκέφαλός μας, αυτό το πολύπλοκο σύστημα, διαθέτει πάμπολλες δυνατότητες διασυνδέσεων και δυνατοτήτων από αυτές που χρησιμοποιούμε στην καθημερινή πρακτική και αν παραστεί ανάγκη μπορεί και να τις φέρει στο προσκήνιο. Με κάθε ερέθισμα θα ανακαλέσει τις ήδη έτοιμες δυνατότητές του που συνήθως χρησιμοποιεί  για να αντιμετωπίσει ένα γεγονός. Όμως τα ερεθίσματα μπορεί να αλλάζουν σε κάποια ποιοτικά τους χαρακτηριστικά (παρότι μοιάζουν ίδια) και να μην είμαστε προετοιμασμένοι για τις καινούργιες συνθήκες με το ήδη υπάρχον δυναμικό μας, ώστε να καταφέρουμε να ανταποκριθούμε επαρκώς όπως σε προηγούμενες περιπτώσεις, ή να αντιδρούμε με ένα συγκεκριμένο τρόπο που δεν τον διαφοροποιούμε κάθε φορά ανάλογα με την περίσταση. 

Γι’ αυτό, άλλωστε, συνήθως επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι οι δυνατότητες του εγκεφάλου περιορίζονται μέχρι εκεί. Και αυτό μπορούμε εύκολα να το αντιληφθούμε σε παιδιά που γεννιούνται με κάποια διαταραχή την οποία εντοπίζουμε νωρίς, δίνοντας την ευκαιρία με τις κατάλληλες μεθόδους στον εγκέφαλο που αντιμετωπίζει ένα συγκεκριμένο πρόβλημα να διαλέξει έναν άλλο δρόμο -μια άλλη δομή- για να πετύχει μια ορισμένη λειτουργία.

Χάρη στην πλαστικότητα του εγκεφάλου, που ιδίως στα πρώτα χρόνια είναι πάρα πολύ εξελιγμένη και εύκαμπτη, ο εγκέφαλος φτάνει σε ένα αποτέλεσμα αναδιαμορφώνοντας, θα λέγαμε, την διαδρομή και επαναρρυθμίζεται σε τέτοιο βαθμό και με τέτοια αποτελεσματικότητα που μπορούμε να μιλάμε ακόμη και για δυνατότητα αυτοανάρρωσής του!

Ακόμα και στις βλάβες που προκαλούν τα εγκεφαλικά επεισόδια στους νευρώνες καταστρέφοντάς τους κάποιοι άλλοι νευρώνες αναλαμβάνουν να επιτελέσουν τον ίδιο ή παρόμοιο λειτουργικό ρόλο για να μπορέσει να καλυφθεί το κενό και να συνεχιστεί η ομαλή διαβίωση. Βρίσκει, θα λέγαμε πιο απλά, νέους συνδυασμούς μέσα του επεκτείνοντας τις δυνατότητες του και «μεγαλώνοντας» και ο ίδιος, αφού φτιάχνει καινούργια παρόμοια «κουτάκια» που μπορούν να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες του.

Για να το πετύχει αυτό, συνεργάζονται πολλές περιοχές του εγκεφάλου και ο ίδιος κατανέμει τις δραστηριότητες της κάθε περιοχής με γνώμονα την επίτευξη του πιο σύντομου και πιο αποτελεσματικού δρόμου ως προς την επιβίωσή του.

Είναι πραγματικά εντυπωσιακή η δυνατότητα του εγκεφάλου μας να αυτοεκπαιδεύεται και να αυτοοργανώνεται στη βάση των νέων δεδομένων. Η δημιουργία νέων μονοπατιών μας δίνει την δυνατότητα να εξελισσόμαστε και να είμαστε ικανοποιημένοι με την προσαρμοστική μας ικανότητα.

Μέσω της ψυχοθεραπείας μπορούμε να εξελίξουμε το δίκτυο των νευρώνων μας και των συνάψεών μας, έτσι ώστε να μπορούν να αλλάζουν ανάλογα με τις εμπειρίες του περιβάλλοντος. Αυτό σημαίνει πως χρησιμοποιούμε τις εγκεφαλικές μας συνδέσεις άλλες φορές αποδυναμώνοντάς τες, άλλες φορές ενδυναμώνοντάς τες και ανάλογα με τους στόχους και τις επιθυμίες μας να καλλιεργούμε ό,τι νομίζουμε θετικό και αντίστοιχα να «σκοτώνουμε» ό,τι θεωρούμε επιζήμιο.

Όλα, όμως, εξαρτώνται από τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε τον εγκέφαλό μας, ειδικά τώρα που πλέον γνωρίζουμε τις απεριόριστες και συνεχώς αναπλαθόμενες δυνατότητές του!  

 

*συνάψεις: οι σχέσεις μεταξύ των νευρώνων, οι οποίοι επικοινωνούν και συνδέονται μεταξύ τους με μια γλώσσα, τους νευροδιαβιβαστές, οι οποίοι στέλνουν το μήνυμα από τον έναν νευρώνα στον άλλον.    


Βιβλιογραφία:

Dimyan MA and Cohen LG (2011). Neuroplasticity in the context of motor rehabilitation after stroke. Nat Rev Neurol. 7(2): 76-85.

Kandel E, Schwartz J, Jessel T (eds) (2000). Principles of Neural Science. McGraw Hill.

Kleim JA and Jones TA (2008). Principles of Experience-Dependent Neural Plasticity: Implications for Rehabilitation After Brain Damage. Journal of Speech, Language, and Hearing Research. 51:S225–S239.

Raine S. (2007). The Current Theoretical Assumptions of the Bobath Concept as Determined by the Members of BBTA. Physiotherapy Theory and Practice. 23(3): 137 – 152.

Nudo RJ (2013). Recovery after brain injury: mechanisms and principles. Frontiers in human neuroscience. 7(887): 1-14.                

Barnes, C. A. (1979). Memory deficits associated with senescence: a  neurophysiological and behavioral study in the rat. J. Comp. Physiol. Psychol., 93(1), 74-104.

Fortune, E. S., & Rose, G. J. (2001). Short-term synaptic plasticity as a temporal filter. Trends Neurosci, 24(7), 381-385.

Lester, D. S., & Bramham, C. R. (1993). Persistent, membrane-associated protein kinase C: from model membranes to synaptic long-term potentiation. Cellular Signalling Vol. 5, No. 6, pp. 695-708.                                                                       

Lisman, J., Schulman, H., & Cline, H. (2002). The molecular basis of CaMKII function in synaptic and behavioural memory. Nature Reviews Neuroscience 3, 175–190.           

Xu-Friedman, M. A., & Regehr, W. G. (2004). Structural contributions to short-term synaptic plasticityPhysiol Rev. 84(1):69-85.                                                           

Zucker, R. S., & Regehr, W. G. (2002). Short-term synaptic plasticityAnnu. Rev. Physiol. 64: 355-405.            

De Roo, M., Klauser, P., Garcia, P. M., Poglia, L., & Muller, D. (2008). Spine dynamics and synapse remodeling during LTP and memory processesProg Brain Res. 169: 199-207.

Buzsaki, G. (1989). Two-stage model of memory trace formation: a role for ”noisy” brain statesNeuroscience 31(3):551-70.