Άρθρο: Αλέξια Σταμάτη
Δημοσιογράφος

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Μια ακόμη ταινία σταθμός. Επίκαιρη, συγκινητική, ατμοσφαιρική, σχεδόν ανατριχιαστική. Ένα ταξίδι στον χρόνο που όμως δε βρίσκεται μίλια μακρυά μας. Άνοιξη του 1944. Όταν ο πόλεμος ήταν ακόμη ζωντανός και η ελληνική αντίσταση κορυφωνόταν και μαινόταν με σθένος και πάθος απέναντι στον γερμανικό ναζιστικό στρατό.

«Το τελευταίο σημείωμα» του Παντελή Βούλγαρη ξυπνά σπαρακτικές μνήμες σε όσους έζησαν την δίνη του Β’ Παγκοσμίου αλλά και του εμφυλίου πολέμου αργότερα και γεννά συναισθήματα θυμού και λύπης στους νεώτερους θεατές. Πρόκειται για μια ακόμη επιτυχία και ένα σπουδαίο έργο της μεγάλης οθόνης στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.

Το σενάριο, με την υπογραφή της Ιωάννας Καρυστιάνη, διηγείται την αληθινή ιστορία των 200 κρατουμένων Ελλήνων στο στρατόπεδο της Καισαριανής που εκτελέστηκαν ομαδικά από τους Ναζί την πρωτομαγιά του 1944 ως αντίποινα μετά την ενέδρα της ελληνικής αντίστασης στον Στρατιωτικό Διοικητή Λακωνίας. Ο θάνατος του διοικητή αλλά και των τριών Γερμανών που τον συνόδευαν επέφερε ως τιμωρία την εκτέλεση 50 Ελλήνων κομμουνιστών για κάθε ένα Γερμανό. Πρωταγωνιστής του έργου ο 34χρονος Ναπολέων Σουκατζίδης, αγωνιστής του λαϊκού κινήματος, ο οποίος κατά την φυλάκισή του στις φυλακές Χαϊδαρίου είχε εντολή να μεταφράζει για χάρη του Γερμανού διοικητή του στρατοπέδου, Καρλ Φίσερ.

Το μίσος, η ανελέητη βαναυσότητα και η σκληρότηρα των Γερμανών ξεσπούν καθόλη την διάρκεια της ταινίας σε όλους τους κρατουμένους, άντρες, γυναίκες, ακόμη και παιδιά. Ο Σουκατζίδης, όμως, παραμένει η τραγικότερη φιγούρα της ιστορίας, καθώς μπροστά του ανακρίνονται και βασανίζονται οι ίδιοι οι σύντροφοί του, βρίσκοντάς τον ανίκανο να τους υπερασπιστεί, υποχρεωμένο να μεταφράζει κάθε τους λέξη στον διοικητή κατά τη σύλληψή τους. Καθημερινά έρχεται αντιμέτωπος με ενοχές και διλήμματα αλλά και με την αδυναμία του στη γυναίκα του που τον περιμένει να ελευθερωθεί και να γυρίσει. Ο ήρωας του έργου, παρόλ’ αυτά, αποδεικνύει μέχρι τέλους με γενναιότητα πως τα ιδανικά, η πίστη και η αξιοπρέπεια δεν έχουν αντιπάλους, νικούν πάντοτε.

Τι είναι αυτό που κάνει την ταινία μοναδική και αριστουργηματική; Η αυθεντικότητά της, το συναίσθημα και ο πόνος στις ερμηνείες και τα πρόσωπα των ηθοποιών. Η ελληνική ψυχή, το ομαδικό αγωνιστικό φρόνημα των Ελλήνων της αντίστασης, όπως περιγράφεται και κυριαρχεί σε κάθε δευτερόλεπτο της ταινίας, καθηλώνει και συγκινεί. Εξαιρετικά πλάνα αλλά και μουσική που ντύνει περίτεχνα τις δραματικές εικόνες. Κορυφαία, ίσως, σκηνή του έργου εκείνη που βρίσκει τους φυλακισμένους Έλληνες να γλεντούν, να αγκαλιάζονται και να χορεύουν στους ρυθμούς της κρητικής και ποντιακής λύρας την παραμονή της εκτέλεσής τους. Το αντίο τους, οι κραυγές τους για μια Ελλάδα περήφανη και ελεύθερη, η αγωνιστική τους γροθιά λίγο πριν τα κορμιά τους ξεψυχήσουν, λυγίζουν ακόμη και τον ίδιο τον θάνατο.

Οι 200 της Καισαριανής μπορεί να μην κατάφεραν τελικά να νικήσουν το θάνατο, πέτυχαν, όμως, κάτι ακόμη σπουδαιότερο· Άφησαν ένα τελευταίο σημείωμα σε ολόκληρο τον ελληνικό λαό, μια κληρονομιά θάρρους και ελπίδας. Μέσα από αυτή την ταινία που τιμά τη μνήμη τους, φωτίζεται ξανά ο πατριωτισμός και ο αγώνας μιας Ελλάδας ενωμένης που παλεύει και στέκεται με το κεφάλι ψηλά.

Εάν είμαστε ενωμένοι μπορούμε. Εάν πιστεύουμε και παλεύουμε για τις αξίες μας μπορούμε. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως πάντα υπάρχει δικαίωση μετά από έναν αληθινό αγώνα, ακόμη και αν αυτή η δικαίωση λυτρώσει τις επόμενες γενιές και δεν προλάβει να εξυγιάνει τις δικές μας πληγές.

Συγχαρητήρια στον Παντελή Βούλγαρη και τους συνεργάτες του.