Άρθρο: Δημήτρης Βαγενάς
Ψυχολόγος

Επιμέλεια: Θεοδώρα Βαγιώτη
Φιλόλογος

Σύμφωνα με τον Ελβετό ψυχίατρο και ψυχαναλυτή Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ, το συνειδητό με το ασυνείδητο επικοινωνούν συνεχώς και δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός μεταξύ τους. Μπορεί, επομένως, σε γενικές γραμμές να έχουμε επίγνωση του εαυτού μας και να διατηρούμε την ακεραιότητα του χαρακτήρα μας, ωστόσο, πολλές φορές κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες εμφανίζουμε διαφορετικά χαρακτηριστικά και προβαίνουμε σε ενέργειες που δε συνάδουν με την εικόνα που έχουν οι άλλοι για εμάς. Ποιος είναι, λοιπόν, ο πραγματικός μας χαρακτήρας και ποια η αληθινή μας προσωπικότητα;

Ο Συρανό Ντε Μπερζεράκ, στο ομώνυμο θεατρικό έργο (1897) του Εντμόν Ροστάν και στις κινηματογραφικές προσαρμογές που ακολούθησαν, είναι ένας διάσημος αξιωματικός και ποιητής του 17ου αιώνα, γνωστός για τη μεγάλη του μύτη. Παρότι έχει ερωτευτεί τη χαριτωμένη Ρωξάνη, δυσκολεύεται να εκφράσει τα συναισθήματά του λόγω της δυσμορφίας του. Όταν, μάλιστα, πληροφορείται πως η Ρωξάνη είναι ερωτευμένη με τον ευειδή στρατιωτικό Κριστιάν, χάνει κάθε ελπίδα και αποφασίζει να βοηθήσει τους δύο ερωτευμένους. Έτσι, γράφει ερωτικά γράμματα για τη Ρωξάνη που έχουν όμως την υπογραφή του νεαρού στρατιωτικού. Δε διστάζει μάλιστα να σταθεί κάτω από το παράθυρο της όμορφης κοπέλας και να της απαγγείλει τα ποιήματά του, υποκρινόμενος πως είναι ο Κριστιάν. Όταν οι δύο άντρες καλούνται να πολεμήσουν, ο Συρανό εξακολουθεί να στέλνει γράμματα με την υπογραφή του νεαρού στρατιωτικού στη Ρωξάνη, η οποία επισκέπτεται τον αγαπημένο της στο στρατόπεδο, δηλώνοντάς του πως τα ρομαντικά του γράμματα ήταν ο βασικότερος λόγος που τον ερωτεύτηκε και όχι η εξωτερική του εμφάνιση. Εκείνος, νιώθοντας τύψεις, ζητάει από το Συρανό να της αποκαλύψουν την αλήθεια, αφήνοντάς την να επιλέξει ανάμεσά τους. Πριν προλάβουν όμως να προβούν σε αποκαλύψεις, ο Κριστιάν σκοτώνεται, κι ο Συρανό αναγκάζεται να σωπάσει. Χρόνια μετά, ο δύσμορφος ποιητής επισκέπτεται τη Ρωξάνη, που εξακολουθεί να πενθεί για το θάνατο του αγαπημένου της, κι αφού αποκαλύπτεται η αλήθεια, αφήνει την τελευταία του πνοή.

Χρησιμοποιώντας το λεξιλόγιο του Γιουνγκ, θα μπορούσαμε να πούμε πως ο Κριστιάν φόρεσε μια μάσκα και σαν ηθοποιός υποδύθηκε ένα ρόλο: το ρόλο του ερωτευμένου ποιητή. Μέσω της μάσκας ή περσόνας, όπως αποκαλείται ως επί το πλείστον, οι άνθρωποι καταφέρνουν ν’ αποδώσουν στους εαυτούς τους χαρακτηριστικά που δεν είναι δικά τους, δίνοντας στους οικείους τους εσφαλμένες πληροφορίες για το χαρακτήρα τους. Ενώ, λοιπόν, υποδύονται ουσιαστικά ένα ρόλο, οι άνθρωποι του περιβάλλοντός τους πιστεύουν πως το προσωπείο που φορούν είναι ο πραγματικός τους χαρακτήρας. Για τον Γιουνγκ ωστόσο ακόμα και στο φυσιολογικό άτομο ο διχασμός του χαρακτήρα δεν είναι καθόλου απίθανος, ενώ, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, είναι ούτως ή άλλως πολύ δύσκολο να ορίσουμε την πραγματική μας ταυτότητα. Συνεπώς, η περσόνα δεν αποτελεί απλώς ένα μέσο εξαπάτησης των άλλων ανθρώπων, αφού κι εμείς οι ίδιοι ταυτιζόμαστε με την περσόνα μας, θεωρώντας πως ο ρόλος που υποδυόμαστε είναι ο πραγματικός μας χαρακτήρας. Ο Κριστιάν, για παράδειγμα, μπορεί αρχικά να φαίνεται υστερόβουλος και ιδιοτελής, στην πραγματικότητα όμως τρέφει ειλικρινή και βαθιά συναισθήματα για τη Ρωξάνη, γι’ αυτό, άλλωστε, ο Συρανό αποφασίζει να τον βοηθήσει. Δε θεωρεί πως εξαπατά την όμορφη κοπέλα, έχοντας την πεποίθηση αφενός πως θα την κατακτούσε ούτως ή άλλως χάρη στην ομορφιά του, αφετέρου πως τα γράμματα είναι κυρίως ένας τρόπος να ικανοποιηθεί η γυναικεία της φιλαρέσκεια και δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση τον πυρήνα της σχέσης τους. Στη συνέχεια, όταν ο Συρανό αναγκάζεται να μιμηθεί τη φωνή του για να κερδίσει και πάλι την εύνοια της Ρωξάνης, είναι πλέον αργά: ο Κριστιάν έχει ήδη ταυτιστεί με την περσόνα του, αρνούμενος, όπως υποστηρίζει ο Γιουνγκ, άλλες πτυχές της προσωπικότητάς του και συγκεκριμένα την αδυναμία του να περιγράψει τα συναισθήματά του με ποιητικές και λυρικές λέξεις.

Αν και στον «Συρανό Ντε Μπερζεράκ» η ταύτιση του Κριστιάν με την περσόνα του οδηγεί στη δραματική έκβαση της ιστορίας, κατά τον Γιουνγκ τέτοιου είδους ταυτίσεις όχι μόνο δεν έχουν πάντα αρνητικά αποτελέσματα, αλλά πολλές φορές είναι χρήσιμες κι απαραίτητες. Σε διαφορετικές χρονικές στιγμές απαιτούνται διαφορετικές συμπεριφορές κι ένας αστυνομικός, επί παραδείγματι, είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με την περσόνα του επαγγέλματός του κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του, έτσι ώστε να είναι συνεπής στις υποχρεώσεις του. Αν όμως μπερδέψει τον επαγγελματικό με τον γονεϊκό του ρόλο, τότε σίγουρα θα βρεθεί αντιμέτωπος με οικογενειακά προβλήματα. Για τον Ελβετό ψυχαναλυτή, λοιπόν, πρέπει να είμαστε ευέλικτοι, να μην μπερδεύουμε τους ρόλους μας και να γνωρίζουμε πότε πρέπει να φοράμε το προσωπείο μας και πότε όχι.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Bennet, E. A. (2011). Τι είπε στ’ αλήθεια ο Γιουνγκ. Αθήνα: Μεταίχμιο.

Wehr, D. S. (2016). Jung and Feminism: Liberating Archetypes. New York: Routledge.