Κείμενο: Άννα Ζανιδάκη
Συγγραφέας

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Βγήκαμε, προσπεράσαμε, αγγίξαμε, μα ποιος να μας πει,τι θα μας πει άραγε; Ξέρει;

Τα πάντα δρουν κι αντιδρούν σύμφωνα με τα θέλω μας, τις επιδιώξεις μας και τα όνειρά μας;

Πληγές που αιμορραγούν, σκίζουν συθέμελα τα σωθικά μας, ραγίζουν τις ήδη πονεμένες και λαβωμένες μας καρδιές, αλλά τι να γίνει άραγε; Τι να ζητήσουμε πλέον;

Τώρα ξέρουμε, πάθαμε, μάθαμε αλλά, και πάλι, είμαστε ικανοί να αντιμετωπίσουμε και να δούμε τη στυγνή σκληρή πραγματικότητα;

Σπάνια, ίσως και καθόλου να μη θέλουμε να βρεθούμε στη θέση να κρίνουμε τους εαυτούς μας και να κριθούμε ανάλογα και βάσιμα με το τι πράξαμε ή συμπράξαμε.

Το τι έπρεπε να γίνει, τι έπρεπε να καταβάλλουμε και κατά πόσο, πάντα θα μας πονάει, θα ‘ναι ένα πλήγμα στις ματωμένες μας ψυχές, τις καταβεβλημένες και συνεπαρμένες από ανασφάλεια, φόβο, απόρριψη, μα κυρίως ευθύνες, βάσανα γεννημένα και αναπαραγώμενα και ποτέ τεθνηκότα και πεθαμένα.

Αλώβητη, ανεπηρέαστη, ποτέ δε θα μπορέσει να κρίνει η λογική το συναίσθημα και να καταλήξει στο απώτερο σημείο – ρήγμα μεταξύ παραλόγου και λογικής, ανάμεσα στο συναίσθημα και στο πώς θα μπορέσει να επιπλήξει και να κακολογήσει συμβάντα, πρόσωπα και πράξεις.

Τα όρια ξεπεράστηκαν, οι διαμάχες λαμβάνουν χώρο σε πεδία μαχών μεταξύ αμάχων πληθυσμών, αθώων, αμέτοχων κάποιες φορές ή συμβαδίζοντας με τα θέλω τους και τα πρέπει τους κάποιες άλλες.

Το διάβα μεγάλο, δεινό, προσελκυόμενο από Σειρήνες, φανερές ή αδήλωτες.

Συγκεχυμένα συναισθήματα ωρύονταν και ξεφώνιζαν, χωρίς καν να ακουστούν, αφού οι σιωπές κραύγαζαν μέσα απ’ τα ανελέητα και αβυσσαλέα χτυπήματα της ζωής, της φύσης αλλά κυρίως εκείνων των συνθηκών που επιτρέψαμε και προσφέραμε το έδαφος, έτοιμο και εύφορο για ατασθαλίες νου και σκέψης.

Μα όλα συγκλίνουν και αποκλίνουν σε κάτι δυνατό, σοβαρό και ώριμο, αποδίδοντας πλέον ευθύνες και αρμοδιότητες σε κατάλληλα άτομα, συμπεριφορές αλλά κυρίως αναφερόμενα και προτρεπόμενα γεγονότα και συμβάντα, διόλου απαρατήρητα και ποτέ προσπεράσιμα, παρά βατά και ενδεικτικά επιδεικτικής πρόκλησης και πρόσκλησης μετά φόβου και πάθους, μα ο φόβος έτριζε τα κόκαλά μας και η πρόσκληση έδινε αδιαμαρτύρητη τη θέση της σε μια επίφοβη αυτοκαταστροφή, η οποία, όμως, έπρεπε να γίνει, να συμβεί, ώστε να δει ο καθένας τα όριά του.

Έτσι φέρεται και συμπεριφέρεται όποιος θέλει να αναμετρηθεί με τον εαυτό του, άσχετα αν τα καταφέρει ή όχι, άσχετα αν νικήσει ή ηττηθεί.

Αυτό που μετράει και προσμετράει πόντους στην κλίμακα του εγώ του, του προβληματισμού του αλλά κυρίως του δικού του ορίζοντα επίβλεψης και πρόβλεψης μελλοντικών κινδύνων είναι το ρίσκο, η άγνοια κινδύνου και φυσικά η συνειδητή, όπως πιστεύει, δική του αθωότητα και η έλευση της δικής του λύτρωσης και αγαλλίασης ψυχής.

Το να καταφέρουμε να βγούμε αλώβητοι από σχέσεις, καταστάσεις και κυρίως από πρόσωπα που σίγουρα μας στιγμάτισαν θετικά ή αρνητικά είναι το κυριότερο και το πιο βασικό. Διότι μέσα από τη διαδικασία αυτή θα καταφέρουμε να τα βρούμε με τον εαυτό μας κι ύστερα μ’ όλους τους διαπλεκόμενους, ώστε να επιδιώξουμε τη δική μας αυτογνωσία και αυτοκριτική.