Κείμενο: Δεδικούση Αλεξάνδρα
Ψυχολόγος

Επιμέλεια: Γιάννα Τζιρίτα
Φιλόλογος


Η θεωρία του Δεσμού (Bowlby, 1988) και της Αρκετά Καλής Μητέρας (Winnicott, 1973) είναι ευρέως γνωστή, αλλά μόλις πρόσφατα έγινε αντιληπτή μέσα από ένα πιο ανοικτό, κοινωνικό πλαίσιο και πήρε ενδιαφέρουσες προεκτάσεις.

Ο Bowlby διαμόρφωσε, λοιπόν, τη θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο πρώτος και μοναδικός, για κάποιο διάστημα, Σημαντικός Άλλος στη ζωή του βρέφους είναι η μητέρα και με βάση το δεσμό που θα διαμορφωθεί με αυτήν μπορούμε να προβλέψουμε μεγάλο μέρος της βρεφικής ιδιοσυγκρασίας και της ψυχικής συγκρότησής του. Ο Winnicott καθιέρωσε τον όρο “Good enough mother” περιγράφοντας, ουσιαστικά τα δύο στάδια της εξ ολοκλήρου απορρόφησης της μητέρας από το βρέφος και της σταδιακής απόσχισης τους, η οποία οδηγεί στη δημιουργία ενός υγιούς και αυτόνομου ενήλικα, εμπλεγμένου με τη διάσταση της πραγματικότητας.

Ο Winnicott θεωρεί το ίδιο κρίσιμα και τα δύο στάδια της διαμόρφωσης της αρκετά καλής μητέρας. Πρώτον, το βρέφος βιώνει την πλήρη συγχώνευση με τη μητέρα και βυθισμένο σε αυτή την παραισθησιακή διάσταση πιστεύει ότι η ύπαρξης μιας ανάγκης εντός του αυτόματα οδηγεί και στην ικανοποίηση της. Σε αυτό συντελεί η πλήρης εναρμόνιση της μητέρας με τις ανάγκες του βρέφους και η διαρκής ικανοποίησή τους, άμα τη εμφανίσει τους. Το βρέφος βιώνει τη δυάδα μητέρα-παιδί σαν πλήρη και εκ βαθέων ένωση και δημιουργεί μια αίσθηση ασφάλειας και παντοδυναμίας. Δεύτερον, η μητέρα ξεκινά σταδιακά και για σύντομα χρονικά διαστήματα να μην ανταποκρίνεται στις ανάγκες του βρέφους, δημιουργώντας μικρά διαστήματα ματαίωσης. Το βρέφος βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση να δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα, ότι δηλαδή αυτό και η μητέρα είναι δυο ξεχωριστές οντότητες και η ύπαρξη μιας ανάγκης δε σημαίνει την αυτόματη ικανοποίησή της. Μετά το σύντομο αρνητικό συναίσθημα της απογοήτευσης και του φόβου, το βρέφος μαθαίνει ότι κάποιες φορές χρειάζεται αναμονή, ενώ κάποιες φορές οι ανάγκες του δεν θα ικανοποιηθούν. Δημιουργούμε έτσι τον προθάλαμο για μια αυτόνομη ενήλικη ζωή και έναν αυτάρκη, ενσυναίσθητο και μη ενοχικό ενήλικα.

Αυτά σε πλαίσιο θεωρίας.

Στην πράξη σχεδόν όλες οι μητέρες, σχεδόν όλοι οι γονείς βιώνουν ιδιαίτερα έντονα και ενοχικά τη μετάβαση μεταξύ συγχώνευσης και απόσχισης, σε βαθμό που το αρκετά καλή τις περισσότερες φορές μεταφράζεται ως μη αρκετή. Και αυτό γιατί, όπως τα παιδιά μας, έτσι και εμείς τρέφουμε μέσα μας την ψευδαίσθηση της απόλυτης τελειότητας, της ιδανικής μητέρας/συντρόφου/φίλης. Δε συμβιβαζόμαστε με την αρτιότητα, με την γεμάτη ελαττώματα ανθρώπινη φύση μας και πιστεύουμε αυτιστικά πως εμείς θα μπορέσουμε να κάνουμε το ακατόρθωτο, τη διαφορά και να ανέβουμε στο σκαλί της απόλυτης μητέρας, της τέλειας συντρόφου, της αψεγάδιαστης φίλης.

Πρώτα απ’ όλα, λοιπόν, η έννοια της αρκετά καλής μητέρας είναι ένας αγώνας για την ίδια τη μάνα και έπειτα για το παιδί. Στην ελληνική κοινωνία που τουλάχιστον τις προηγούμενες δεκαετίες έχει συνδέσει τη μητέρα με τη θυσία, το μη θυσιάζεσαι απόλυτα, επώδυνα, για το παιδί σου όλη την ώρα αποτελεί μομφή και ταμπού. Είναι σαν να ‘ναι φυτεμένο στο κεφάλι μας ότι «για να είναι το παιδί μου καλά, πρέπει εγώ να μην είμαι». Αυτό το παράδοξο σχήμα είναι ιδιαίτερα δύσκολο να καταργηθεί, ακριβώς γιατί φέρει μέρος αλήθειας.

Στις πρώτες φάσεις της αλληλεπίδρασης μητέρας-βρέφους η μητέρα οφείλει να είναι τόσο συντονισμένη με τις ανάγκες του μωρού της που χάνει τις δικές της. Βέβαια, εκεί έχουμε ένα μη αυτόνομο και αδύναμο πλάσμα που κρέμεται κυριολεκτικά από τα χέρια του ενήλικα. Στην πορεία, αρκετά σύντομα, το βρέφος δίνει χώρο για τη σταδιακή ικανοποίηση των αναγκών της μητέρας και, μάλιστα, επιδεικνύει αρκετή πλαστικότητα στη ματαίωση που βιώνει. Αυτό, λοιπόν, είναι το πρώτο και πιο σημαντικό βήμα: Η απενοχοποίηση της μη ανταπόκρισης, η άρση των ταμπού του τι εστί καλή γονεϊκότητα και ο διαχωρισμός της αρκετά καλής από τη μη αρκετή. Όταν ματαιώνω κάποιες από τις ανάγκες του παιδιού μου είμαι αρκετά καλή, όταν τις ματαιώνω ή όταν τις ικανοποιώ όλες είμαι μη αρκετή. Είμαι ένας γεμάτος ελαττώματα και ανάγκες ενήλικας και έχω αυταπόδεικτο δικαίωμα στο να απορροφούμαι σε αυτά κάποιες φορές. Και αυτό για να είμαι χορτασμένη και άρα υγιής, χωρίς ενοχικά συμπλέγματα, χωρίς ψευδαισθήσεις παντοδυναμίας. Όντας έτσι δημιουργώ, μέσω μίμησης προτύπου και μέσω βιώματος, τις βάσεις για ένα παιδί που θα μεταβεί σε μια υγιή ενηλικίωση γεμάτη αυτονομία και σχετίζεσθαι.

Η έννοια της αρκετά καλής μητέρας μεταλλάσσεται και μας ακολουθεί σε όλη μας τη ζωή αποτελώντας είτε πρόδρομο είτε συνεχές της μητρότητας. Πασχίζουμε να είμαστε αρκετά καλές σύντροφοι, αρκετά καλές κόρες, αρκετά καλές φίλες, αρκετά καλές θεραπεύτριες. Σε οποιονδήποτε ρόλο έχει ψήγματα μητρότητας, και όπου μητρότητα βάλε φροντίδα, στοργή και αγάπη, το σύμπλεγμα της μη αρκετής-αρκετά καλής είναι εκεί. Ως θεραπευτές, ερχόμαστε ιδιαίτερα έντονα σε επαφή με το ρόλο της παντοδύναμης μητέρας, που καθήκον της είναι να φροντίσει, να γιατρέψει, να σώσει. Ευτυχώς, για εμάς και για τους θεραπευόμενους μας, δεν έχουμε αυτή τη δυνατότητα. Κανέναν δεν μπορούμε να σώσουμε και κανέναν να «χαντακώσουμε». Ο κάθε άνθρωπος έρχεται στη θεραπεία ως αυτόνομο και αυτοδύναμο σύστημα και έχει το προνόμιο της επιλογής. Επιλέγει το τι θα ακούσει, τι θα δεχτεί, τι θα εφαρμόσει και τι όχι. Εμείς βρισκόμαστε απλά απέναντι κάνοντας προτάσεις. Το τι θα γίνει αποδεκτό αποτελεί, εν τέλει και εξ ολοκλήρου, ευθύνη του πελάτη. Και αυτό είναι το πιο σημαντικό κομμάτι της θεραπευτικής σχέσης. Η ανταλλαγή στο εδώ και στο τώρα προτάσεων, σκέψεων και συναισθημάτων που φέρουν το βάρος της επιλογής και της ευθύνης του ίδιου του ατόμου. Μέσα από αυτό το πλαίσιο γίνεται εφικτή και η διεργασία παρελθουσών σχέσεων και βιωμάτων με τις ίδιες συντεταγμένες.

Για το τέλος, ας γίνουμε πιο προκλητικοί: Τι θα γίνει αν κάπου, σε κάποιο ρόλο ή σε κάποια ιδιότητα μας είμαστε μη αρκετοί; Τι θα γίνει αν ο χειρότερες φόβος μας γίνει πραγματικότητα; Η ανακουφιστική απάντηση είναι, τίποτα! Τίποτα δε θα γίνει αν δεν είσαι αρκετή θεραπεύτρια, φίλη, κόρη, σύντροφος, μητέρα. Και αυτό γιατί το άλλο μέρος, ο θεραπευόμενος, ο φίλος, ο γονέας, ο σύντροφος, το παιδί θα κάνουν αυτό που ξέρουν καλύτερα: Θα αντιδράσουν. Από την αντίδραση προπορεύεται και έπεται δράση. Ο θεραπευόμενος θα εκδηλώσει τη δυσαρέσκεια του, ο φίλος το ίδιο, ο γονέας τη ματαίωση του, ο σύντροφος θα πάρει τις αποστάσεις του και το παιδί το ίδιο. Και το μπαλάκι θα ξαναγυρίσει σε εμάς, θα έχουμε την επιλογή είτε να παραμείνουμε μη αρκετοί, είτε να γίνουμε αρκετά καλοί.

Έχω δύο πόρτες μπροστά μου, λοιπόν, ανά πάσα στιγμή. Την πόρτα της ενοχής, του φόβου, της κρίσης, της ψευδαίσθησης της τελειότητας και την πόρτα της επιλογής, της αμοιβαιότητας, της προσωπικής ανάπτυξης, της ευκαιρίας. Και μόνο μου εφόδιο σε αυτό το οδυνηρό και διαρκές δίλλημα είναι η επιλογή και η ευθύνη.

Είμαστε αρκετά καλές, όντας κάποιες φορές μη αρκετές και γινόμαστε μη αρκετές πασχίζοντας να είμαστε μόνιμα καλές.


                                                        Προτεινόμενη βιβλιογραφία:

Bowlby, J. (1988). A secure base: Parent-child attachment and healthy human development. New York: Basic Books INC.

Kathy Steele, Suzette Boon, & Onno van der Hart, Treating-Trauma Related Dissociation, (2017). New York: W.W. Norton & Company.

Winnicott, D. W. (1973). The Child, the Family, and the Outside World. UK: Penguin Books.

Winnicott DW. (1953). Transitional objects and transitional phenomena; a study of the first not-me possession. International Journal of Psychoanalysis, 34(2):89–97.