Άρθρο: Τάσος Δαφνομήλης
Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας και Συνθετικής Προσέγγισης

Επιμέλεια: Ροδοθέα Αμπανάβα
Φιλόλογος – Γλωσσολόγος


Λίγο – πολύ, οι περισσότεροι από εμάς έχουμε ακούσει ή ακόμη έχουμε βιώσει το έντονο δέσιμο με κάποιους ανθρώπους. Εξάλλου σχεδόν όλοι μας, όταν ήμασταν βρέφη και θηλάζαμε, ήμασταν απόλυτα εξαρτημένοι από την τροφό μας. Το βρέφος τους πρώτους έξι μήνες δεν μπορεί να διαχωρίσει τον εαυτό του από την τροφό του, μετά από αυτό το χρονικό πέρασμα αρχίζει και διαφοροποιείται. Αυτή βέβαια είναι μία αναγκαία και απόλυτα υγιής προσκόλληση που συμβάλλει στην εξέλιξη του ατόμου.Τι γίνεται όμως όταν αυτή η κατάσταση εμφανίζεται στους ενήλικες;
Συνήθως στην ερωτική σχέση συναντάμε αυτή την κατάσταση, όχι με την μορφή που προανέφερα αλλά με μία διαφορετική. Η συνθήκη αυτή ονομάζεται συγχώνευση. Σηματοδοτείται κυρίως από συμπεριφορές και εκφράσεις του τύπου: «είμαστε πολύ δεμένοι μεταξύ μας», «πάμε παντού μαζί», «δεν μπορώ, δεν αντέχω τη ζωή χωρίς τον/την…», «δεν έχουμε χωρίσει ποτέ μέχρι στιγμής, όπου πάει πάω».Συμπεριφορικά εκδηλώνεται με το έντονο άγχος αποχωρισμού, πιο συγκεκριμένα όταν ο ένας σύντροφος αποστασιοποιείται για κάποιο λόγο, ο/η άλλος αρχίζει και βιώνει ένα έντονος άγχος που πολλές φορές κουκουλώνεται με το θυμό ή την ζήλεια.
Εκτός βέβαια από την ερωτική σχέση που τα δυναμικά είναι πιο φορτισμένα από κάθε άλλη σχέση, τη συγχώνευση τη συναντάμε και στα σύνολα. Εκεί είναι πιο μπερδεμένες οι σχέσεις, σαν ένα κουβάρι. Αν κάνετε τον κόπο και φέρετε στη φαντασία σας την εικόνα ενός κουβαριού θα παρατηρήσετε ότι το νήμα είναι τόσο μπλεγμένο μεταξύ του με τέτοιο τρόπο που φαντάζει σαν γόρδιος δεσμός. Αυτό γιατί ένα νήμα καθώς τυλίγεται, μπερδεύεται, ανακατώνεται δεν διαφοροποιείται, ακριβώς το ίδιο συμβαίνει και στην συγχώνευση. Τα συναισθήματα, τα όρια, οι σκέψεις δεν διαφοροποιούνται και αυτό με τη σειρά του σημαίνει ότι το κάθε τι από τα προηγούμενα δεν έχει το δικό του χώρο. Δίνω χώρο σημαίνει αγάπη, επιτρέπω στον/στην άλλον να υπάρχει όπως είναι. Η συγχώνευση στην πραγματικότητα είναι η προσωποποίηση της συνεξάρτησης, το αντίθετο της αγάπης και της ελευθερίας, δεν επιτρέπει την εξέλιξη και προάγει την καθήλωση.
Σε αυτό το σημείο αξίζει να υπενθυμίσω ότι κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, τρεις κύριες ιδέες ετύγχαναν γενικής αποδοχής σχετικά με τον όχλο (Moscovici 1981):<<Ο όχλος δεν είναι κοινωνικός και αποτελείται από αντικοινωνικά άτομα: είναι αποτέλεσμα της διαρκούς ή προσωρινής αποσύνθεσης της κοινωνίας.>>, <<Ο όχλος είναι τρελός: είναι ένα εξοργισμένο πλήθος σε κατάσταση παραληρήματος που εκφράζει το πάθος και το μίσος.>> και <<Ο όχλος είναι εγκληματικός: ενσαρκώνει τη βία που ξεσπάει χωρίς προφανή αιτία.>>.
Ο Gustave Le Bon αναιρεί αυτά τα τρία επιχειρήματα και θεωρεί ότι ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του όχλου συνιστάται στη συγχώνευση των ατόμων σε μία κοινή σκέψη. Αυτή η συγχώνευση μειώνει τις διαφορές ανάμεσα στα άτομα και υποβαθμίζει τις νοητικές ικανότητες. Κατά τον Le Bon, οι ίδιοι οι συλλογικοί μηχανισμοί κατευθύνουν μία διαδήλωση, μία συνεδρίαση της Βουλής ή ακόμη τη ζωή μιας μικρής ομάδας. Κάθε άτομο που ενσωματώνεται σε μία ομάδα, υφίσταται ψυχικές μεταβολές ανάλογες με εκείνες που υφίσταται ένα άτομο που βρίσκεται σε ύπνωση. Η αυταπάτη αυτή ως στόχο έχει την αντικατάσταση της ταυτότητας του ατόμου από μία ομαδική ταυτότητα, κατά τέτοιο τρόπο ώστε όλα τα άτομα να αποδεικνύονται όμοια. Οι συνθήκες που συμβάλλουν στη δημιουργία της συλλογικής αυταπάτης είναι οι παρακάτω. Η δημιουργία ενός “αποδιοπομπαίου τράγου” που επιτρέπει στην ομάδα να μεταθέτει-προβάλλει την εσωτερική επιθετικότητα σε ένα στοιχείο εξωτερικό, με αποτέλεσμα αυτή να βιώνεται ως μη συγκρουσιακή. Επίσης, η άρνηση της σεξουαλικότητας και των εκδηλώσεων της. Όλα αυτά σε μία ιδεολογία εξισωτική, η οποία αντιστοιχεί στο σχέδιο ισοπέδωσης των διαπροσωπικών διαφορών.
Με τον τρόπο αυτό, οι ομάδες εξαιτίας της εμπλοκής τους στην ομαδική αυταπάτη προσεγγίζουν με δυσκολία την εμπειρία της αποψευδαισθητοποίησης η οποία προκαλεί ένα συναίσθημα εγκατάλειψης. Αργότερα, η ρήση του Γιάλομ συναντά τον le Bon καθώς υποστηρίζει ότι: «ο συγχωνευμένος άνθρωπος δεν αυτοπαρατηρείται, αντίθετα το μοναχικό ”εγώ” αυτοπαρατηρείται».
Για να συνοψίσουμε η τάση για συγχώνευση προάγει την απουσία του εγώ, της πρωτοβουλίας, της εξέλιξης, της ευθύνης, της ελευθερίας. Προάγει την αυθεντικότητα, την έκφραση και συμβάλλει στην διαιώνιση του μίσους, του φόβου, της καθήλωσης, της υποταγής και σε τελική ανάλυση της ψυχοπαθολογίας.


Προτεινόμενη Βιβλιογραφία:

Alain Blanchet – Alain Trognon <<Ψυχολογία ομάδων>>, εκδόσεις Σαββάλας