Κείμενο: Άννα Ζανιδάκη
Συγγραφέας

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Πόσα άτομα ανάμεσά μας μπορούν να καταφέρουν και να διακριθούν για μια κάποια ανωτερότητα συμπεριφοράς, για μια θέση αμέτοχη και αποστασιοποιημένη εν μέσω ταραχών και τρικυμιών,τρόπων απόδειξης και ανάδειξης του άδικου και του σκόπιμου;

Πόσες φορές δεν αναρωτηθήκαμε αν πράξαμε σωστά ή όχι απέναντι σε διάφορες καταστάσεις, σύμφωνα με τις στάσεις που κρατήσαμε, τις αποφάσεις που πήραμε, ακόμα και με τις διενέξεις που ίσως προηγήθηκαν και κρατήσαμε ουδέτερη στάση;

Πόσα, άραγε, «δεν πειράζει», «ας είναι», «θα πρέπει να αναλογιστούμε», ώστε να καταφέρουμε να φέρουμε εις πέρας τη δική μας αποστολή, ώστε να δείξουμε υπεράνω, μακριά από μικροψυχίες και μικρότητες συμπεριφοράς;

Γιατί να μην μπορούμε να θέσουμε εμείς τα όρια και τα περιθώρια στους εαυτούς μας, ώστε να μην καταλήγουμε να διαπραγματευόμαστε μόνοι μας με τον εγωισμό μας και την προσωπική μας αναφορά σε κάθε τι που μας αφορά;

Ίσως αν ξέραμε, αν μαθαίναμε ή αν θέλαμε από μόνοι μας να διατηρήσουμε χαμηλούς τόνους ευπρέπειας, ευγένειας αλλά κυρίως όχι πρόκλησης, θα ήταν ό,τι το καλύτερο και για τη δική μας ψυχή.

Επιτρέψτε μου αυτούς τους προβληματισμούς να τους θέσω περνώντας τον δικό μου μικρό Γολγοθά αλλά παρόλαυτα, αυτή η ανηφόρα με σκέψη κι επίσκεψη διαφόρων συλλογισμών, εγωιστικών ή εγωκεντρικών αναφορών, αν θα ‘ναι για το καλό μου, για το όφελός μου… θα δείξει.

Το μόνο που θέλω να αναφέρω και να επισημάνω είναι πως μόνο με ηρεμία, ασφάλεια σκέψης και ψυχής είμαστε ικανοί να μην μπούμε στο τρυπάκι της εκδίκησης, παρά να καταφέρουμε να ησυχάσουμε και να καταλαγιάσουμε αυτό το θηρίο που μεγαλώσαμε, αναθρέψαμε και συντηρήσαμε τόσο καιρό, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά το εγώ μας, το εγωκεντρικό σύστημα που απομυθοποιεί τον άλλο, μα συνάμα ρίχνει και το δικό μας το επίπεδο.

Θα μου πείτε, προκαλούν κάποιοι κι έτσι είναι υπαίτιοι και άξιοι της μοίρας τους. Το τι ακούνε ή βλέπουν, ακόμα και το τι μέλλει γενέσθαι να αντιμετωπίσουν και να κληθούν να το περάσουν και να το ξεπεράσουν, ακόμα και να γίνουν ένα μ’ αυτό, δεν το ξέρει κανείς.

Υπεράνω κίνηση, υπεράνω σκέψη, υπεράνω στάση ζωής;

Άραγε μπορούμε να απεγκλωβίσουμε τον εαυτό μας απ’ τα κακώς ως τώρα κείμενα και να μείνουμε σε εκείνα τα καλά, τα ευχάριστα, αυτά που δώσαν νόημα και ουσία στη μέχρι τώρα ζωή μας, δώσανε αξία και υπεροχή στα ως τώρα γεγονότα και διαπραγματευόμενα θέλω μας και πρέπει τους;

Ποιος θα βρεθεί να δείξει αυτόν το δρόμο, τον ήρεμο, τον γαλήνιο, τον διαχειρίσιμο και ποτέ παρορμητικό, πολέμιο και εχθρικό;

Ποια να είναι η τελική απόφαση και στάση ζωής, ώστε τα αθώα μέλη μιας δυσμενέστατης διένεξης να μη γίνονται αυτόπτεις μάρτυρες ενδοοικογενειακών βίαιων λεκτικών και σωματικών συμπεριφορών, εσωκλείοντας βία στυγνή και ποτέ απαλλακτική και δικαιολογημένη;

Τι να γράψω, τι να πω, τι να καταγράψω και κατά πόσο να μη νιώσω υπεύθυνη σε ό,τι μου αναλογεί και με αφορά, σε ό,τι καταλογίζω εγώ στον εαυτό μου, που σκληρότατη κριτής πολλές φορές τον έθεσα σε κοινή θέα με μόνο σκοπό την εξάλειψη θεμάτων, προστριβών και συνεχών διαμαχών και επιπλήξεων μέσα σε μια εστία που θέλαμε να την ονομάσουμε οικογένεια;