Άρθρο: Βιβή Κατσαρού
Διαιτολόγος – Διατροφολόγος, Ψυχολόγος

Επιμέλεια: Ροδοθέα Αμπανάβα
Φιλόλογος – Γλωσσολόγος


Οι διατροφικές διαταραχές ορίζονται ως διαταραγμένες διατροφικές συνήθειες κατά τις οποίες η πρόσληψη τροφής είναι είτε υπερβολική είτε ανεπαρκής. Με βάση την πέμπτη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών (DSM-V), οι πιο συχνές μορφές διατροφικών διαταραχών είναι η νευρική βουλιμία, η νευρική ανορεξία και η διαταραχή της υπερφαγίας. Έχοντας υπόψη ότι έως και το 90% των ατόμων με διατροφική διαταραχή δεν κάνει θεραπεία, διότι δεν την αναζητά, φαίνεται πως πολλοί άνθρωποι γύρω μας υποφέρουν κρυφά. Η αιτία αυτού είναι ότι οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν ότι πάσχουν από τη διαταραχή, καθώς αρνούνται να παραδεχτούν το πρόβλημα (Sharan & Sundar, 2015).

Ίσως κάποιοι να πάσχουν από διατροφική διαταραχή, να επιθυμούν να απευθυνθούν σε κάποιον ειδικό, αλλά να διστάζουν. Ένας από τους λόγους μπορεί να είναι ο φόβος, διότι δεν γνωρίζουν τί περιλαμβάνει η θεραπεία. Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει μία συγκεκριμένη θεραπεία. Η διαχείριση των διατροφικών διαταραχών εξαρτάται από τη σοβαρότητα της διαταραχής. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ιατρική, διατροφική, εκπαιδευτική, ψυχοθεραπευτική, συμπεριφορική και φαρμακολογική προσέγγιση ή συνήθως συνδυασμός αυτών. Οποιοδήποτε πλάνο θεραπείας επιλεχθεί από έναν ή περισσότερους ειδικούς που θα αναλάβουν το περιστατικό, πρέπει να έχει ορισμένους βασικούς στόχους, ωστόσο όχι απαραίτητα με τη σειρά που περιγράφονται παρακάτω.

Πρώτος στόχος για το άτομο που υποφέρει, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για τη νευρική ανορεξία, είναι να αποκτήσει και στη συνέχεια να διατηρήσει ένα φυσιολογικό, υγιές και σταθερό σωματικό βάρος. Το ποιό θα είναι αυτό, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Ιδανικά θα το κατατάσσει μέσα στα φυσιολογικά όρια ή θα τα πλησιάζει, διότι εκεί το άτομο θα έχει την καλύτερη δυνατή υγεία και τις λιγότερες πιθανότητες να αποκτήσει σωματικά προβλήματα που σχετίζονται με ένα υπερβολικά χαμηλό ή υψηλό βάρος. Δεύτερος στόχος της θεραπείας είναι να σταματήσει όλες τις μη φυσιολογικές διατροφικές συμπεριφορές του όπως για παράδειγμα το να περιορίζει υπερβολικά τη λήψη τροφής ή το να κάνει υπερφαγικά επεισόδια, το να προκαλεί έμετο ή άλλες συμπεριφορές όπως η γυμναστική με καταναγκαστικό τρόπο. Τρίτος στόχος είναι να καταρρίψει τις βασικές υπερτιμημένες πεποιθήσεις που έχει καθώς και τα ανθυγιεινά γνωστικά του σχήματα, που διατηρούν και ενισχύουν τη διατροφική διαταραχή. Αυτά είναι ανάγκη να αντικατασταθούν από μια υγιή, ισορροπημένη άποψη για τον εαυτό του, που δεν εξαρτάται πρωταρχικά από το βάρος ή το σχήμα του σώματος. Επιπλέον, οφείλει να αποκτήσει την ικανότητα για συναισθηματικό και συμπεριφορικό αυτοέλεγχο. Τέταρτο και τελευταίο στόχο αποτελεί η διαχείριση της συννοσηρότητας, πιο αναλυτικά των άλλων ψυχιατρικών και ιατρικών προβλημάτων που τυχόν συνυπάρχουν με τη διατροφική διαταραχή (Kring, Davison, Neale & Johnson, 2010).

Τέλος, σημαντικό κομμάτι της θεραπείας αποτελεί και ο σχεδιασμός της πρόληψης υποτροπής για περίπου πέντε έτη μετά την αρχική βελτίωση.Αξίζει να θυμόμαστε ότι όσο πιο νωρίς απευθυνθεί ο πάσχων στον ειδικό (ψυχολόγο, ψυχίατρο, διατροφολόγο, παθολόγο), τόσο πιο αποτελεσματική θα είναι η θεραπεία του.


Βιβλιογραφικές αναφορές

Kring, Α., Davison, G., Neale, J., Johnson, S. (2010). Διαταραχές πρόσληψης τροφής. Στο Ψυχοπαθολογία (pp.412-451). Αθήνα: Gutenberg

Sharan, P., & Sundar, A. S. (2015). Eating disorders in women. Indian journal of psychiatry, 57(Suppl 2), 286-295