Άρθρο: Δεδικούση Αλεξάνδρα, Ψυχολόγος

   M.Sc. Σχολικής-Εξελικτικής Ψυχολογίας

                                                                                                              Επιμέλεια Κειμένου: Τζιρίτα Γιάννα

                                                                                                              Φιλόλογος

 


 

Ο Walter Bradford Cannon τη δεκαετία του 1900 ήταν ο πρώτος που εντόπισε και όρισε το μηχανισμό της Πάλης ή Φυγής (Fight or Flight Response), αρχικά στα ζώα που έρχονταν αντιμέτωπα με συνθήκες που απειλούσαν τη ζωή τους. Το παραπάνω φαινόμενο αποτελεί μια αντίδραση της φυσιολογίας του οργανισμού μπροστά σε μια επίθεση ή απειλή και εκφράζεται, αρχικά, μέσα από αλλαγές στη λειτουργία του συμπαθητικού νευρικού συστήματος. Με την έκκριση ορμονών όπως τα οιστρογόνα, η κορτιζόλη, η τεστοστερόνη, η ντοπαμίνη και η σεροτονίνη, ο οργανισμός προετοιμάζεται για την απειλή με αυξημένο καρδιακό ρυθμό, απώλεια της περιφερειακής οράσεως, αυξημένη ροή αίματος, τρέμουλο ή μυϊκή τάση, διεσταλμένες κόρες οφθαλμών, ξηροστομία, μειωμένη ικανότητα χώνεψης και απώλεια ακοής.
Το παραπάνω φαινόμενο στην πορεία των ετών εξερευνήθηκε και αναφορικά με την ανθρώπινη φυσιολογία και φάνηκε να έχει πανομοιότυπο μηχανισμό. Έχουμε, λοιπόν, τον άνθρωπο που αντιμέτωπος με μια αρκούδα οφείλει να αποφασίσει εάν θα παλέψει μαζί της ή θα τρέξει μακριά και, στην πορεία, τον άνθρωπο που αντιμετωπίζοντας τις στρεσογόνες συνθήκες μια εξέτασης σκέφτεται να προσπαθήσει να τα καταφέρει σε αυτήν ή να τα παρατήσει.

Σημαντικές διαστάσεις στην παραπάνω αντίδραση αποτελούν η γνωστική αντίληψη και ερμηνεία της εκάστοτε κατάστασης καθώς και το ψυχικό βίωμα και οι συναισθηματικές αποκρίσεις. Συγκεκριμένα, οι γνωστικοί άξονες που διέπουν μια αντίδραση Πάλης ή Φυγής φαίνεται να είναι ευρέως αρνητικοί: το άτομο τείνει να αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή στα αρνητικά ερεθίσματα και να ερμηνεύει αμφιλεγόμενες καταστάσεις ως αρνητικές. Σημαντική διάσταση είναι η αντίληψη του ελέγχου που έχει το άτομο σε μια τέτοια συγκυρία. Η υποτίμηση ή υπερτίμηση του αντιλαμβανόμενου ελέγχου επηρεάζει κατά πολύ την αντίδρασή του. Επιπλέον, η επεξεργασία των κοινωνικών πληροφορίων της συνθήκης συντελεί στην τελική επιλογή του ατόμου, καθώς η ερμηνεία ενός κοινωνικού πλαισίου ως εχθρικό υπαγορεύει συγκεκριμένη δράση. Αναφορικά με το ψυχικό βίωμα και το συναίσθημα, αυτό μπορεί να ποικίλλει ανάμεσα σε αίσθημα αβοηθησίας, απελπισίας, φόβου και άγχους. Στο σύγχρονο κόσμο, η αντίδραση Πάλεψε ή Φύγε αφορά ουσιαστικά το συναίσθημα του φόβου και, επομένως, το συναίσθημα του άγχους. Αποτελεί τη μήτρα εντός της οποίας κυοφορείται η γενικευμένη αίσθηση άγχους, αλλά και οι συγκεκριμένες αγχώδεις διαταραχές.

Ας αναλύσουμε ξεχωριστά τις δύο διαστάσεις. Για αρχή, υπάρχει η επιλογή του «Πάλεψε». Πάλεψε να σκοτώσεις την αρκούδα για να μην σε σκοτώσει ή για να έχεις φαγητό εσύ και η οικογένεια σου, πάλεψε να πετύχεις στο τεστ για να βγάλεις καλό γενικό, πάλεψε να είσαι συγκεντρωμένος και σωστός στη δουλειά σου για να μην τη χάσεις και άρα να επιβιώσεις, πάλεψε να ανταπεξέλθεις στη στρεσογόνα πραγματικότητα για να θεωρείσαι λειτουργικός.
Υπάρχει πάντα φυσικά και η επιλογή του «Φύγε». Τρέξε μακριά από την αρκούδα για να ζήσεις, απέφυγε το τεστ για να μη βιώσεις την πιθανή αποτυχία, παραιτήσου από τη δουλειά που σε αγχώνει τόσο, αποσύρσου από την αγχωτική ζωή σου μήπως και βρεις την ηρεμία σου.
Με μια πρώτη ματιά η επιλογή του Πάλεψε φαίνεται η σωστή και του Φύγε η λανθασμένη. Εδώ ξεκινά μια μεγάλη συζήτηση αναφορικά με τις υπαρξιακές προεκτάσεις των δύο επιλογών, των δυο ενστίκτων. Και αυτό γιατί υπάρχει πλέον μια άλλη διάσταση, η διάσταση της ερμηνείας του λόγου που επιλέγω ό,τι επιλέγω εν τέλει. Τι σημαίνει για μένα να παλέψω και να πετύχω στο τεστ; Τι προσδοκίες έχω στηρίξει πάνω σε αυτήν την επιτυχία; Μήπως πασχίζω να ικανοποιήσω και άλλους με αυτήν μου την επιλογή; Η ικανοποίηση αυτών των άλλων είναι κάτι που πραγματικά επιθυμώ και γιατί; Τι κόστος εν τέλει θα έχει η επιτυχία μου;

Εάν πάλι φύγω, αν τρέξω μακριά από την αρκούδα, αν το παίξω άρρωστος και αποφύγω το τεστ, αν παραιτηθώ από τη δουλειά που με τόσο κόπο απέκτησα, τι θα χάσω ουσιαστικά; Πως θα με ερμηνεύσω και, φυσικά, πως θα με ερμηνεύσουν οι άλλοι; Ποιού ερμηνεία μετράει πιο πολύ; Τι επιλογές έχω εάν φύγω; Τι άλλο μπορώ να κάνω; Τι κέρδος εν τέλει θα έχει η αποτυχία μου;

Αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι ο γενναίος εάν δεν επιλέξει τη γενναιότητα για ουσιαστικό δικό του όφελος μπορεί να είναι τελικά δειλός αναφορικά με τον εαυτό του και ο δειλός εάν επιλέξει τη δειλία για τους άλλους μπορεί να κάνει κάτι πολύ γενναίο για τον ίδιο.

Σε μια κοινωνία στην οποία η μάχη φαντάζει η μόνη οδός, καμιά φορά στερούμαστε την επιλογή του τι θέλουμε να πράξουμε. Αφήνουμε τον εγκέφαλο μας να μουλιάσει σε ιδανικά, πρότυπα και ιδεώδη που ίσως δεν μας αντιπροσωπεύουν και παλεύουμε σε μάχες άλλων για να πάρουμε μετάλλια που δεν θα φορέσουμε ποτέ γιατί απλά δεν είναι του γούστου μας.

Σε μια κοινωνία που η φυγή αποτελεί μομφή, γιατί αυτόματα κάποια κοινωνική νόρμα ή σύμβαση απορρίπτει, ο φόβος του εξοστρακισμού από το σύστημα επισκιάζει το φόβο αποτυχίας στη συγκεκριμένη συνθήκη. Δε μιλούμε πια για επιβίωση ατομική, αλλά για ένταξη στο σύνολο. Και καθόλου κακή δεν είναι η ένταξη, εάν όντως την επιθυμούμε.

Πριν αποφασίσουμε εάν επιθυμούμε να παλέψουμε ή να φύγουμε, ας επικεντρωθούμε στη διάσταση της επιθυμίας, στη σπηλιά του Εγώ. Μόνο ένα άρτιο και χορτασμένο Εγώ είναι σε θέση να σταθεί, να συμβάλει και να προσφέρει στη δημιουργία ενός άρτιου Εμείς.


 

                                                        Προτεινόμενη βιβλιογραφία

Walter Bradford Cannon (1915). Bodily Changes in Pain, Hunger, Fear and Rage: An Account of Recent Researches into the Function of Emotional Excitement. Appleton-Century-Crofts.
Cannon, Walter (1932). Wisdom of the Body. United States: W.W. Norton & Company. ISBN 0393002055.
Walter Bradford Cannon (1929). Bodily changes in pain, hunger, fear, and rage. New York: Appleton-Century-Crofts.