Άρθρο: Φωτεινή Μαυρογιώργη,
Ψυχολόγος

Επιμέλεια: Μαρία Σουρτζή,
Φιλόλογος


Συμπτώσεις συμβαίνουν συχνά στην καθημερινή ζωή όλων των ανθρώπων. Πολλές φορές τυχαίνει να σκεφτόμαστε έναν φίλο τον οποίο έχουμε μήνες ή χρόνια να συναντήσουμε και ξαφνικά χτυπά το τηλέφωνο και είναι αυτός. Τυχαίνει να σιγοτραγουδάμε ένα τραγούδι και ανοίγοντας το ραδιόφωνο το ακούμε να παίζει. Πρόκειται για τύχη ή για δυνάμεις που ακόμη δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε; Μήπως τελικά εμείς οι ίδιοι καθορίζουμε τις συμπτώσεις στη ζωή μας;

Αυτό που γνωρίζουμε από την έρευνα για τις συμπτώσεις είναι ότι η συχνότητα εμφάνισής τους  δεν προβλέπεται από το φύλο, την ηλικία και το επάγγελμα. Αυτό σημαίνει ότι όλοι μας έχουμε συναντήσει πολλές συμπτώσεις και θα συνεχίσουμε να συναντούμε συνεχώς καθώς προχωράμε στη ζωή. Παρά το γεγονός ότι η αντίληψη των συμπτώσεων δεν περιορίζεται σε κάποια συγκεκριμένη ομάδα, ο βαθμός στον οποίο ένα άτομο διαβλέπει κάποιο νόημα σε τέτοιες εκδηλώσεις διαφέρει ανάλογα με το μορφωτικό επίπεδο. Για παράδειγμα, η Susan Jane Blackmore στο Πανεπιστήμιο του Plymouth και οι συνεργάτες της έδειξαν ότι οι άνθρωποι που κατέχουν ισχυρές πεποιθήσεις για τα παραφυσικά φαινόμενα τείνουν να μην έχουν καλές επιδόσεις στα τεστ πιθανοτικής συλλογιστικής ή δημιουργίας και εντοπισμού τυχαιότητας σε σειρές αριθμών. Επίσης μία μελέτη του 2014 από τους Robert Brotherton και Christopher French στο Goldsmiths University του Λονδίνου έδειξε ότι οι άνθρωποι που πιστεύουν έντονα σε θεωρίες συνωμοσίας έχουν την τάση να κάνουν περισσότερα λάθη στην κατανόηση των στατιστικών εννοιών. Αυτά τα άτομα είναι πιο πιθανό να εντοπίσουν νόημα σε ιδιόμορφα σπάνια γεγονότα, επειδή δεν συνειδητοποιούν ότι οι νόμοι των μαθηματικών θα μπορούσαν να προβλέψουν την εμφάνισή τους.

Συγχρονικότητα

Μία απάντηση στο φαινόμενο των συμπτώσεων φαίνεται ότι δίνει η έννοια της συγχρονικότητας. Ο όρος αυτός επινοήθηκε από τον Ελβετό ψυχίατρο Carl Jung, ο οποίος πίστευε σε ένα σύνολο παραφυσικών φαινομένων, συμπεριλαμβανομένων των ψυχικών δυνάμεων, της αστρολογίας, της αλχημείας, των προβλεπτικών ονείρων, των UFO και της τηλεκίνησης. Ο Jung επίσης είχε εμμονή με την αριθμολογία θεωρώντας ότι ορισμένοι αριθμοί έχουν ιδιαίτερη κοσμική σημασία και μπορούν να προβλέψουν σημαντικά γεγονότα της ζωής. Γενικά πίστευε ότι τα πάντα στο σύμπαν είναι στενά συνδεδεμένα και πρότεινε ότι πρέπει να υπάρχει ένα συλλογικό ασυνείδητο της ανθρωπότητας. Αυτό σήμαινε ότι τα γεγονότα που συμβαίνουν σε όλο τον κόσμο την ίδια στιγμή πρέπει να είναι συνδεδεμένα με κάποιον άγνωστο τρόπο.

Ο Arthur I. Miller στο βιβλίο του, 37: Jung, Pauli, and the Pursuit of a Scientific Obsession Obsession, δίνει ένα παράδειγμα συγχρονικότητας. Μία από τις ασθενείς του, είπε στον Jung ότι, όταν η μητέρα και η γιαγιά της πέθαναν, σε καθένα από τα δύο συμβάντα ένα σμήνος πουλιών συγκεντρώθηκε έξω από το παράθυρο του δωματίου της. Ο σύζυγος της γυναίκας, ο οποίος είχε συμπτώματα καρδιακών προβλημάτων, πήγε να συμβουλευτεί ένα γιατρό και καθώς γύριζε σπίτι, ο άντρας της κατέρρευσε στο δρόμο. Λίγα λεπτά αφότου είχε φύγει για να επισκεφτεί τον γιατρό, ένα μεγάλο σμήνος πουλιών εμφανίστηκε ξανά στο σπίτι της. Η σύζυγός του το αναγνώρισε αμέσως ως σημάδι του επικείμενου θανάτου του. Σε μία άλλη περίπτωση, καθώς μια νεαρή ασθενής του περιέγραφε ένα όνειρό της, στο οποίο της δινόταν ένας χρυσός σκαραβαίος, ένα έντομο μπήκε στο σκοτεινό δωμάτιο. Όταν το έπιασε ο Jung διαπίστωσε ότι ήταν ένα σκαραβοειδές σκαθάρι, ό,τι πιο κοντινό σε χρυσό σκαραβαίο θα μπορούσε να υπάρξει στην περιοχή. Ποιος άραγε προκάλεσε τη σύμπτωση; Ο Jung ή η ασθενής του; Ο ψυχαναλυτής Nandor Fodor παρατήρησε πάντως ότι η ασθενής είχε μια υπερβολικά ορθολογική συμπεριφορά που την έκανε ψυχολογικά απρόσιτη. Μετά την εμφάνιση του σκαραβαίου η συμπεριφορά της βελτιώθηκε και οι συνεδρίες έγιναν πιο αποδοτικές.

Η εμφάνιση της συγχρονικότητας είναι το αποτέλεσμα ενός πολύ γνωστού ψυχολογικού φαινομένου που ονομάζεται προκατάληψη επιβεβαίωσης, σύμφωνα με το οποίο μπορούμε πολύ πιο εύκολα να αντιλαμβανόμαστε και να απομνημονεύουμε τα πράγματα που επιβεβαιώνουν τις πεποιθήσεις μας από εκείνα που δεν τα επιβεβαιώνουν. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει τη δυνατότητα να κάνει συνδέσεις και να αντιλαμβάνεται σχέδια σε ασαφή ερεθίσματα και τυχαία μοτίβα. Αν η ασθενής του Jung, στην πρώτη περίπτωση, κατέληγε να πιστεύει ότι ένα σμήνος πουλιών σήμαινε ότι ο θάνατος ήταν επικείμενος, θα άρχιζε να παρατηρεί σμήνη πουλιών και να θυμάται τις περιόδους που συνέπεσαν με το θάνατο ενός αγαπημένου προσώπου. Αλλά είναι πολύ πιθανό ότι δε θα θυμόταν τις αμέτρητες φορές όπου αυτά εμφανίστηκαν πάνω από ανθρώπους που έζησαν για πολλά χρόνια, ακόμα και δεκαετίες. Αυτό είναι το αποτέλεσμα συνηθισμένων –στην ανθρώπινη φύση– προκαταλήψεων αντίληψης και μνήμης και όχι κάποιας μυστηριώδους κοσμικής συγχρονικότητας. Επομένως μπορεί εύκολα να καταλάβει κανείς γιατί η έννοια της συγχρονικότητας έχει μεγάλη απήχηση στον κόσμο. Παρέχει νόημα και σκοπό σε ένα –κατά τ’ άλλα– τυχαίο σύμπαν.

 


Προτεινόμενη βιβλιογραφία:

Jung, C. G. – Hull, R. F. C., (2010). Synchronicity: An Acausal Connecting Principle. (From Vol. 8. of the Collected Works of C. G. Jung) (Jung Extracts). Princeton University Press.