Ποίημα: Άννα Μαρία Αλκυόνη
Φοιτήτρια Φ.Π.Ψ.

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Οι ήχοι από τα χαλασμένα αμορτισέρ δεν σε άφηναν να κοιμηθείς.
Τα παιδιά στην πλατεία φωνάζουν ποιος θα πετάξει την μπάλα πρώτος στον αντίπαλο.
Η ώρα: Κάποιο μεσημέρι του θέρους.
Παρέα σου: Καμιά.
Τα μάτια σου ανοιχτά – το σώμα νεκρωμένο.
Η δύναμη της αδράνειας είναι ισχυρά καθηλωτική και τα σκοτάδια πρωτοαντίκριστα.
Τα χείλη σταθερά ακίνητα. Δειλά να αποχωριστούν την ατσαλάκωτη μορφή τους.

Η ώρα: Κάποια μεσάνυχτα χειμώνα και τα μάτια κλειστά.
Ήχος: Κανένας.
Τα αμορτισέρ κατέληξαν σε μια μάντρα αχρήστων.
Τα παιδιά τα ζάλισε ο ήλιος.
Βρήκες πάλι τον αιώνιο ύπνο σου και τα χείλη σου την πρώτη τους καμπύλη.