Κείμενο: Άννα Ζανιδάκη
Συγγραφέας

Επιμέλεια: Στέλλα Πυρένη
Φιλόλογος


Τα περιθώρια ανέκαθεν ήταν λίγα, ανέκαθεν έπρεπε να μη χορηγηθεί τέτοια άφεση αμαρτιών, ώστε να καταλαβαίνουν όλοι πως για να στηριχτεί και να βασιστεί μια σχέση, ένας γάμος, μια συμβίωση θα ‘πρεπε χωρίς να πολυλογώ να βασίζεται στο σεβασμό και την αλληλοκατανόηση.

Φυσικά απαράβατος κανόνας και καθόλα υπαρκτή απόδειξη είναι και η αγάπη, εκείνα τα συναισθήματα που όσο και να μεγαλώνουμε θα γίνονται πιο οικεία σε μας, ώστε να μην μπορούμε κάποια στιγμή, όχι να τα διαχειρισθούμε αλλά να νοιώθουμε τόση αλήθεια στην ψυχή μας και τόση ζωντάνια που κανείς και τίποτα δε θα ‘ταν σε θέση να τα κλονίσει παρά να ‘ναι τόσο μόνιμα και αποδεκτά που να μην τεθεί ποτέ το ζήτημα προς επιβεβαίωση ανδρισμού αφενός αλλά και γυναικείας ματαιοδοξίας αφετέρου.

Όσο και να σκύψουμε σ’ αυτά τα θέματα, όσο και να διυλύσουμε τους δικούς μας κώνωπες, όσο να αντισταθμίσουμε τα δικά μας μέτρα και σταθμά, τόσο πιο πολύπλοκα θα το αντιμετωπίζουμε και τόσο πιο πολύ θα καλούμαστε και θα αποκαλούμαστε εμείς, όχι δούλοι του εγώ μας, παρά μέτοικοι μιας απαρχαιωμένης δήλωσης και εκδήλωσης του κατεχόμενου από όλους ωχαδερφισμού και καλοπέρασης, τερτίπια και κόλπα φτηνά και ανούσια.

Στενεύουν τα όρια, μικραίνουν οι χορηγίες της δικής μας απαλλαγής των δικών μας ανοχών, ούτως ώστε να καταλήγουμε εμείς σε καίρια και σημαντικά αποτελέσματα παρόντων και απόντων με δείγμα και υπογραφή, με βούλα και συμβόλαιο απώλειας και ενδεδειγμένης κατάταξής τους σε επικίνδυνα και αιμοβόρα θέλγητρα μιας αρρωστημένης και πάντα παρωχημένης κατάστασης νου, ιδεών αλλά κυρίως προτροπών και αμοιβαίων ποτέ υποχωρήσεων παρά παραχωρήσεων και έκδηλων μη διεκδικήσεων.

Τα περιθώρια τείνουν να προδιαγράψουν πορείες, να γράψουν ιστορίες και παραγγέλματα συνθηκολογίσεων άνανδρων και άτυπων συμπτωμάτων κορεσμού και βίαιης, αναμενόμενης πλέον, απαλλαγής και προστριβής του σωστού με το λάθος, του ορατού με τα αόρατα βέλη, ως μέλη μιας παράφωνης χορωδίας, δυσαρμονίας και αστοχίας σκοπών, συλλογισμών και στοχασμών εν μέρει, αλλά εν κενώ απολύτω εγκεφάλων.

Τα χρόνια περνούν με το βάρος της σκέψης, της προτροπής εκ των έσω μας πως ό,τι και να κάνουμε θα ‘ναι μηδαμινό μπροστά στο βάρος μιας οικογενειακής γαλήνης, μιας υποτιθέμενης αρμονίας και ησυχίας, αλλά πάντα θα μας καίει και θα μας τσουρουφλάει εκείνο το αν έφταιξα, σίγουρα έφταιξα, αλλά κατά πόσο ήταν διατεθειμένοι και οι άλλοι να με καταλάβουν και να δουν τα λάθη μου, παρά μονάχα να τα επιδεικνύουν και να νοιώθω τόσο μειονεκτικά και άβολα, ώστε να φαίνομαι πάντα εγώ η κακιά/ο κακός, ώστε οι άλλοι να μη ρίχνουν ποτέ το δικό τους προσωπείο, το καλοστημένο και καλοβαλμένο, αν και αντίξοες συνθήκες τους το επέβαλαν να το ρίξουν και να το αναθεματίσουμε πολλάκις και αξίως.